Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Τι να κάνουμε;

Αν ένα μυθιστόρημα κρίνεται ή πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά και μόνο για τις λογοτεχνικές του αρετές, τότε μπορεί το Τι να κάνουμε; του Νικολάι Τσερνισέφσκι να μην  είναι ένα καλό μυθιστόρημα. Είναι όμως ένα μυθιστόρημα που καλό είναι να διαβάσει κανείς. Μα γιατί να είναι καλό να διαβάσει κανείς ένα όχι και τόσο καλό μυθιστόρημα; 

α) Γιατί τις ελλείψεις του τις παραδέχεται και ο ίδιος ο συγγραφέας: 

Το περιεχόμενο της αφήγησης είναι ο έρωτας, κεντρικό πρόσωπο είναι η γυναίκα, αυτό είναι καλό, ακόμα κι αν η αφήγηση αυτή καθαυτή είναι κακή.
***
Αν ήθελα να συνθέσω εντυπωσιακές συγκρούσεις, θα έδινα στην κατάσταση αυτή μία θεαματική λύση. Αλλά στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν υπήρξε τέτοια λύση. Αν ήθελα να σας δελεάσω με μυστήριο, δε θα καθόμουνα τώρα να λέω ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Γράφω όμως χωρίς δεσμεύσεις, γι' αυτό και λέω εκ των προτέρων: θεαματικές συγκρούσεις δε θα υπάρξουν, η κατάσταση θα διευθετηθεί χωρίς θύελλες, κεραυνούς και αστραπές. 
 
β) Για την επίδραση που άσκησε στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του.

Το Τι να κάνουμε; θεωρήθηκε στους κύκλους της ρωσικής ιντελιγκέντσιας βιβλίο εφάμιλλο με το Κεφάλαιο του Μαρξ. Ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι, ο Ναμπόκοφ συνομίλησαν μ' αυτό, ενώ άλλοι, όπως Ρόζα Λούξεμπουργκ κι ο Λένιν, του εξέφρασαν το θαυμασμό τους. "Μια ατμόσφαιρα σεβάσμιας λατρείας δημιουργήθηκε γύρω από το Τι να κάνουμε. Διαβαζόταν όπως διαβάζονται τα τελετουργικά εκκλησιαστικά  βιβλία - κανένα βιβλίο του Τουργκένιεφ ή του Τολστόι δεν είχε ποτέ δημιουργήσει παρόμοια εντύπωση", γράφει ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ στο Δώρο.

γ) Για το νέο κόσμο που ευαγγελίζεται.

Ο Τσερνισέφσκι στο έργο του οραματίζεται μια μελλοντική, δικαιότερη κοινωνία, όπου η γυναίκα τοποθετείται σε θέση απολύτως ισότιμη με εκείνη του άντρα. Εκεί ο άνθρωπος θα είναι ελεύθερος να απολαμβάνει τις χαρές της ζωής, τη δουλειά, το φαγητό, το πιοτό, το κορμί, είτε είναι άντρας είτε είναι γυναίκα. Αυτή η ελευθερία δεν μπορεί να πραγματωθεί παρά μόνο σ' έναν κόσμο μακριά από τις αστικές συμβάσεις συμβίωσης,  σε μία σοσιαλιστική, κοινοβιακή κοινωνία. 
Οι ήρωες του μυθιστορήματος είναι φορείς αυτού του οράματος, το σηκώνουν στις πλάτες τους, το διδάσκουν με το παράδειγμά τους, το εφαρμόζουν στη ζωή τους και περιμένουν αισιόδοξα την εποχή που άνθρωποι σαν κι αυτούς δε θα αποτελούν πια την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Δεν έχουν το ηθικό βάρος και την τραγικότητα των ηρώων του Ντοστογιέφσκι, δε ρέπουν προς την καταστροφή, δεν τους έλκει το σκοτάδι. Παραμένουν στο φως.

δ) Για να έρθει σε επαφή με ένα δείγμα ρωσικής "στοχαστικής πεζογραφίας".

Στη λογοτεχνία σημαντικότερο δεν είναι το τι, αλλά το πώς. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια βιβλία που έμειναν στην ιστορία της λογοτεχνίας όχι για το πώς είπαν κάτι, αλλά για το τι ήταν αυτό. Η πλοκή τους είναι υποτυπώδης, και πάντοτε υποτάσσεται στο περιεχόμενο, την ιδέα που υποστηρίζει ο συγγραφέας. Στα ελληνικά γράμματα, για παράδειγμα, σ' αυτή την κατηγορία εντάσσονται Το ταξίδι μου του Γιάννη Ψυχάρη, ο Παπατρέχας του Αδαμάντιου Κοραή, Η πάππισα Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη και άλλα τέτοια. Λογοτεχνήματα-σταθμοί, αν και με αμφισβητήσιμη λογοτεχνική αξία. 

ε) Για τον Λοπουχόφ.

Ο Λοπουχόφ λέει:

"Καλύτερα να πεθάνω παρά να απαιτήσω, όχι να απαιτήσω, ούτε καν να επιτρέψω ο άνθρωπος αυτός να κάνει οτιδήποτε για μένα που δε θα του είναι παρά ευχάριστο. Καλύτερα να πεθάνω, παρά να επιτρέψω ο άνθρωπος αυτός να ζοριστεί με οποιονδήποτε τρόπο εξαιτίας της αγάπης του για μένα".
***
Πιστεύεται ότι ο έρωτας είναι ένα αίσθημα που προκαλεί ταραχή. Αλλά εσύ θα αποκοιμηθείς ήσυχα, σαν παιδάκι, και δεν θα σε ταράξουν δεν θα σε αναστατώσουν διάφορα όνειρα, εκτός αν ονειρευτείς χαρούμενα και ζωηρά παιδικά παιχνίδια, μονά ζυγά, κυνηγητό, ή, μπορεί και χορούς, αλλά χαρούμενους κι ανέμελους. Αυτό φαντάζει παράξενο στους άλλους, αλλά όχι σ' εσένα [...] η ταραχή στον έρωτα δεν είναι ο έρωτας, η ταραχή είναι μια ανησυχία μήπως και κάτι δεν είναι όπως θα έπρεπε, ενώ αυτός καθαυτός ο έρωτας είναι κάτι χαρούμενο και ξέγνοιαστο. 
***
Πόσες φορές την ημέρα γευματίζετε; Μία. Θα είχε κανείς να σας προσάψει κάτι, αν αρχίζατε να τρώτε δύο; Πιθανότατα όχι. Γιατί δεν το κάνετε αυτό; Φοβάστε μήπως στεναχωρήσετε κάποιον; Το πιθανότερο είναι ότι απλώς δεν έχετε ανάγκη κάτι τέτοιο. Κι ωστόσο το φαγητό είναι ένα πράγμα ευχάριστο. Αν όμως σας κατέβει η ιδέα ή η οδυνηρή επιθυμία να φάτε δύο φορές, θα σας απέτρεπε από αυτό ο φόβος ότι θα στεναχωρήσετε κάποιον; Όχι. Αν κάποιος στεναχωριόταν γι' αυτό ή σας το απαγόρευε, θα αρχίζατε να κρύβεστε, θα αρχίζατε να τρώτε ό,τι να 'ναι, θα λερώνατε τα χέρια σας επειδή θα τα βουτάγατε παντού βιαστικά, θα λερώνατε το φόρεμά σας γιατί θα τα κρύβατε στις τσέπες σας. Εδώ το θέμα δεν αφορά καθόλου την ηθική ή την ανηθικότητα, αλλά μόνο αν είναι καλό πράγμα το λαθραίο.

Οι ήρωες του Τσερνισέφσκι αγαπούν τον άλλον γι' αυτό που είναι και δεν επιχειρούν να τον αλλάξουν. Αντιμετωπίζουν την αλλαγή των χαρακτήρων ως βιασμό και ρήξη. Σέβονται όσο τίποτα άλλο το δικαίωμα του ανθρώπου στο απαραβίαστο της εσωτερικής ζωής. Αντιλαμβάνονται τα μυστικά ως θησαυρούς. Όλοι επιζητούν στη ζωή να έχουν μια γωνίτσα, όπου δεν τρυπώνει κανείς. Όπως ακριβώς ένας έφηβος επιζητά το δικό του δωμάτιο. 
Γιατί ακόμη και σήμερα παραμένει ακατόρθωτο για τον άνθρωπο να κατανοήσει, και ακόμα περισσότερο να αποδεχτεί, τις ιδαιτερότητες του άλλου; Πότε θα πάψουμε να φανταζόμαστε τους γύρω μας ανάλογα με τον δικό μας χαρακτήρα; Πότε θα πάψουμε να φοβόμαστε την ελευθερία;  

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: Νικολάι Τσερνισέφσκι, Τι να κάνουμε; (μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου), Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2013


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου