Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Οδοιπορικό στη Θράκη: για αναγνώστες και βιβλιόφιλους

Ο φάρος της Αλεξανδρούπολης

Ένα οδοιπορικό στη Θράκη στα μέσα του Μάρτη είναι ό,τι πρέπει για να καταλάβει κανείς τις δυσκολίες της ζωής στη Βόρεια Ελλάδα. Αφήνεις την ανοιξιάτικη Αθήνα, τις ηλιόλουστες γειτονιές που μοσχοβολούν από τα άνθη της νερατζιάς, τις γλυκές νύχτες και τα ελαφρά ρούχα, και καταλαβαίνεις πως αυτή η διαδρομή 700 χιλιομέτρων δε διασχίζει μόνο τον χώρο, αλλά και τον χρόνο. Όσο προχωράς βορειότερα, επιστρέφεις στον χειμώνα.

Πελαργοί στο Σουφλί
Στην Ξάνθη, οι καταιγίδες δε σταματούσαν παρά για λίγα μόνο λεπτά. Στο Δέλτα του Έβρου, οι βαρκάρηδες είχαν δέσει τις βάρκες τους και δεν το κουνούσαν ρούπι λόγω του αέρα. Στις όχθες του Άρδα, τα πόδια όποιου τολμούσε να αποπειραθεί έναν περίπατο στην παγωνιά βούλιαζαν στη λάσπη. Στο δάσος της Δαδιάς, τα πουλάκια και οι μαυρόγυπες δεν πλησίαζαν από το κρύο... Μόνο λίγοι πελαργοί στο Σουφλί και την Ορεστιάδα είχαν χτίσει τις φωλιές τους πάνω στις κολώνες της ΔΕΗ και, κουλουριασμένοι ο ένας πλάι στον άλλο, αντιμετώπιζαν μ' αγκαλιές την κακοκαιρία. Οπότε, το τριήμερο δεν προσφερόταν για φυσιολατρικές δραστηριότητες και εξορμήσεις. Η αρχιτεκτονική των πόλεων όμως -που σφύζουν από φοιτητές-, η παλιά πόλη της Ξάνθης, ο τούρκικος μαχαλάς στην Κομοτηνή, τα χιονισμένα Πομακοχώρια, αποζημιώνουν και τον πιο κακομαθημένο επισκέπτη.

Όταν κι αυτά τελειώσουν, για άλλη μια φορά σκέφτεσαι: ευτυχώς που υπάρχει το διάβασμα. Από αυτή την άποψη, η Αλεξανδρούπουλη ήταν η πιο ευχάριστη έκπληξη της εκδρομής. Μια φοιτητούπολη που βλέπει τη θάλασσα και κρύβει πάμπολλες εκπλήξεις για τους φίλους της (ανά)γνωσης. 

La maison d' Antoinette
Στο κέντρο της πόλης, ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι που θυμίζει σαλέ, και θα ταίριαζε περισσότερο σε ορεινό χωριό παρά σε παραθαλάσσια πόλη, είναι το πρώτο πράγμα που κινεί το ενδιαφέρον ενός περίεργου επισκέπτη. Πρόκειται για το σπίτι της Αντουανέττας ("La maison d' Antoinette"), που στεγάζει σήμερα τον Σύλλογο Ελληνογαλλικής Φιλίας Αλεξανδρούπολης. Το σπιτάκι δώρισε στην πόλη η Αντουανέττα Δεμτσάν (1918-2002), που υπήρξε η πρώτη δασκάλα γαλλικής γλώσσας στην Αλεξανδρούπολη. Ο χώρος δωρίστηκε στον Δήμο με διαθήκη, αλλά και με την προϋπόθεση να λειτουργήσει ως κέντρο ανάπτυξης γλωσσών και πολιτισμών ή ως δανειστική βιβλιοθήκη. Σήμερα είναι και τα δυο. "Ο Σύλλογος έχει ως στόχο την ανάπτυξη της ελληνογαλλικής φιλίας, καθώς και την προώθηση της γαλλικής γλώσσας και του γαλλικού πολιτισμού μέσα από πολιτιστικές εκδηλώσεις, εκπαιδευτικές δραστηριότητες και προγράμματα. Συχνά συνεργάζεται με άλλους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς της ευρύτερης περιοχής, με σκοπό το άνοιγμα στην κοινωνία. Κάποιες δραστηριότητές του στηρίζει η γαλλική πρεσβεία και το γαλλικό προξενείο Θεσσαλονίκης".

La maison d' Antoinette
Συγκεντρώθηκαν 3000 τίτλοι βιβλίων με τη βοήθεια της εταιρείας  «Φίλοι χωρίς σύνορα» που εδρεύει στη Γαλλία, ενώ 1000 βιβλία προσφέρθηκαν και από τη Νομαρχία της Νορμανδίας. Μια Γαλλίδα βιβλιοθηκονόμος ανέλαβε την αρχειοθέτηση των βιβλίων, ώστε η βιβλιοθήκη να λειτουργήσει ως δανειστική. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ένα κοινό φροντιστήριο. Άλλωστε, οι εργαζόμενοι στον χώρο είναι είτε φοιτητές είτε διορισμένοι καθηγητές και καθηγήτριες που στόχο έχουν να μεταφέρουν λίγο γαλλικό άρωμα στην εβρίτικη πόλη και να προωθήσουν τη γαλλομάθεια. Οργανώνουν σεμινάρια και συνέδρια, παρουσιάσεις βιβλίων, "γιορτές κρέπας" και πολλά πολλά άλλα. Εγώ πέτυχα την παρουσίαση ενός εκπαιδευτικού βιβλίου με πολλά επιτραπέζια παιχνίδια για μικράκια.  Να πω πάντως πως τα ράφια με τα εικονογραφημένα βιβλία και τα εφηβικά μυθιστορήματα ήταν πολύ πλούσια, ενώ στους τοίχους μπορούσε κανείς να διαβάσει φράσεις από σπουδαία κλασικά μυθιστορήματα. 


Δημοτική Βιβλιοθήκη
Πέρα από το σπίτι της Αντουανέττας, η Αλεξανδρούπολη έχει και μια υποδειγματική Δημοτική Βιβλιοθήκη που προσελκύει αρκετούς νέους της περιοχής, λόγω του φιλικού προσωπικού και της αισθητικής του χώρου. Η βιβλιοθήκη στεγάζεται στο παλιό "Καπνομάγαζο" του Δεδέαγατς που χτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και αργότερα λειτούργησε ως Εκπαιδευτήριο. Το κτίριο χρησιμοποιήθηκε με πολλούς τρόπους: στέγη για τους πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη το 1922, χώρος επεξεργασίας και εμπορίας καπνού από τη γαλλική εταιρεία "Compagnie Generale de Tabac" το 1924, φυλακή στη περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου, αποθήκη αγροτικών προϊόντων από το 1950, βιβλιοθήκη από το 2016 και μετά. Το κτίσμα είναι πέτρινο, τα γυάλινα χωρίσματα κάνουν τον χώρο να φαντάζει μεγάλος και φωτεινός, ενώ στο υπόγειο λειτουργεί ένα καφενεδάκι όπου ακούγεται ωραία μουσική και φιλοξενείται περιοδικός και τοπικός τύπος. 

Καφέ στο υπόγειο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης

Καφέ "Kafka"
Για όσους αγαπούν την ατμοσφαιρική μουσική και το διάβασμα, υπάρχει επίσης και το καφέ "Kafka", που μου έκανε εντύπωση όχι τόσο για την ποικιλία των τίτλων -πόση μπορεί να είναι άλλωστε σ' ένα μικρό καφεβιβλιοπωλείο και μάλιστα μιας επαρχιακής πόλης- όσο για τις επιλογές του υλικού και τα προτεινόμενα λευκώματα στα τραπεζάκια. Μεταξύ άλλων, εντόπισα το λεύκωμα για τη ζωγραφική του Νικολάου Δραγούμη και ένα βιβλίο για το ζωγραφικό έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Στα ράφια των παιδικών και εικονογραφημένων είδα βιβλία του αγαπημένου μου Αντώνη Παπαθεοδούλου, και μια προτίμηση σε ξεχωριστούς εικονογράφους που έχουμε φιλοξενήσει ή πρόκειται σύντομα να φιλοξενήσουμε στο ιστολόγιο, όπως η Φωτεινή Τίκκου, η Ίρις Σαμαρτζή, ο Wolf Erlbruch, η Beatrice Alemagna και άλλοι. Την καλαισθησία της οικοδέσποινας τόσο στο βιβλίο όσο και στη μουσική, τις μυρουδιές, τα ροφήματα, νομίζω θα τη ζήλευαν πολλοί χώροι της Αθήνας. 

Εθνολογικό Μουσείο

Τελευταίος σταθμός σ' αυτή τη βόλτα ήταν το Εθνολογικό Μουσείο, που μπορεί να κρατήσει για ώρες το ενδιαφέρον οποιουδήποτε ασχολείται με τη λαογραφία, και ειδικότερα την παραδοσιακή ενδυμασία, το ύφασμα, την κοπτική και ραπτική τέχνη. Εκεί επίσης λειτουργεί ένα συμπαθέστατο καφενεδάκι που μοιράζεται τον ίδιο χώρο με το πωλητήριο του μουσείου.  
Η Αλεξανδρούπολη είναι όμορφη πόλη για να περάσει κανείς ένα τριήμερο. Και πολύ δύσκολη πόλη για να ζεις. Φυσάει απ΄το ποτάμι, φυσάει από τη θάλασσα, ο αέρας είναι παγωμένος, η υγρασία σού τρυπά τα κόκαλα. Όταν ο άνεμος είναι νοτιάς, η φουρτούνα σε μελαγχολεί σχεδόν ανεπανόρθωτα. Η θέρμανση καίει όλη μέρα, τα ρούχα δε στεγνώνουν ποτέ... 
Οι ανθισμένες μανόλιες στους δρόμους δίνουν λίγο χρώμα σ' αυτή την τόσο μουντή και ταυτόχρονα τόσο πολύχρωμη πόλη και σου θυμίζουν πως κάπου είναι Άνοιξη. 

***







Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Benjamin Chaud - Μέρος 2ο: Οι μεγάλοι κλασικοί


Πόσο σίγουροι είμαστε πως "Οι άθλιοι" του Βικτόρ Ουγκό είναι ένα μυθιστόρημα για το καλό και το κακό; Μια εξιστόρηση των ναπολεόντειων πολέμων, μια επική περιγραφή της μάχης του Βατερλώ; Ο Benjamin Chaud δεν είναι καθόλου σίγουρος για το νόημα των κλασικών μυθιστορημάτων, και στην εικόνα που βλέπετε παραπάνω δίνει μια πιο σύγχρονη, και σίγουρα πιο χιουμοριστική πλευρά της "αθλιότητας" των ημερών.

Αναζητά τον έρωτα πίσω από τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα, παίζει με τους τίτλους, μετατρέπει τα λογοπαίγνια σε εικόνες και κάπως έτσι μας δίνει μια δική του εκδοχή του "Κόκκινου και του μαύρου"...


'Η του κλασικού μυθιστορήματος του Τολστόι "Πόλεμος και ειρήνη"...


 Μας συμβουλεύει πώς μπορούμε να ταξιδέψουμε στην "άκρη της νύχτας"...


Ή να κάνουμε "κάλεσμα στην άγρια φύση"...


Λύνει το αίνιγμα πολλών αναγνωστών για το πώς ο άνθρωπος του Μαρσέλ Αιμέ περνούσε μέσα από τους τοίχους...


Ζωγραφίζει τη Σόνια και τον Ρασκόλνικοφ να εγκληματούν και να αυτοτιμωρούνται...

 
Μας βοηθά να καταλάβουμε τι λέγανε βραδιάτικα ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα στον μικροσκοπικό τους εξώστη... 

 
Τι συνέβη στο "Μοναστήρι της Πάρμας"...

 
Πόσο μεγάλες ήταν οι προσδοκίες των ηρώων του Ντίκενς...

 
Πώς διάλεξε ο Κύριος την όμορφή του...

 
Και επιτέλους προτείνει έναν τρόπο στην Έμμα Μποβαρί, ώστε να πάψει να βαριέται και να σώσει τον γάμο της...

 
Από τον καιρό του Οδυσσέα...

 
Μέχρι την εποχή του Λούκι Λουκ...


...οι άνθρωποι το ίδιο πράγμα έχουν στο μυαλό τους. 

***



Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

Benjamin Chaud - Μέρος 1ο: Έρωτά μου, έρωτά μου


Ο Benjamin Chaud είναι από τους πιο νέους και πιο ταλαντούχους εικονογράφους της Γαλλίας. Έγινε γνωστός και στη χώρα μας με τα "Ακροβατικά για αρκούδες" που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κόκκινο. Οι μικρές καφετιές αρκούδες αποτελούν σήμερα σήμα κατατεθέν της ζωγραφικής του.  Πέρα από την αγάπη του για τα παιδιά, όμως, o Benjamin χαρακτηρίζεται από δύο ανεκτίμητες αρετές: γερές δόσεις χιούμορ και βαθιά σοφία. Γνωρίζει καλά πως τις περισσότερες φορές τα παραμύθια άλλα λένε και άλλα εννοούν, λειτουργούν βαθιά στο υποσυνείδητο του ανθρώπου και μεταφέρουν γνώσεις που μετράνε πολλές γενιές πίσω. Και γνωρίζει και κάτι ακόμη: πως καμιά δύναμη στη ζωή δεν έχει την ορμή και την ομορφιά του έρωτα. 

Ξεκίνησε λοιπόν μια σειρά με τίτλο "La vérité sur les contes de fée" (H αλήθεια πίσω από τα παραμύθια) και του είμαι πραγματικά ευγνώμων, γιατί παρατηρώντας τις εικόνες του μου λύθηκαν απορίες για λογιών λογιών παραμύθια που μέχρι πρόσφατα τα ένιωθα ακατανόητα. Ρίχνοντας μια ματιά στις εικόνες λοιπόν, μπορούμε εύκολα πια να καταλάβουμε...

Γιατί ο πρίγκιπας ξεχώρισε τη Σταχτοπούτα από όλα τα κορίτσια του χορού; 



Γιατί η Χιονάτη περνούσε τόσο όμορφα τις μέρες της πλάι στους εφτά νάνους; 



Πώς το κοριτσάκι με τα σπίρτα και ο Πινόκιο γίναν φίλοι; 


Πώς είναι δυνατόν μια πριγκιποπούλα να ερωτευτεί έναν βάτραχο; (Έτσι:)


 Ή μήπως έτσι; 


 Ή μάλλον έτσι; 


Γιατί η μικρή σειρήνα εγκατέλειψε τη θάλασσα; 


Γιατί άρεσε ο πάγος στη βασίλισσα του χιονιού; 


Σε τι χρησίμευε ο καρυοθραύστης; 



Γιατί άφηνε μακριά τα μαλλιά της η Ραπουνζέλ; 



Γιατί οι πριγκίπισσες αγαπούν τους μονόκερους; 


Πώς και μεγάλωσε τόσο γρήγορα η φασολιά του Τζακ; 



Και κάτι τελευταίο, που έσπαγα τόσα χρόνια το κεφάλι μου να το κατανοήσω. Απ' όλα τούτα τα παραμύθια ποτέ μου δεν κατάλαβα την "πριγκίπισσα και το μπιζέλι". Με εκνεύριζε που μια βασιλοπούλα δε φτάνει που βρέθηκε σε ξένο τόπο και τη φιλέψανε και την κοιμίσανε, δεν μπόρεσε να την πάρει ο ύπνος επειδή κάτω από δεκάδες στρώματα κρυβόταν ένα μπιζελάκι. Και σα να μην έφτανε που η κακομαθημένη δεν κοιμήθηκε, είχε και μούτρα την άλλη μέρα να το πει! Μα φαίνεται πως ο Γάλλος εικονογράφος καταλαβαίνει τις γυναίκες καλύτερα απ' ό,τι καταλαβαίνουν οι ίδιες τον εαυτό τους. Δεν της έφταιγε το μπιζελάκι. Είχε κάψες η καημενούλα και δεν έκλεισε μάτι!


Γι' αυτό ο άνθρωπος πρέπει να επιστρέφει στα παραμύθια σε κάθε ηλικία. 

***

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Ο Αντρέι Ζντάνοφ για την Άννα Αχμάτοβα


Η Άννα Αχμάτοβα είναι ένας από τους εκπροσώπους αυτού του λογοτεχνικού βάλτου, του αντιδραστικού και κούφιου από ιδέες. Ανήκει στη φιλολογική ομάδα των "ακμεϊστών", που ξεπήδησαν εκείνο τον καιρό από την ομάδα των συμβολιστών. Και είναι από τους σημαιοφόρους της άδειας ποίησης, χωρίς ιδέες, της αριστοκρατικής ποίησης των σαλονιών, είναι απόλυτα ξένη προς τη σοβιετική λογοτεχνία. Οι ακμεϊστές εκπροσωπούσαν ένα ρεύμα εντελώς ατομικιστικό στην τέχνη. Κήρυχναν τη θεωρία της "τέχνης για την τέχνη", της "ομορφιάς για την ομορφιά" και δε θέλαν να ακούσουν τίποτα για το λαό, για τις ανάγκες του, για τα ενδιαφέροντά του, για τη δημόσια ζωή. 

Από τις κοινωνικές του ρίζες ο ακμεϊσμός ήταν ένα ρεύμα των ευγενών και των αστών μέσα στη λογοτεχνία, σε μια εποχή όπου ήταν πια μετρημένες οι μέρες της αριστοκρατίας και της αστικής τάξης. Και όπου οι ποιητές και οι ιδεολόγοι των κυρίαρχων τάξεων πάσκιζαν να αποφύγουν μια δυσάρεστη πραγματικότητα καταφεύγοντας στα σύννεφα, στις ομίχλες του θρησκευτικού μυστικισμού, στις άθλιες προσωπικές τους συγκινήσεις και στο σκάλισμα των ταπεινών ψυχών τους. Οι ακμεϊστές, όπως και οι συμβολιστές, οι ντεκαντάν, και άλλοι εκπρόσωποι της ιδεολογίας των ευγενών και των αστών που βρισκόταν σε αποσύνθεση, ήταν οι απολογητές της κατάπτωσης, της απαισιοδοξίας, της πίστης στο υπερπέραν. 

Τα θέματα που εμπνέουν την Αχμάτοβα είναι καθαρά ατομικιστικά. Η διαπασών της ποίησής της δεν ξεπερνά το τιποτένιο, είναι η ποίηση μιας υστερικιάς μεγαλοκυράς που πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο γραφειάκι της και το παρεκκλήσι. Το κύριο γι' αυτήν είναι τα ερωτικά μοτίβα, ανακατεμένα με τα μοτίβα της θλίψης, της ανίας, του θανάτου, του μυστικισμού, του μοιραίου. Το αίσθημα του μοιραίου -που είναι κατανοητό για την κοινωνική συνείδηση μιας ομάδας που σβήνει- οι πένθιμοι τόνοι της απόγνωσης, της αγωνίας, οι μυστικιστικές ερωτόπαθες εξάψεις, αυτός είναι ο πνευματικός κόσμος της Αχμάτοβα που κι η ίδια δεν είναι παρά ένα απομεινάρι της παλιάς κουλτούρας των ευγενών, που χάθηκε για πάντα στην αιωνιότητα, του "παλιού καιρού της Αικατερίνης". Καλόγρια ή πόρνη, ή μάλλον καλόγρια και πόρνη, που μέσα της συνταιριάζεται η ακολασία με την προσευχή. 

Αντρέι Ζντάνοφ, Για τη λογοτεχνία, για τη φιλοσοφία και για τη μουσική, Εκδοτικό Νέα Ελλάδα, 1952. 

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Youth


Danny Lyon, "Youth" (Brooklyn, 1974)

Τον τελευταίο καιρό έχω αλλάξει πολύ ως άνθρωπος, βλέπω τον εαυτό μου να βγάζει όλο και περισσότερα σπυράκια, το συνεχές άγχος με έχει καταπλακώσει, νιώθω πως ακόμα και στον ελεύθερο χρόνο μου κάτι έχω ξεχάσει να κάνω κι αγχώνομαι περισσότερο, οι ανασφάλειές μου έχουν ξεκινήσει να φαίνονται κι όσο μεγαλώνω πολλαπλασιάζονται, φοβάμαι ότι ο κόσμος δε με συμπαθεί, πως είμαι άσχημος, νιώθω ότι πρέπει να αλλάξω για να με συμπαθήσουν όλοι, επίσης τα νεύρα μου είναι λίγο ευαίσθητα, όποιος μου πει κάτι την ώρα που χαλαρώνω νευριάζω πολύ και πολλές φορές χωρίς λόγο, όπως για παράδειγμα όταν κάποιος μου πειράζει τα πράγματά μου, ειδικά συγκεκριμένα που τα έχω θεωρήσει πολύ σημαντικά, γίνομαι έξω φρενών, αρχίζω να φωνάζω, βαράω τον τοίχο, επίσης παρατηρώ ότι έχω χάσει αυτόν τον παιδικό ενθουσιασμό που είχα κάποτε, έχω σταματήσει να χαίρομαι με τα μικρά πράγματα και τώρα πια τίποτα δε με συγκρατεί, όλα τα βλέπω ασήμαντα και μικροσκοπικά, κάτι ακόμα που θεωρώ ότι είναι πρόβλημα είναι ότι τρώω πολύ τελευταία, η μάνα μου λέει πως δεν προλαβαίνει να μου γεμίζει το πιάτο, ειδικά αν έχουμε ένα φαγητό που μου αρέσει. Ηλία, τα έχεις περάσει κι εσύ αυτά, δεν είμαι μόνο εγώ, έτσι;

 ["Γράμμα σ' έναν φίλο", Σ.Ρ., Μαθητής Α' Λυκείου, 2018]

***


Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

"Το μαγεμένο καβάκι"


Τα δέντρα είναι οι γηραιότεροι οργανισμοί του πλανήτη και, λόγω ηλικίας, είναι σοφά. Κληροδοτούν τη σοφία τους από γενιά σε γενιά, και κάθε τρυφερό δεντράκι που πασχίζει να ριζώσει στο χώμα και να αντέξει χειμερινούς ανέμους και φθινοπωρινές μπόρες έχει στα κλαδιά και τον κορμό του κάτι από τη γνώση των προγόνων του. Τα δέντρα αισθάνονται. Αισθάνονται τον ήλιο και τη βροχή, αισθάνονται τη φροντίδα του ανθρώπου και την αγάπη της φύσης, την υγρασία της νύχτας και το κελάρισμα του νερού. Και χαρακτηρίζονται από δύο ανεκτίμητες αρετές: τη γενναιοδωρία και τη συνέπεια. Πεισματάρικα καρποφορούν, εγκλωβισμένα στα πιο γκρίζα τοπία. Και "αειθαλλούν" και φυλλοβολούν  στου χρόνου τα γυρίσματα.


Στα λαϊκά παραμύθια, τα δέντρα επικοινωνούν με τον άνθρωπο. Το θρόισμά τους του ψιθυρίζει μυστικά. Η ανάπτυξή τους του διδάσκει τη ζωή. Οι ανάγκες τους του μαθαίνουν την υπομονή και την έγνοια. Τα χρώματά τους του φανερώνουν την ομορφιά. Μέσα τους κρύβουν ζωές που καταδικάστηκαν στην αναμονή. Μαγεμένα βασιλόπουλα και τιμωρημένες κόρες περιμένουν το αντίδοτο της κατάρας, που μόνο η καλοσύνη μπορεί να προσφέρει. 


Στη συλλογή παραμυθιών "Ο δέντρος", η Αγνή Στρουμπούλη συγκέντρωσε παραμύθια για δέντρα και φυτά. "Στον ποιητικό και μεταφορικό τρόπο των παραμυθιών, σ' αυτή τη κουρελού από κουρέλια-μνήμες παλαιότατων εποχών, έρχονται πολύ συχνά τα λουλούδια, τα φυτά, τα δέντρα να εικονίσουν αλλά και να συμβολίσουν αισθήματα, καταστάσεις, σχέσεις, όλα τα άρρητα με τον καθημερινό λόγο". Σε ένα από τα παραμύθια της συλλογής (θα παρουσιαστεί σε επόμενη ανάρτηση στο σύνολό της) γίνεται αναφορά σε ένα έθιμο της Λέσβου. Όταν ένα ζευγάρι αποκτήσει παιδί, πρέπει να φυτέψει κοντά στη θάλασσα ένα καβάκι. Μια λεύκα δηλαδή. Το φτωχό ζευγάρι του παραμυθιού αποκτά μια θυγατέρα, την Ταξιαρχούλα, κι ο πατέρας της φυτεύει στον κήπο του το καβάκι της. 

Ο πατέρας, μάλιστα, είχεν την αιστησάδα πως, εκεί λέει που 'σκαβγε κι επολέμα, ήσκυβγε κι εκείνο κι εχάδευγέν τονε απάνω στην πλάτη.


Το κοπελουδάκι μεγάλωνε μαζί με το καβάκι, κι όσον εμεγάλωνε ήρεσέν του κάθα που το πότιζεν ν' ανοίει τ' αγκαλάκια του και να τ' αγκαλιάζει, να θωρεί αν εχώρειεν ο λιγνός κορμός του μες στ' αγκάλιασμά του. Μιαν ημέραν, εκεί που 'βάστα το κοπελουδάκι το καβάκι αγκαλιασμένο κι ήσφιγγέ το μες στ' αγκαλάκια του, εσείστηκε το καβάκι και χαμηλώνει την κορφούδα του πλάι στο κοπελουδάκι. Κι απέκειο ήπηρε ανθρώπινη φωνή κι εμίλησέν του κι είπεν του:
-Εχαμήλωσα να σου πω τα φχαριστώ μου για πως με ποτίζεις.  
Κι αφού εχάδεψε το κοπελουδάκι με τα κορφοκλαδέλια του, εσήκωσε την κορφούδα του και στήθηκε πάλι όρθιο κι ήπηρεν απάνω. Το κοπελουδάκι  εξεγκάλιασεν το καβάκι κι ήτρεξε μάνι μάνι στο νταμέλι τωνε. 
-Ω μπαμπά κι ω μαμά, εφώναξε των γονιών του, το καβάκι έχει ανθρώπινη μιλιά και μιλεί.  [...]


 -Ω καβάκι, δεν το πιστέψανε οι γονείς μου πως μιλείς ανθρωπινίσια. 
Το καβάκι εχαμήλωσεν κάτω την κορφούδα του κι είπεν του κοπελουδακιού:
-Αν θες να κάμεις κούνια ανέβ' απάνω στα κλαδάκια μου. 
Ενέβηκε το κοπελουδάκι απάνω στης κορφούδας του τα κλαδέλια, κι αφού ενεψηλώθηκε το καβάκι κανένα γόνατο, εκούνειε την Ταξιαρχούλα. 
-Βάστα με γερά και μη δειλιάς, μα δε σε ρίχτω κάτω, τσ' ήλεε πότε πότε όσο την εκούνειε. 
Αφού εχόρτασε να κουνιέται η Ταξιαρχούλα, εδιάβηκε στο ντάμι τωνε· κι εξεχαμηλώθηκε και το καβάκι κι ίσιαξε μες στον αέρα ίσ' απάνω. 
Από κείνην την ημέραν ήπιασεν η Ταξιαρχούλα με το καβάκι μεγάλες φιλίες. Μόλις επάαινεν κοντά του κι αφού το πότιζεν, εχαμήλων' εκείνο κάτω την κορφούλα του κι ενέβαινε απάνω της η Ταξιαρχούλα κι εκουνιότανε ίσαμε που να βαρεθεί.


Ύστερις επιάνασι τα γλεντίσματα κι εγλεντίζασι, κι άλλοτες εκυνηγιότανε κι άλλοτες επάιζασι το κρυφτό ή τις πετράδους. Το καβάκι ήτανε και βγαλητής κι ήβγανεν κοτσάκια [δίστιχα] και ποιήματα, κι ως ήξερε κιόλας κι ετραγούδειε, τα 'λεεν όλα τραγουδιστά της Ταξιαρχούλας. Κι ήχανεν κι η Ταξιαρχούλα το νου της ν' ακούει τις γλυκιζάμενοι σκοποί του και την ταίριασην των λόων του των όμορφων. Ήτονε και παραμυθάς το καβάκι, κι ήλεέ της και παραμυθέλια για βασιλόπουλα μαγεμένα και κακές μάισσες, και πολλές βολές την ήπαιρνεν ο νύπνος απάνω στα κλαδέλια ή απού κάτω στη ρίζα του. 
-Πού τα μαθήτεψες και ξέρεις τα όλα αυτά; ερώτηξε μια ημέρα το καβάκι η Ταξιαρχούλα. Ούτε δάσκαλος να 'σου. 
-Ο αέρας και τα χώματα λέσι μού τα, κι η θάλασσα που βγαίνει και πορπατεί κάτω στο γιαλό, κι ο νήλιος και κείνος μου τα λέει, τσ' εποκρίθηκε το καβάκι. 
[...]


Καμωμένη ήτονε πλιο η Ταξιαρχούλα δεκαπέντε χρονών όντεν ήβγαλε την απόφαση ο μπαμπάς της να κόψουσι το καβάκι για να χτίσουσι το σπιτέλι της. Η Ταξιαρχούλα, όμως όντε το 'κουσεν ήβαλε τα κλάματα κι επερακάλειεν τον μπαμπά της να μην το κόψει, αλλ' εκείνος τσ' ήλεε πως πρέπει. Μες στα δάκρυα πνιγμένη η Ταξιαρχούλα, εδιάβη κι ήκατσε στη ρίζα του καβακιού. 
-Ίντα 'χεις, ω Ταξιαρχούλα μου; την ερώτηξε το καβάκι. 
-Κλαίω γιατί θέλει ο μπαμπάς μου να σε κόψει για να χτίσει, λέει, το σπιτέλι μου. Αλλά εγώ μου δε θέλω σπιτέλια, εγώ θέλω να ζεις εσύ, να σε θωρεί η νήλιος κι ο αέρας και να σε θωρούν τα ματέλια μου. Που φαίνεταί μου πως θα ξεψυχήσω την ώρα που θα σε δω κομμένο. 
-Άκου με επά που θα σε συμβουλέψω, είπε της το καβάκι. Γραμμένο μου 'ναι να κοπώ, για κείνο να μην κλαις και να μη στεναχωρεύεσαι. Άφησ' τις να με κόψουσι, γιατί σαν που σ'το λέει ο μπαμπάς σου πρέπει. 
-Η Ταξιαρχούλα εγκάλιασεν τον κορμόν του καβακιού κι είπεν του:
-Γιάντα και πρέπει, γιάντα και θα πρέπει να πρέπει;
Το καβάκι ήπλωσεν τα χαμηλά του κλαδιά κι εγλυκοχάιδεψε την Ταξιαρχούλα.
-Δε θέλω να κλαις να χαλάς τα ματέλια σου τα όμορφα, και ζητώ σου το χάρη μεγάλη και τρανή να μην εμποδίσεις στο κόψιμό μου· άσ' τις να με κόψουσι, γιατί σαν που σ'το 'πα είναι γραμμένο μου να κοπώ. 



 - Και πώς μου θα ζω και θα κάνω δίχως να θωρώ σε; Ίντα λοής θα σηκώνομαι το πρωί, να βγαίνει ο νήλιος να μου δώνει και να λιορίζει με κι εσύ να κείτεσαι κομμένο εκεί χάμαι; Πώς θα περνώ τις ώρες της μέρας μου χωρίς να 'ρχομαι κοντά σου να γέρνω το κεφαλάκι μου απάνω στο γλυμηδωτό σου κορμί, δίχως ν' απλώνεις τα κλαδέλια σου να με χαδεύγεις; Ποιος του θα μου τραγουδεί και ποιος του θα βγάνει κοτσάκια και ποιήματα να μου τα λέει; Πώς θ' αδειάσει ο τόπος σου ν' απομείνει αδειανός, τα χώματα δε θα κλαίσι, πώς θα δεχτούσι να λείπεις; Και τα πουλιά που χτίζασι απάνω στα κλαδιά σου τις αφωλιές τωνε ίντα θα γενούσι; Κι ο αυγερινός, που ΄ρχουντα στ' αυγινοπορπατήματά του κι επόσταζε στο κοντοκόρφαρό σου κι εξεκουράζοντα, πού θα σταματά ν' αποξεκουράζεται; Και το φεγγαράκι και κείνο του, που χώνουνταν κι ελούφαζε μες στα φυλλοκλαδέλια σου και το ΄παιρνεν ο νύπνος ο πρωινός κι εξεκούραζε τα ματέλια του τα γυάλινα, ίντα του θα λέει ότι να μη σε βρίσκει;

Τίποτα στη φύση δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητο ακούγοντας τον σπαρακτικό θρήνο της Ταξιαρχούλας. Μα το καβάκι δεν εκόπη κι έζησε με την Ταξιαρχούλα χρόνους πολλούς. Το παραμύθι ξέρει πάντα καλύτερα. 

[Τα αποσπάσματα είναι από το "Μαγεμένο καβάκι", παραμύθι της Λέσβου]


***

[1] Στις φωτογραφίες δέντρα που μου μίλησαν.
[2] Αγνή Στρουμπούλη, Ο δέντρος: Παραμύθια λαϊκά με δέντρα και φυτά, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2017.
 

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

H Puung για την αγάπη



H Puung είναι από τη Νότια Κορέα. Της αρέσει να ζωγραφίζει και μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα έγινε διάσημη στον κόσμο όλο, χάρη στο εικονογραφημένο της βιβλίο "Αγάπη είναι...". Μια σειρά από εικόνες αφηγείται τη ζωή ενός ζευγαριού. Μικρές στιγμές και ευγενικές χειρονομίες που κάνουν τη ζωή όμορφη.


Αγάπη είναι να μαγειρεύεις στην κουζίνα σου το βράδυ μιας καθημερινής κι από το σαλόνι του σπιτιού να έρχεται μια όμορφη μουσική.


Αγάπη είναι να γυρίζεις στο σπίτι και να είναι ζεστό. 

 
Αγάπη είναι να διαβάζεις τις Κυριακές σκεπασμένος με την αγαπημένη σου κουβέρτα. 


Αγάπη είναι να κλείνετε τα φώτα και να φαίνεται από το παράθυρο το χιόνι.


Αγάπη είναι να αλμυρίζεστε στη θάλασσα μέχρι τη βραδινή ψύχρα.


Αγάπη είναι να ξυπνάτε τη νύχτα για να ακούσετε τη βροχή.


Αγάπη είναι η κουβεντούλα. 


Αγάπη είναι οι διακοπές. 



Αγάπη είναι να ετοιμάζεις το πρωινό. 



Αγάπη είναι  να σκεπάζεις αυτόν που κοιμάται.
 
 
Αγάπη είναι να μη σε πειράζει που το σπίτι είναι μικρό.
 

Αγάπη είναι να χωράνε όλα σε ένα μικρό σπίτι. 
 
 ***


H Puung δεν έχει δική της ιστοσελίδα. Μπορείτε, όμως, να την αναζητήσετε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου προβάλλει ένα αρκετά μεγάλος μέρος της δουλειάς της. Επίσης, συχνά κάνει μικρά αφιερώματα στο έργο της το ηλεκτρονικό περιοδικό Grafolio, που παρουσιάζει νεαρούς εικονογράφους από την Ιαπωνία, την Κίνα, την Κορέα, την Ινδονησία και άλλα μέρη μακρινά, όπου νέοι άνθρωποι ζουν και δημιουργούν.