Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

Μικρή πατρίδα

Ρουάντα: Η χώρα των χίλιων λόφων

Μου έχει γίνει εμμονή η επιστροφή. Την αναβάλλω επ’ αόριστον, τη μεταθέτω συνεχώς για αργότερα. Φοβάμαι να ξαναβρώ αλήθειες βαθιά κρυμμένες, εφιάλτες που τους έχω αφήσει στο κατώφλι της γενέτειράς μου. Είκοσι χρόνια τώρα επιστρέφω· τη νύχτα στα όνειρά μου, τη μέρα στις ονειροπολήσεις μου· στη γειτονιά μου, σ’ εκείνο το αδιέξοδο όπου ζούσα ευτυχισμένος με την οικογένειά μου και τους φίλους μου. Τα παιδικά μου χρόνια μού έχουν αφήσει σημάδια που δεν ξέρω τι να τα κάνω. Τις καλές μέρες, λέω στον εαυτό μου πως απ’ αυτά αντλώ τη δύναμη και την ευαισθησία μου. Όταν, όμως, πιάνω πάτο, θεωρώ πως αυτά είναι ο λόγος που δεν μπορώ να προσαρμοστώ στον κόσμο. 

Στη Μικρή πατρίδα του Γκαέλ Φάιγ ο Γκαμπριέλ, ενήλικας πια, προσπαθεί να θυμηθεί τα παιδικά του χρόνια στο Μπουρούντι. Ο πατέρας του είναι Γάλλος που βρέθηκε τυχαία στην Αφρική για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Η μητέρα του, “ψηλή σαν κυπαρίσσι, με εβένινη επιδερμίδα και μάτια γαζέλας”, κατάγεται από τη Ρουάντα και ανήκει στη φυλή των Τούτσι. Εγκατέλειψε την πατρίδα της μια νύχτα σφαγής, με τη φωτιά να καίει πίσω της το πατρικό της σπίτι. 

Στον Κρατικό Συνοικισμό, οι γείτονες ήταν, ως επί το πλείστον, από τη Ρουάντα κι είχαν εγκαταλείψει τη χώρα τους για να γλιτώσουν από τους σκοτωμούς, τις σφαγές, τους πολέμους, τους διωγμούς, τις εκκαθαρίσεις, τις καταστροφές, τις πυρκαγιές, τις μύγες τσε τσε, τις λεηλασίες, τις φυλετικές διακρίσεις, τους βιασμούς, τα εγκλήματα, τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Όπως κι η οικογένεια της μαμάς, είχαν αφήσει πίσω τους αυτά τα προβλήματα για να βρουν μπροστά τους άλλα προβλήματα στο Μπουρούντι –τη φτώχεια, τον αποκλεισμό, το ότι ανήκαν στη μειονότητα, την ξενοφοβία, την απόρριψη, τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου, την κατάθλιψη, τη νοσταλγία για την πατρίδα, τη νοσταλγία γενικότερα. Προβλήματα προσφύγων.


Ο Γκαμπριέλ θυμάται το ειδυλλιακό τοπίο της πατρίδας του όπως το έζησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990: τα πολύχρωμα κολιμπρί να μαζεύουν νέκταρ από κατακόκκινους ιβίσκους, τους γερανούς να κάνουν περίπατο στις σκιές δέντρων, τα κλαδιά που λύγιζαν από τις μπανάνες, τα ζουμερά μάνγκο. 

Το διαζύγιο των γονιών του ήταν το πρώτο πλήγμα στον παράδεισο των παιδικών χρόνων. Σ' αυτό τον οικογενειακό πόλεμο η μητέρα του δεν μπορούσε να συγχωρέσει στον σύζυγό της τις ευρωπαϊκές του "συνήθειες": να ρεμβάζει τους ειδυλλιακούς λόφους χωρίς να αναλογίζεται τη φτώχεια των ανθρώπων που τους κατοικούν, να θαυμάζει τις όμορφες λίμνες της αφρικανικής χώρας χωρίς να νοιάζεται για το μεθάνιο που αναπαύεται στα νερά τους. Στο πρόσωπό του έβλεπε έναν προνομιούχο που άφησε την Ευρώπη για να ζήσει τη μαγεία της Αφρικής. Ένα κακομαθημένο παιδί της Δύσης που αναζητά μια επικράτεια για να επεκτείνει τα όνειρά του. 

Ένα ειδησεογραφικό κανάλι προβάλλει εικόνες από ανθρώπους που εγκαταλείπουν εμπόλεμες ζώνες. Κοιτάζω τις πρόχειρες βάρκες τους που προσεγγίζουν το ευρωπαϊκό έδαφος. Τα παιδιά τα οποία βγαίνουν από μέσα είναι κοκαλωμένα απ’ το κρύο, πεινασμένα, αφυδατωμένα. Παίζουν τις ζωές τους στο γήπεδο της παράνοιας του κόσμου. [...] Κανένας δεν θα πει τίποτα για τη χώρα που κουβαλάνε μέσα τους. Η ποίηση δεν είναι πληροφορία. Κι όμως, η ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα που ένα ανθρώπινο ον θα συγκρατήσει απ’ το πέρασμά του πάνω στη γη.


Τον πόλεμο στην οικογένεια ακολουθούν οι εμφύλιοι πόλεμοι στο Μπουρούντι και τη Ρουάντα. Μια σκληρή διαμάχη ανάμεσα στους Χούτου και τους Τούτσι θα στοιχίσει τη ζωή σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Το πάρτι γενεθλίων του Γκαμπριέλ επισφραγίζει επισήμως το τέλος της παιδικής ηλικίας. Όλα είναι διαφορετικά έξω από το κουκούλι της. Πόσο εύκολο μπορεί να είναι για ένα παιδί να συγχωρέσει την εγκατάλειψη της συζυγικής εστίας από την ίδια του τη μητέρα; Πόσο μπορεί να αντισταθεί στη στοργική επιμονή του πατέρα του να τον κρατά μακριά από κάθε είδους πληροφόρηση όταν οι φίλοι του αρχίζουν να οργανώνονται σε ένοπλες συμμορίες και να αναλαμβάνουν δολοφονική δράση εναντίον των Χούτου της περιοχής; 

Σε λίγο τα γενέθλιά μου θα τελείωναν· απολάμβανα αυτό το λεπτό που προηγήθηκε της βροχής, αυτήν τη στιγμή της μετέωρης ευτυχίας, όπου η μουσική ζευγάρωνε με τις καρδιές μας, γέμιζε το κενό ανάμεσά μας, υμνούσε την ύπαρξη, το τώρα, την αιωνιότητα των έντεκα χρόνων μου, εδώ, κάτω από τον επιβλητικό φίκο των παιδικών μου χρόνων· κι εκείνη τη στιγμή ήξερα βαθιά μέσα μου πως όλα, εντέλει, στη ζωή θα έφτιαχναν.

Στη Ρουάντα οι Χούτου θέλουν να αφανίσουν τους Τούτσι, να μη μείνει κανένας τους ζωντανός. Τους αποκαλούν "κατσαρίδες", τους εξοντώνουν. Τα θύματα θα ξεπεράσουν τις 700.οοο, με τις γυναίκες και τα παιδιά να πρωταγωνιστούν σε μια από τις μεγαλύτερες γενοκτονίες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι Τούτσι που ζουν στο Μπουρούντι αναλαμβάνουν τα αντίποινα και ο εμφύλιος σπαραγμός αρχίζει κι εκεί. 

Οι λευκοί θα καταφέρουν να εφαρμόσουν τα μακιαβελικά τους σχέδια. Μας επέβαλαν το Θεό τους, τη γλώσσα τους, τη δημοκρατία τους. Σήμερα, στα δικά τους νοσοκομεία νοσηλευόμαστε και στα δικά τους σχολεία στέλνουμε τα παιδιά μας να σπουδάσουν. Οι νέγροι είναι όλοι τους ανόητοι και άχρηστοι. 

Για τον Γκαμπριέλ και όλα τα προνομιούχα παιδιά των καλών συνοικιών, ο πόλεμος ήταν ακόμη απλώς μια λέξη. Η ζωή τους για ένα εύλογο χρονικό διάστημα συνεχιζόταν όπως και πριν: τους απασχολούσαν τα πάρτι, τα φλερτ, οι μάρκες ρούχων, η μόδα.

Ο πόλεμος, δίχως να του το ζητάμε, αναλαμβάνει πάντα να μας βρει εχθρό. Εγώ, που ήθελα να παραμείνω ουδέτερος, δεν μπόρεσα. Είχα γεννηθεί μαζί με την ιστορία αυτήν. Κυλούσε στο αίμα μου. Της ανήκα. 

Στη Ρουάντα ο πόλεμος κράτησε τρεις μήνες και οι Τούτσι εξοντώθηκαν. Δεκάδες χιλιάδες ήταν τα θύματα της γενοκτονίας. Η Γαλλία πήρε την πλευρά των συμμάχων της, των Χούτου, και απ’ αυτή την άποψη φέρει μεγάλες ευθύνες για τη γενοκτονία. Η μητέρα του αφηγητή φεύγει αμέσως για την πατρίδα της να αναζητήσει τους συγγενείς της, αλλά τους βρίσκει αποτεφρωμένους. Ό,τι απέμεινε απ' τις σάρκες τους έχει κολλήσει στα πλακάκια του πατρικού της σπιτιού. Η Ρουάντα δεν υπήρχε πια. Ήταν ένας τάφος ανοιχτός κάτω απ’ τον ουρανό.


Καθημερινά ο κατάλογος των νεκρών μεγάλωνε, η Ρουάντα είχε μετατραπεί σ’ ένα απέραντο κυνηγετικό πεδίο στο οποίο το θήραμα ήταν ο Τούτσι. Ένα ανθρώπινο ον που γεννήθηκε, ένοχο που ζούσε. Ένα ζωύφιο στα μάτια των δολοφόνων, μια κατσαρίδα που έπρεπε να τη λιώσουν.

Η μητέρα του Γκαμπριέλ επέστρεψε στο Μπουρούντι πεζή, ρακένδυτη και μισότρελη. Κάθε βράδυ, με μια φωνή που ερχόταν από τα έγκατα της γης, ψιθύριζε στα παιδιά της το δράμα της οικογένειάς της, ενώ εκείνα προσπαθούσαν με νύχια και με δόντια να παραμείνουν παιδιά. "Το πρώτο που σου παίρνει ο πόλεμος είναι η παιδική σου ηλικία". Κι όμως, μέχρι το τέλος, ο αφηγητής προσπαθεί να κρατήσει μέσα του ζωντανό τον παράδεισό της. Τότε που καβάλα σε μια σχεδία κατηφόριζε με τους φίλους του τα γαλαζοπράσινα νερά της λίμνης Τανγκανίκα.

Σ' αυτή τη Μικρή πατρίδα ο λυρισμός και η κομψότητα της φύσης αναμετριούνται με την πιο σκληρή ιστορική πραγματικότητα. 
***

[1] Αμέσως μετά τη γενοκτονία ειδικοί στη Ρουάντα δημιούργησαν χιλιάδες δικαστήρια με σοφούς από κάθε κοινότητα, που στη γλώσσα τους λέγονταν “σοφοί που μισούν την ανεντιμότητα”, για να καταφέρουν  μια -έστω εύθραυστη- εθνική συμφιλίωση. 
[2] Gael Faye, Μικρή πατρίδα (μτφρ: Γιάννης Στρίγκος), Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2017. 



Πέμπτη 22 Αυγούστου 2019

Παπούτσια εισβολείς




Τώρα πια δύσκολα βρίσκει κανείς τόσο καλά παπούτσια. Είναι καλοβαλμένα, χωρίς κοκεταρίες, παπούτσια με γερή βούληση απ' ό,τι βλέπω. Πέρα όμως απ' όλα αυτά, κυρίως είναι παπούτσια που σας πηγαίνουν τέλεια. Θα  'λεγε κανείς πως γεννηθήκατε μ' αυτά πάνω στα πόδια σας. 
Φαίνεται ότι ξέρετε από παπούτσια. 
Ε, κάπως έτσι είναι. Γυαλίζω παπούτσια εδώ και πενήντα χρόνια. Μια ματιά και τα καταλαβαίνω όλα, τι θέλετε, υλικό, τιμή εποχή, κατασκευαστή; Στην ιστορία μου των πενήντα χρόνων στιλβώματος δεν έχω, απ' ό,τι θυμάμαι, συναντήσει τέτοιο είδος. 
Ο γεράκος έκανε κουβάρι το μαντίλι μαζί με το πάνινο πορτοφόλι που ήταν τώρα άδειο και τα έχωσε στην τσέπη του. 
Θα σας δώσω όμως μια συμβουλή. Όσο κι αν σας είναι άνετα, νομίζω πως δεν είναι καλό να τα έχετε στα πόδια σας εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. 
Και γιατί αυτό;
─ Επειδή, δεσποινίς μου, εφαρμόζουν στα πόδια σας υπερβολικά καλά. Ακόμα κι όταν τα βλέπει κανείς απ' έξω, ως τρίτος, έχουν κάτι το σχεδόν τρομαχτικό. Το στρώσιμό τους είναι τέλειο. Δεν βλέπετε πως τα όρια ανάμεσα στα παπούτσια και το πόδι είναι δυσδιάκριτα; Απόδειξη ότι το παπούτσι έχει αρχίσει να εισβάλλει στο πόδι.
─  Να εισβάλλει;
─ Ναι, έτσι όπως σας το λέω. Σπανιότατα βρίσκει κανείς τόσο φοβερά παπούτσια. Παπούτσια εισβολείς. Μόνον πριν από σαρανταδύο χρόνια μου έτυχε κι εμένα να γυαλίσω μία και μόνη φορά έναν τύπο παπουτσιών ίδιον με αυτά εδώ. Γι' αυτό και τα ξέρω. Δεν θέλω να πω τίποτε κακό, προς Θεού. Απλώς μην τα φοράτε παραπάνω από μία φορά την εβδομάδα. Αν δεν το κάνετε αυτό, δεσποινίς μου, κινδυνεύετε να χάσετε τα πόδια σας. 


***

[1] Yoko Ogawa, Ο παράμεσος (μετάφραση από τα Ιαπωνικά Παναγιώτης Ευαγγελίδης), Άγρα, Αθήνα 2011.
[2] Φωτογραφία: Rufen Afanador

Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

Η αλήθεια βαδίζει στα δάση


Οι Γερμανοί είναι ωστόσο παράξενοι άνθρωποι. Τη μία με τις βαθυστόχαστες σκέψεις τους και την άλλη με τις ιδέες εκείνες που ακατάπαυστα αναζητούν κι εισάγουν σ' όλες τις φάσεις της ζωής, φθάνουν στο σημείο να δυσκολεύουν τη ζωή τους υπερβολικά. 
Λότε Άισνερ (1896 - 1983)

Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς έναν σκηνοθέτη πιο αντισυμβατικό από τον Βέρνερ Χέρτσογκ. Παράφρων ιδεαλιστής, μονομανής καλλιτέχνης, συνεργάστηκε επανειλημμένα με έναν ηθοποιό που μισούσε θανάσιμα: τον Κλάους Κίνσκι. Ο Χέρτσογκ ευχόταν καθημερινά τον θάνατο και την καταστροφή του ηθοποιού, ενώ κόντεψαν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον στην περουβιανή ζούγκλα όπου γυρίστηκε η ταινία Αγκουίρε: Η μάστιγα του θεού. Οι συντελεστές μαρτυρούν πως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ο Χέρτσογκ βασάνισε μέχρις εσχάτων ζώα, ηθοποιούς και ιθαγενείς. Κι όμως, ο ίδιος άνθρωπος συνέλαβε τον λυρικό Νοσφεράτου και τις ανεπανάληπτες εικόνες του Grizly Man

Όταν αρρώστησε η θεωρητικός του γερμανικού εξπρεσιονισμού και καλή του φίλη Λότε Άισνερ, την οποία θεωρούσε ιέρεια και μέντορά του, ο Βέρνερ Χέρτσογκ υποσχέθηκε στον εαυτό του πως αν ξεκινούσε με τα πόδια από το σπίτι του και έφτανε οδοιπορώντας μέχρι το δικό της, θα την απέτρεπε από τον θάνατο. Έτσι ξεκίνησε η "Οδοιπορία στον πάγο": μια πεζοπορία από το Μόναχο μέχρι το Παρίσι, ένα τάμα τριών εβδομάδων, που θα ξόρκιζε τον θάνατο.

Προχωρώ με βήμα αποφασιστικό και η γη σείεται και στενάζει. Όταν βαδίζω, βαδίζει ένας βίσονας. Όταν ξαποσταίνω, ξαποσταίνει ένα βουνό. 

“Όλα λύνονται βαδίζοντας. Το βάδισμα μας διδάσκει ό,τι η τέχνη δεν μπορεί” σημειώνει η επιμελήτρια του βιβλίου Ελένη Γιαννάτου.



Η φύση επιβάλλεται στον μοναχικό οδοιπόρο: κάθε πόνος βιώνεται εντονότερα, το φυσικό τοπίο γιγαντώνεται, ήχοι και εικόνες γίνονται απόλυτοι κυρίαρχοι του νου. Στις παρυφές των εθνικών οδών, ο εξαθλιωμένος άντρας περπατά μέχρι να τον εγκαταλείψουν οι δυνάμεις του. Τις νύχτες αναζητά καταφύγια σε εγκαταλελειμένα καταλύματα, άδεια σκυλόσπιτα, παρατημένα σχολεία και ερημικές καλύβες. Κοιμάται κάτω από ηλεκτροφόρα καλώδια και αφουγκράζεται το ρεύμα να κυλά στις αρτηρίες τους. Ο ήλιος χάνει τη μία μάχη μετά την άλλη.

Μια βαριά υγρασία πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Ο δρόμος όσο πάει και ανηφορίζει. Κιτρινισμένες φτέρες, τσακισμένες από τη βροχή και το χιόνι, σκουπίζουν με το φύλλωμά τους το έδαφος. Τα σύννεφα και η ομίχλη τραβούν το δρόμο τους δίχως να με λογαριάζουν. Το νερό από τα λιωμένα χιόνια κελαρύζει στα ρυάκια. Φτάνοντας στην κορυφή, βρίσκομαι ξάφνου να βαδίζω μέσα στα σύννεφα. Γύρω μου όλα τα βράχια στάζουν. 

Ένα σκηνικό από βαριά σύννεφα, έρημα δάση, πεσμένα δέντρα, κοιλάδες και λιβάδια εναλλάσσεται με την αίσθηση του πόνου, της δίψας και της σιωπής. Κανένα συναίσθημα δεν εκφράζεται παρά μόνο μια προτίμηση για την απόλυτη μοναξιά: "Είναι καλή η μοναξιά; Ναι, είναι. Με τη διαφορά ότι μας αποκαλύπτει δραματικές προοπτικές για το μέλλον". 

Απόλυτη μοναξιά. Μοναδικός μου σύντροφος ένα μικρό ποτάμι που διασχίζει μια κοιλάδα. Για κάμποσα χιλιόμετρα ένας γκρίζος ερωδιός φτερουγίζει μπροστά μου. Κάθε τόσο σταματά να ξαποστάσει, περιμένοντας να πλησιάσω, για να ξανασηκωθεί από το έδαφος και να συνεχίσει την πτήση του. Είμαι αποφασισμένος να τον ακολουθήσω όπου κι αν πηγαίνει. Η πάχνη καλύπτει τα πάντα. Στα γυμνά κλαδιά των θάμνων κρέμονται δροσοσταλίδες.

Αμπελώνες, σπουργίτια, φύλλα που θροΐζουν στον άνεμο δημιουργούν μια αίσθηση φρεσκάδας. Το τοπίο γίνεται όλο και πιο πληκτικό, οι λέξεις στα βάθη της σκέψης αρχίζουν να χάνονται, ο έναρθρος λόγος μετατρέπεται σε ακατάληπτες κραυγές και κρωξίματα.

Όταν η μηλιά γαλήνεψε, και τα μήλα έπαψαν να κατρακυλούν εδώ κι εκεί στο χώμα, σκέφτηκα ότι τέτοια εγκατάλειψη από τον άνθρωπο είναι στ' αλήθεια απερίγραπτη. Η σημερινή μέρα είναι, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μέρα ερημιάς και απόλυτης εγκατάλειψης. Με αυτές τις σκέψεις πλησίασα το δέντρο κι έπιασα να το ταρακουνώ, ώσπου απέμεινε ολόγυμνο. Μες στην απόλυτη ησυχία τα μήλα ηχούσαν σαν ταμπούρλα, μόλις έπεφταν στη γη. Όταν τελείωσα, ένιωσα να παραλύω από την τρομακτική σιωπή. 

Μετά από είκοσι μέρες πεζοπορίας, αγκαλιά με τη φύση και τον κίνδυνο, ο οδοιπόρος μπαίνει στο σπίτι της λατρεμένης του φίλης. Εκείνη του χαμογελά και το τσακισμένο του κορμί γεμίζει ευφορία. "Ανοίξτε το παράθυρο", είπε, "εδώ και μερικές μέρες μπορώ και πετάω". 

Η Λότε Άισνερ έζησε άλλα οκτώ χρόνια. 


***

[1] Βέρνερ Χέρτσογκ, Οδοιπορία στον πάγο: Μόναχο-Παρίσι, 23 Νοεμβρίου - 14 Δεκεμβρίου 1974 (μτφρ: Γιάννης Καλιφατίδης), Alloglotta, Αθήνα 2019. 
[2] Το κείμενο συνοδεύουν δύο πορτρέτα του σκηνοθέτη και δύο φωτογραφίες οδοιπορικών στα ελληνικά βουνά. 

Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

Miren Asiain Lora: Μια Ισπανίδα ζωγραφίζει τη φύση


Στη Βίκυ.

Η Miren Asiain Lora είναι μια νεαρή Ισπανίδα εικονογράφος. Γεννήθηκε το 1988 στην Παμπλόνα, αλλά σήμερα ζει και εργάζεται στο Μπουένος Άιρες. Έχει συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής στην Ισπανία, την Ιταλία, την Αργεντινή, το Μεξικό, την Κίνα, την Ιαπωνία, την Κορέα και τις ΗΠΑ και έχει βραβευθεί τόσο ως εικονογράφος όσο και ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων. 


Το πρώτο της βιβλίο που ανακάλυψα ήταν το Versos de la Τierra. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον πλανήτη Γη και αυτό που κάνει εντύπωση στον αναγνώστη είναι πως σε κάθε εικόνα ο άνθρωπος είναι μικροσκοπικός. Φαίνεται πως, παρά τη νεαρή ηλικία της, η εικονογράφος έχει συλλάβει πόσο μικρός και ασήμαντος μοιάζει ο καθένας από μας μπροστά στο θαύμα της φύσης και την απεραντοσύνη του κόσμου. 


Στις σελίδες του βιβλίου απεικονίζονται δάση, παγωμένες θάλασσες κι ωκεανοί, αστερισμοί του ουρανού και ζώα που κατοικούν σε διαφορετικούς τόπους και κλίματα. 


Τα ζώα και ο άνθρωπος συνυπάρχουν ειρηνικά. Επικοινωνούν, μοιράζονται γη, νερό και αέρα χωρίς να εκμεταλλεύονται ο ένας τον άλλο. Μια τεράστια φάλαινα χτυπά την ουρά της στο νερό ενώ μια παρέα απολαμβάνει τη βαρκάδα της. 


Άνθρωποι παρατηρούν αποδημητικά πουλιά να φεύγουν για τις νέες τους πατρίδες φτεροκοπώντας μακριά. 


Μια ομάδα παιδιών διασχίζει το γεφύρι που ενώνει δυο βουνοπλαγιές. Αλλού κυριαρχούν τροπικά δάση και αλλού χιονισμένα τοπία...


Σε κάθε σελίδα, όμως, υπενθυμίζεται στον λιλιπούτειο αναγνώστη πόσα λίγα μας χρειάζονται για να είμαστε ευτυχισμένοι.


 Να μπορούμε να χαιρόμαστε την παγωνιά...


Να κολυμπάμε σε μια καθαρή θάλασσα...


Να παρατηρούμε έναν ξάστερο ουρανό...


Να περάσουμε μια νύχτα κοιτώντας το φεγγάρι...


Να κοιμηθούμε ένα βράδυ στο δάσος...


Να ζούμε σε αρμονία με ό,τι μας περιβάλλει...


Πρόσφατα, η Ισπανίδα εικονογράφος διαφήμισε με τα έργα της το πρόγραμμα "Huertas amigas", μια συλλογική εθελοντική πρωτοβουλία της Παμπλόνας. Πρόκειται για μια δράση αλληλεγγύης που αρχικά ανακούφιζε περίπου 300 οικογένειες της Ισπανίας και σήμερα έχει ξεπεράσει τις 700. 

























Το πρόγραμμα είχε στόχο να αξιοποιήσει το πλεόνασμα των οπωροκηπευτικών που μπορούν να διαθέσουν οι παραγωγοί, για να βοηθηθούν ευάλωτες και οικονομικά ασθενέστερες οικογένειες. Το πλεόνασμα διοχετεύεται σε τράπεζες τροφίμων κι αργότερα το δίκτυο "Βοήθησε τον γείτονά σου" αναλαμβάνει τη διανομή του. Είναι μια μικρή δημοτική πρωτοβουλία που απασχολεί αρκετούς εργαζόμενους, ενώ πέτυχε να αυξήσει την παραγωγή και να ενθαρρύνει τη βιολογική καλλιέργεια.

Όπως λέει και μια αγαπημένη μου φίλη, "οι μεγάλες αλλαγές γίνονται με μικρά βήματα". Ας τα κάνουμε λοιπόν κι ας ευχηθούμε ο κόσμος να επιβιώσει από τις καταστροφές που παρακολουθούμε κάθε χρόνο στις τηλεοράσεις μας. 

***

[1] Για την Miren ρίξτε μια ματιά εδώ
[2] Και για το "Huertas amigas" εδώ

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Από κίλερ στην Τουρκιά νόκερ στο Σικάγο

Chicago meat packing industry, 1900's


Τα βαλα κάτ’ και πιο μακριά απ’ την Αμερική δεν ήξερα, ώστε είπα, να, κει θα πάω. Το πολιέμησα, γιατί δεν ήταν εύκολο τότες να σε δεχτούνε, αλλά το πέτυχα. Κι όταν θα ’φευγα, μάζεψα ό,τι δικό μ’ είχα στο σπίτ’, από βρακιά μέχρι φωτογραφίες. Έπεσ’ η μάνα μ’ στα γόνατα, λέει τι είν’ αυτά; Φεύγεις κι ούτε τίποτα δεν αφήνεις δικό σ’ να σε θυμόμαστε. Της λέω τη φωτογραφία τη θες να την κοιτάς και να με κηδεύεις κάθε μέρα με τα δάκρυα, γιατί όσο μ’ είχες κοντά για τούτο παρακάλαες από μέσα σ’. Κείθε πέρα στην Τουρκιά χίλιες μάνες καταριούνται τ’ όνομά μ’, ε, ας είν’ κι εδώ ακόμα μία, έτσ’ της είπα κι έφκα. Δω που ήρθα άνθρωπος δε με γνώριζε και λίγο σα να λευτερώθηκα. Αλλά το ’ξερα ότι η βρωμιά θα μ’ ακολούθαγε. Δέκα χρόνια ήταν αυτά. [...]

Κι ήρθα το λοιπόν μια μέρα στο Γιούνιον και λέω δώμτε δουλειά. Κι αφού σ’ αυτή τη δουλειά ήμανε ο καλύτερος, στέριωσα κι όλοι έρχονται και μου χτυπάνε την πλάτ’, Εγγλιέζοι, Έλληνες, Ρούσοι, Γερμανοί, όλοι. Αλλά πάλι άμα ξέρανε τι είναι η δουλειά που κάνω, ότι σπάω κεφάλια, πάλιε με σιχασιά θα με κοιτάγανε, παρόλο που την κάνω άξια. Αυτά που αηδιάζει ο κόσμος δεν τον πειράζει να γίνονται, αρκεί να μην τα βλέπει και να τα κάνει άλλος. Να μπορούνε να βγούνε σενιαρισμένοι αλαμπρατσέτα με τις κυράδες τους και να μη βρωμάνε, να πιάνουνε τα μαχαιροπίρουνα με χέρια που δεν είναι πρησμένα απ’ το αίμα και να κόβουνε τη μπριζόλα χωρίς να λερωθούνε. Αυτό πάει να πει να ’σαι σιβιλάιζντ. Να πατάς στα σκατά με αψηλό τακούνι. Κρυφή η δουλειά που κάνω στο Γιούνιον, κρυφή κι αυτή που έκανα στον πόλιεμο, απλά εδώ δε με λένε κίλλερ, εδώ με λένε νόκερ, κι είν’ έτσ’ στ’ αυτιά πιο ωραίο.
"Νόκερ" (απόσπασμα)[1]

***
[1] Από τη συλλογή του Δημοσθένη Παπαμάρκου Γκιάκ, Αντίποδες, Αθήνα 2014. 
[2] Στην κρεατοβιομηχανία των ΗΠΑ εργάστηκαν πολλοί έλληνες μετανάστες στις αρχές του 2οού αιώνα. Στο μυθιστόρημα του Άπτον Σίνκλερ Η ζούγκλα (1906) περιγράφονται η φρίκη των σφαγείων, οι βάρβαρες συνθήκες εργασίας, η φτώχεια, οι αρρώστιες, η διαφθορά -για να μη μιλήσουμε για τις συνθήκες "ζωής" και σφαγής των ζώων. Η απελπισία αποκαλύπτεται μέσα από τα μάτια του Γιούργκις Ρούντκους, ενός νεαρού μετανάστη που φτάνει στον Νέο Κόσμο με την αρραβωνιαστικιά του και την οικογένειά της για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή. Η έκδοση του μυθιστορήματος καθιέρωσε τον νεαρό συγγραφέα ως σταυροφόρο των δικαιωμάτων των εργαζομένων και ως έναν από τους σημαντικότερους υπερασπιστές της ισότητας και της ανθρωπιάς, ενώ ανάγκασε την αμερικανική κυβέρνηση να διατάξει έρευνες που οδήγησαν σε νόμο περί καθαρής τροφής. [Άπτον Σίνκλερ, Η ζούγκλα, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 2008]
[3] Για τα σφαγεία του Σικάγο δείτε εδώ

Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

Χτυπήματα στην πλάτη



Δεν ξέρω να μιλήσω για την ποίηση κι ούτε γράφω γι' αυτή. Ας μην είμαστε και τόσο πολυσχιδείς. Μα τώρα που δικτυωνόμαστε πολλαπλώς, αναλογικώς και ψηφιακώς, σαν να 'χει αρχίσει να μου λείπει η έκπληξη και θυμάμαι κάτι στίχους του Γιάννη Βαρβέρη. 

Θέλω να έρθει ένα καλοκαίρι που θα γυρίσουμε από τις διακοπές κι οι φίλοι θα πούνε ιστορίες που δεν βρέθηκαν πουθενά αναρτημένες. Θα μας εκμυστηρευτούν λογιών λογιών κάλπη-κες επιλογές τους και θα πάψουμε να ψαχουλεύουμε ποστ και κόμεντς.

Παραήρθαμε κοντά και μοναδικό μας καταφύγιο απέμεινε η θάλασσα. Εκεί που οι άνθρωποι μιλούν λιγότερο, ξεγυμνώνονται ζωγραφισμένα σώματα. Λαδιά επιβλητικά σχέδια δεν αφήνουν ν' αφουγκραστούμε τη σιωπή και τη γύμνια. 

Τώρα μας ξεκουράζουν αυτά τα πρόσωπα που όσο γερνούν ομορφαίνουν, παίρνοντας τα "ομορφότερα χαρακτηριστικά των συνανθρώπων τους".[1] "Αν τους ρωτήσεις απαντούν και μόνον τ' απαραίτητα σε μια γλώσσα παλιά ευγενική σανσκριτική ακατανόητη κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται στη μερική τους άνοια, μακρινοί."

Πόσα μπορείς να μάθεις απ’ τα σπαράγματα των φράσεων
και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς
απ’ τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν
επειδή κώφευσαν
τίποτε απ’ όλα αυτά δεν διδαχθήκαν
τα παιδιά τους –
κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα
που μας κυκλώσαν και παραμονεύουν
με τα τενεκεδένια δούρεια δώρα
της οικειότητας. [2]


[1] Γιάννης Βαρβέρης, "Δανεική ομορφιά". Από τη συλλογή Στα ξένα.
[2] Γιάννης Βαρβέρης, "Ο ενικός, χτυπήματα στην πλάτη". Από τη συλλογή Στα ξένα.

***


Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

"Πίσω από το γαλανόλευκο παραπέτασμα"

Μαρτυρία από τη Μακρόνησο

Η εμπειρία των βασανιστηρίων δεν είναι μόνο, ίσως ούτε καν κυρίως, εμπειρία του πόνου, της αβάσταχτης μοναξιάς του πόνου. Είναι επίσης, ίσως και προπαντός, εμπειρία της αδελφοσύνης.
Χόρχε Σεμπρούν, Ασκήσεις επιβίωσης[1]



Για τη Μακρόνησο έχουν ακουστεί και γραφτεί πολλά. Η προπαγανδιστική αφήγηση του μετεμφυλιακού κράτους παρουσίαζε το νησί ως αναμορφωτήριο, χώρο αναψυχής, ξεκούρασης και ανάρρωσης μετανοημένων κομμουνιστών. Από την άλλη, ο Γιώργης Λαμπρινός με το βιβλίο του Μακρονήσι το 1949 και ο Θέμος Κορνάρος με τη συλλογή Γράμματα απ' το Μακρονήσι το 1952 υπήρξαν οι πρώτοι που μίλησαν για κολαστήριο. Η εικόνα ενός εφιαλτικού χώρου εγκλεισμού και μαζικής βίας προκάλεσε τις πρώτες ρωγμές στο επίσημο αφήγημα, που έτσι κι αλλιώς επρόκειτο να διαρραγεί από τις μαρτυρίες κρατουμένων, συγγενικών και φιλικών τους προσώπων. Τα βιβλία που προαναφέρθηκαν, βέβαια, δεν κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα. Εκδόθηκαν στο Βουκουρέστι από τον εκδοτικό οίκο που είχε ιδρύσει το παράνομο ΚΚΕ για να διαφωτίζει τους έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες που μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου είχαν καταφύγει στις Λαϊκές Δημοκρατίες. 

Αυτός ο περίπατος των έξι επτά ωρών, η μόστρα από τους ΑΜ και η μόστρα της πολιτείας Μακρονήσι και ξανά πάλι βόλτα, ήταν ένα από τα ψυχολογικά και βασανιστικά σχέδια σε βάρος των κρατουμένων. Η θάλασσα λίμνη, και βασανίζουμαι: "Τι μπορεί να γίνει; Πώς θα μας βγάλουν έξω;"
Εγώ κοίταζα τα τσαντίρια αραδιασμένα πολλά-πολλά, πλατείες, εξωραϊσμούς, δρόμους, μικρά σπιτάκια ολόλευκα και πολλές κολόνες ηλεκτρικού και πολλά φώτα. Διακρίνονταν ακόμα και πολλά μεγάφωνα. [...] Έξω διέκρινα από τα πολλά φώτα με πολύ μεγάλα γράμματα: "Ζήτω ο βασιλιάς Παύλος", "Ζήτω το Έθνος", με κάτασπρα, ασβεστωμένα γράμματα στις πλαγιές. [2] 



Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος καλεί τα φαντάσματα της ζωής του για να αφήσει στα παιδιά του την κληρονομιά τους, μιας και "έχασε τόσες ευκαιρίες να πεθάνει νέος", όπως γράφει ο Χόρχε Σεμπρούν. Μοιάζει ευκολότερο να μιλήσει κανείς για τον θάνατο, παρά για τον πόνο ενός σώματος που βασανίζεται. Στις "Ασκήσεις επιβίωσης", ο Σεμπρούν υπογραμμίζει ότι το βασανιστήριο εκπλήσσει τη σάρκα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το σώμα υποφέρει αγριότερα  από ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. 


Και το ξύλο έπεφτε μέσα στα καΐκια. Αυτά τα θεριά να βαράνε με τα κλομπς, ένας κράταγε καντρόνι. Είχαν αποκάμει οι κρατούμενοι και μόλις άρχισε το ξύλο αυτοί κοιμόντουσαν και όταν άνοιξαν τα μάτια τους βρέθηκαν στην κόλαση. Το περίεργο είναι ότι είχαν όρεξη. Και πού βρέθηκε τέτοια όρεξη για ξύλο, να χτυπούν αλύπητα στις δύο η ώρα τη νύχτα; [...] Να δεις, τι να πρωτοδείς, να πιάσουμε όλη την εικόνα, όλο τον περίγυρο, από τα καΐκια που βγαίνει ο κόσμος, να πέφτει το ξύλο, ο εξωραϊσμός, η ομορφιά αντίθεση με τις πράξεις, η φάλαγγα που τη βάζουν στη σειρά, εις παράταξη, διμοιρίες και τα κλομπς, μια εικόνα τρόμου. 



Στην έκδοση-μαρτυρία του για τη Μακρόνησο με τίτλο Μακρονήσι: Το βιβλίο που ήθελα ν' αφήσω, ο Απόστολος Μπογιατζής αφηγείται την οδυνηρή προσωπική του ιστορία. Φυλακίσεις, εξορίες, απηνείς διωγμοί, στρατοδικεία, κι όμως, σε πείσμα όλων, βγήκε ζωντανός και με σώας τας φρένας. Οι περιγραφές των βασανιστηρίων είναι γροθιά στο στομάχι και σκόπιμα δεν παρατίθενται εδώ. Η θύμηση του παρελθόντος γίνεται χωρίς ίχνος "αυταρέσκειας" και το βάρος δίνεται πάντοτε στη γενναιότητα του συντρόφου. Άλλωστε, στη Μακρόνησο "κανείς δεν υπήρξε μπροστάρης". 

Όμως ο ένας τράβαγε τον άλλον και το μεγάλο κουράγιο από αυτή τη μάχη έδωσε και πήρε το αγωνιστικό ανάστημα που σήκωσε και πήρε το παλικαρίσιο ανάστημα του κομμουνιστή. 



Μακρονήσι. Αυτό τον τίτλο έχω γι' αυτό το βιβλιαράκι που θ' αφήσω ενθύμιο για τον τιτάνιο αγώνα που έκανα και πίστεψα και αγάπησα και ρήμαξα και καταστράφηκα από τη ρίζα, από παιδιά, από γυναίκα και αδερφό και έμεινα στον δρόμο. Όμως έζησα, έζησα γιατί αγαπούσα τον αγώνα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. 

Η μαρτυρία του Απόστολου Μπογιατζή περιλαμβάνει πολλές πληροφορίες για την καθημερινότητα των κρατουμένων, τις μεθόδους βασανισμού, την εναλλαγή των ρόλων θύματος-θύτη ("όπως έσπασα εγώ θα σπάσεις κι εσύ!"), την υπογραφή της δήλωσης μετανοίας, τα στρατιωτικά εμβατήρια, τα μαθήματα "διαφώτισης" που έκαναν πολλούς επισήμους να μιλούν για το "θαύμα της Μακρονήσου" (που παραλληλίστηκε ακόμη και με τον Παρθενώνα), τη μαζική εξόντωση του αμετανόητου Α' Τάγματος και τη μαζική απόπειρα αυτοκτονίας περίπου τριάντα παιδιών που κατάπιαν κουτάλια για να ξεψυχήσουν προτού βασανιστούν στο καμίνι, στη θάλασσα, στη φάλαγγα. Σ' αυτή την κόλαση, μόνο η αίσθηση αλληλεγγύης για τον απομακρυσμένο σύντροφο βοηθούσε τον κρατούμενο να αντέξει τον ανυπόφορο πόνο του βασανιστηρίου και την απομόνωση. Μόνο η θέα μιας σφιγμένης γροθιάς που δεν υπέγραψε. 

Όποιος έχει βασανιστεί σε στρατόπεδο παύει να αισθάνεται τον κόσμο οικείο, είχε γράψει ο Ζαν Αμερύ[3]. Αλλά ο Απόστολος Μπογιατζής δεν έχασε στιγμή την πίστη του στον κόσμο. Μπορεί να είναι αδύνατο να νιώσει στη Μακρόνησο την ομορφιά της ζωής και της φύσης, τις ανακαλεί όμως στη μνήμη του τριάντα χρόνια μετά. Άλλωστε, πρόκειται για έναν άνθρωπο που αντιστάθηκε ακόμη και στη συντηρητική ηθική του κόμματός του προκειμένου να συνεχίσει να ζει και να αγαπά.



Η μαρτυρία διασώθηκε, μεταγράφηκε και σχολιάστηκε από τον γιο του αφηγητή, Βασίλη Μπογιατζή, ιστορικό, ο οποίος ανέλαβε την επιστημονική τεκμηρίωση και  επιμέλεια της έκδοσης. Οι υποσημειώσεις περιέχουν πολλές ιστορικές πληροφορίες και τεκμήρια και μαρτυρούν πρωτοφανή εκδοτική φροντίδα. Επιπλέον, ο Βασίλης Μπογιατζής εμπλούτισε το υλικό με προλογικό σημείωμα και αρκετά εκτενή επίλογο, όπου πιάνει το νήμα της αφήγησης του πατέρα και, κατά κάποιο τρόπο, ολοκληρώνει τη βιογραφία του. Ο προσωπικός και εξομολογητικός τόνος αρχικά ξενίζει, αλλά αργότερα συγκινεί τον αναγνώστη, τόσο στη μαρτυρία, όσο και στα συνοδευτικά κείμενα. Τρυφερότητα, περίσσευμα καρδιάς, υποκορισμός φωτίζουν το μεγαλείο ψυχής και ήθους ενός μάρτυρα που καλεί τον γιο του να αναμετρηθεί με την οικογενειακή ιστορία. 



Εδώ μπορεί να ξεκινήσει μια μεγάλη κουβέντα για τη μαρτυρία εν γένει, για τη συνάντηση των μικρών ιστοριών με τη μεγάλη Ιστορία, την κληρονομιά όσων οι γονείς δεν είχαν τίποτα άλλο να αφήσουν παρά μόνο μια πορεία που διδάσκει ανθρωπιά, αξιοπρέπεια και πίστη στο όραμα μιας δικαιότερης κοινωνίας. 

Η μνήμη διατηρεί τα τραύματα ακόμη και σε καιρούς ειρηνικούς. Ωστόσο, πέρα από τη βία της εξορίας, είναι εντυπωσιακό ότι ο αφηγητής δεν κάνει απολύτως καμία κριτική στο Κομμουνιστικό Κόμμα, αν και προδοσίες υπέστησαν αρκετοί από τους πιστούς του, όπως κι ο ίδιος. Τριάντα χρόνια μετά -το κείμενο γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80- η εξομολόγηση παραμένει βαθιά αλλά και νηφάλια, με την απλή διαπίστωση ότι οι σκληρότεροι βασανισμοί δεν αφορούσαν τα ηγετικά στελέχη, αλλά τη βάση του κόμματος. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, τριάντα χρόνια μετά τη συγγραφή της μαρτυρίας, ο Βασίλης Μπογιατζής τοποθετεί τα γεγονότα της ζωής του πατέρα του στο διεθνές κάδρο της ιστορίας και ο σχολιασμός του παρουσιάζει μια σπάνια ισορροπία: από τη μια υποκλίνεται μπροστά στο μαρτύριο του πατέρα κι από την άλλη κρίνει ψύχραιμα όσα αποκαλύφθηκαν εκ των υστέρων για τις ολοκληρωτικές πρακτικές που εδραίωσαν το όραμα για το οποίο θυσιάστηκαν χιλιάδες μάρτυρες σε όλο τον κόσμο. 


***

[1] Χόρχε Σεμπρούν, Ασκήσεις επιβίωσης (μτρφ. Έφη Κορομηλά), Πόλις, Αθήνα 2014.
[2] Απόστολος Μπογιατζής, Μακρονήσι: το βιβλίο που ήθελα ν' αφήσω (μεταγραφή, επιστημονική επιμέλεια, επιλεγόμενα: Βασίλης Μπογιατζής), Πληθώρα, Αθήνα 2019.
[3] Ζαν Αμερύ, Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (μτφρ. Γιάννης Καλλιφατίδης), Άγρα, Αθήνα 2009.

[4] Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι του φωτογράφου Δημήτρη Κλεάνθη. Για το πρότζεκτ του Makronisos δείτε εδώ