Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρτυρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρτυρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022

Οι τελευταίοι κόκκινοι

"Την τρανή μας χώρα οι γονείς μας την πούλησαν για τζιν, Μάρλμπορο και τσίχλες".

Ο Γκορμπατσόφ είναι μυστικός πράκτορας των Αμερικανών... Μασόνος... Πρόδωσε τον κομμουνισμό. Πέταξε τους κομμουνιστές στα σκουπίδια και τους κομσομόλους στη χωματερή! Τον μισώ τον Γκορμπατσόφ επειδή μου έκλεψε την πατρίδα μου. Για μένα, το σοβιετικό μου διαβατήριο είναι το πιο πολύτιμο φυλαχτό μου. Ναι, στεκόμασταν στην ουρά για να πάρουμε μπλαβιασμένα κοτοπουλάκια και σάπιες πατάτες, αλλά ήταν η πατρίδα μας. 


Η κουζίνα σε μας δεν είναι απλώς το μέρος όπου ετοιμάζουμε το φαγητό, αλλά και τραπεζαρία και χώρος υποδοχής, και γραφείο και σκηνή. Είναι το μέρος για τις συλλογικές ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες. Τον δέκατο ένατο αιώνα όλος ο ρωσικός πολιτισμός ζούσε στα κτήματα των αριστοκρατών, τον εικοστό -στις κουζίνες. Και η περεστρόικα ακόμα. Όλη η ζωή της δεκαετίας του '60 είναι ζωή στην κουζίνα. Χάρη στο Χρουστσόφ! Στην εποχή του βγήκαν οι άνθρωποι από τα κοινόβια διαμερίσματα, απέκτησαν ιδιωτικές κουζίνες όπου μπορούσαν να βρίζουν την εξουσία, και κυρίως να μη φοβούνται, επειδή στις κουζίνες όλοι ήταν δικοί μας. 


Ο σοσιαλισμός δεν είναι μόνο στρατόπεδα συγκέντρωσης, ρουφιανιά και σιδηρούν παραπέτασμα, ο σοσιαλισμός είναι ένας δίκαιος, φωτεινός κόσμος: να μοιράζεσαι με όλους, να λυπάσαι τους αδύναμους, να συμμετέχεις στον πόνο του άλλου, και να μην τα μαζεύεις όλα για τον εαυτό σου. Μου λένε: δεν μπορούσες να αγοράσεις ένα αυτοκίνητο. Αλλά κανείς δεν είχε αυτοκίνητα.


Μια συνηθισμένη κομμουνάλκα... Ζουν μαζί πέντε οικογένειες -είκοσι επτά άτομα. Με μια κουζίνα και τουαλέτα. Δυο γειτόνισσες γίνονται φίλες: η μια έχει μια πεντάχρονη κόρη, η άλλη είναι μόνη της. Στις κομμουνάλκες ήταν συνηθισμένο, ο ένας παρακολουθούσε τον άλλον. Κρυφάκουγαν. Αυτοί που είχαν δέκα τετραγωνικά μέτρα δωμάτιο ζήλευαν αυτούς που είχαν είκοσι πέντε τετραγωνικά. Η ζωή... έτσι είναι... και να που μια νύχτα έρχεται ο "μαύρος κόρακας". Συλλαμβάνουν τη γυναίκα με την πεντάχρονη κόρη. Πριν την πάρουν, πρόλαβε να φωνάξει στη φίλη της: "Αν δεν επιστρέψω, πάρε την κορούλα μου. Μην την αφήσεις στο ορφανοτροφείο". Κι εκείνη πήρε κοντά της το παιδί. Της έγραψαν ένα δεύτερο δωμάτιο... Το κοριτσάκι άρχισε να τη φωνάζει μαμά... "μαμά Άνια"... Πέρασαν δεκαεπτά χρόνια. Μετά από δεκαεπτά χρόνια επέστρεψε η πραγματική μαμά. Φιλούσε τα χέρια και τα πόδια της φίλης της. Τα παραμύθια συνήθως τελειώνουν σε αυτό το σημείο, η ζωή όμως έχει άλλο τέλος. Χωρίς χάπι εντ. Επί Γκορμπατσόφ, όταν άνοιξαν τα αρχεία, ρώτησαν την πρώην κατάδικο: "θέλετε να κοιτάξετε τον φάκελό σας;".  -"Θέλω". Πήρε τον φάκελό της... τον άνοιξε... Πάνω πάνω η καταγγελία... με τον γνώριμο γραφικό χαρακτήρα. Ήταν η γειτόνισσα... Η "μαμά Άνια"...


Στην αρχή της προεδρίας του, ο Γιέλτσιν ορκιζόταν πως θα πέσει στις γραμμές του τρένου αν επέλθει πτώση του επιπέδου ζωής. Το επίπεδο ζωής όχι μόνο έπεσε, κατακρημνίστηκε. Ωστόσο ο Γιέλτσιν δεν έπεσε στις γραμμές του τρένου. Έπεσε διαμαρτυρόμενος το φθινόπωρο του 1992 ο γέρος στρατιώτης Τιμεριά Ζινάτοφ...


Τα τελευταία είκοσι χρόνια η εικόνα άλλαξε κάμποσες φορές ριζικά. Και το αποτέλεσμα; "Έξω ο Πούτιν!" και "Έξω ο Πούτιν!" -σαν λιτανεία το λένε και το ξαναλένε. Δεν πάω σε τέτοιου είδους παραστάσεις. Θα φύγει ο Πούτιν και θα κάτσει στον θρόνο κάποιος νέος μονάρχης. Όπως έκλεβαν, έτσι και θα συνεχίσουν να κλέβουν. Θα μείνουν πίσω βρόμικες πολυκατοικίες, παρατημένοι γέροι, κυνικοί υπάλληλοι και ξεδιάντροποι τροχονόμοι... και το μπαχτσίσι θα θεωρείται φυσικό πράγμα... Ποιο το νόημα του να αλλάζουμε κυβερνήσεις όταν δεν αλλάζουμε εμείς οι ίδιοι; Δεν πιστεύω σε κανενός είδους δημοκρατία στη χώρα μας. Είμαστε ανατολίτικο κράτος... Φεουδαρχικό... Για διανοούμενους έχουμε παπάδες... 


Οι άνθρωποι στη χώρα μας είναι καλοί, αλλά ο λαός είναι κακός. [...] Αν ρίξεις μια ματιά στο λεξικό του Νταλ, θα δεις πως η λέξη "καλοσύνη" (ντομπροντά) προέρχεται από τη λέξη "καλοπερνώ" (ντομπροβάτ) -ζω στην αφθονία, καλά... που σημαίνει ότι υπάρχει όταν υπάρχει σταθερότητα και αξιοπρέπεια. Και όλα αυτά εμείς δεν τα έχουμε. Το κακό δεν προέρχεται απ' τον Θεό.

***

[1] Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, Το τέλος του κόκκινου ανθρώπου (μτφρ.: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου), Πατάκης, Αθήνα 2020.
[2] Φωτογραφίες: Bert Teunissen. Από το πρότζεκτ "Domestic landscape". 

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Μαρία Μπέικου: Η γυναίκα στον ΕΛΑΣ


Μαζί με τους άντρες της ομάδας σου θα φκιάξεις κι εσύ τον εαυτό σου πιο καλά. Μέσα στη ζωή, στον αγώνα, στην πάλη καθένας δημιουργιέται. Έτσι κι εσύ μαζί μ’ αυτούς θα δημιουργιέσαι.
Γιώργη Γρίβα, Καινούργιοι άνθρωποι, "Εκδοτικό Νέα Ελλάδα", 1955

Είχαμε, φυσικά, σαν νέα παιδιά, κάποια ερωτικά σκιρτήματα, αλλά το φλερτ μας έφτανε ως ένα σημείο. Μετά, στον ΕΛΑΣ, υπήρχε απαγόρευση, σχεδόν ούτε φλερτ. Στην επαρχία γίνονταν διάφορα σχόλια, ότι αυτές που πηγαίνουνε με τα αγόρια σε διάφορες συναντήσεις είναι του δρόμου... και θέλαμε να διατηρήσουμε μια καθαρότητα στις σχέσεις μας, για να μη βεβηλώνεται ο σκοπός. Τα προσωπικά μας έμπαιναν σε τελευταία μοίρα. Τo βασικό ήταν η οργάνωση. 

Οι γυναίκες νομίζω ότι πάνω απ' όλα κέρδισαν αυτοπεποίθηση. Κολακεύτηκαν. Αναγνωριζόταν αυτό που έκαναν, γιατί σύμφωνα με τις καθιερωμένες παραδόσεις, σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής, η κοπέλα έπρεπε να κάνει συγκεκριμένα πράγματα, αυτό κι αυτό. Στη Ρούμελη υπήρχαν περιπτώσεις όπου η γυναίκα περπατούσε κουβαλώντας και γνέθοντας στο δρόμο κι ο άντρας καβάλα πήγαινε μπροστά. Το είδα. Στα χωριά το είδα αυτό. 
Όταν οι γυναίκες μπήκανε στο λαϊκό στρατό, παίχτηκε αλλιώς το παιχνίδι. Απέκτησαν καινούρια καθήκοντα. Συμβάλαμε στη δημιουργία κλίματος αλληλεγγύης, τάξης και πειθαρχίας, το γυναικείο τμήμα επηρέασε θετικά την όλη συμπεριφορά των ανταρτών. Φυσικά, πολύς κόσμος δεν έβλεπε με καλό μάτι τη συμμετοχή μας στο στρατό και πολλοί μας θεωρούσαν ανήθικες. 


Οι ταλαιπωρίες, ειδικά για τις γυναίκες, ήταν φοβερές. Τo θέμα της καθαριότητας μας δυσκόλευε πολύ, δεν ήταν εύκολο να βρούμε σαπούνι, ζεστό νερό. Το πρώτο διάστημα δεν είχαμε καν περίοδο. Σε όλες μας είχε κοπεί από τις κακουχίες κι από τη δυσκολία του οργανισμού να προσαρμοστεί. Άλλο να είσαι σπίτι σου με μια ζωή που κυλάει κι άλλο να είσαι στο Βουνό. Είχε μπει θέμα. Ο γιατρός που είχαμε μου εξήγησε πως γίνεται μια αναπροσαρμογή του οργανισμού κι εγώ προσπάθησα να το εξηγήσω επιστημονικά στις μαχήτριες. Αλλά και γι' αυτές τις λίγες που δεν τους είχε κοπεί, η περίοδος αποτελούσε ένα επιπλέον πρόβλημα. Έπρεπε να πλένουνε τα πανάκια, όποτε βρίσκανε νερό, να ανάβουνε φωτιά να τα στεγνώσουνε, όποτε υπήρχε ο χρόνος, προσπαθώντας να μη βλέπουνε οι άντρες. 

Όπως και στον ΕΛΑΣ, όπου μαθαίναμε όλες τις κοπέλες που δεν ήξεραν να γράφουν και να διαβάζουν, έτσι και στον Δημοκρατικό Στρατό, κάναμε μαθήματα. Αυτό ήταν ένα από τα πρώτα καθήκοντά μας, δηλαδή όσες δεν ήξεραν γράμματα τις μαθαίναμε. Είχαμε βιβλία και διαβάζαμε. Τα κουβαλούσαμε σαν κόρη οφθαλμού. Από εκείνα που είχαμε μαζί μας, θυμάμαι το βιβλίο του Μπορίς Μπλεβόι "Ένας πραγματικός άνθρωπος", που είχε γίνει και κινηματογραφική ταινία στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Το βιβλίο αναφερόταν σε έναν αεροπόρο που τον είχαν ακρωτηριάσει και πέταξε με ξύλινα πόδια, αλλά και ότι πήρε μέρος σε αερομαχίες και έριξε εχθρικά αεροπλάνα. Αυτό το φέρναμε σαν παράδειγμα, βέβαια. Δεν ήταν και κάτι εύκολο να τα κουβαλάς στο σακίδιο[1]. 


ΔΙΑΦΩΤΙΣΗ: Συνήθως τα απογεύματα γίνεται ανάλυση του δελτίου, γιατί τότε είναι λίγο ξεκούραστες. Όμως, απαραίτητα θα διαβαστεί και θα αναλυθεί το δελτίο. Ευκαιριακά διαβάζονται ορισμένες μπροσούρες ή βιβλία, περισσότερο όμως ομαδικά ο γυναικείος Τύπος, και αναλύονται. Δίνεται προσοχή στα ξεχωριστά κομμάτια που βοηθούν στη διαπαιδαγώγηση και γίνεται και συζήτηση γύρω απ' αυτά. Εκείνο που προσπαθήσαμε στο σημείο αυτό είναι να κάνουμε τις μαχήτριές μας ν' αγαπήσουν το βιβλίο και γενικά το διάβασμα, ώστε μόνες τους να το συζητάνε και να το επιδιώκουν. Γύρω απ' αυτό κάνουμε συζητήσεις για το τι έγινε σήμερα, τι χαρακτηριστικό υπάρχει ακόμα απ' τα βιβλία, τα ενδιαφέροντα κομμάτια που δεν ζαλίζουν και είναι ευχάριστα. 

Στις συσκέψεις που γίνονταν στο Μπουρέλι υπήρχε η αισιοδοξία ότι θα αλλάξουν τα πράγματα και θα επιστρέψουμε στην Ελλάδα, και εμείς οι γυναίκες θα παίξουμε έναν σημαντικό ρόλο στην κοινωνία. Πιστεύαμε ότι θα 'ρθει καιρός που -έχοντας σαν παράδειγμα, ας πούμε, τη Σοβιετική Ένωση, όπου η γυναίκα ήτανε τάχα ισότιμη με τον άντρα και δημιουργούσε- και εμείς θα εκχερσώναμε τη γη με τα τρακτέρ και θα παίρναμε μέρος σε όλες τις δραστηριότητες για να αναπτύξουμε τη χώρα μας. Πιστεύαμε τότε πως θα κάνουμε μια Ελλάδα ελεύθερη όπου η γυναίκα θα είναι ισότιμη με τον άντρα και θα απολαμβάνει απόλυτη ελευθερία. 

***

[1] Η Μαρία Φέρλα-Μπέικου γεννήθηκε στην Ιστιαία το 1925. Έφυγε για την Αθήνα για να σπουδάσει στην Ιατρική, την οποία παράτησε όταν αποφάσισε να υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ πλαστογραφώντας την υπογραφή του πατέρα της. Υπήρξε Επονίτισσα, καπετάνισσα του ΕΛΑΣ, υπεύθυνη της Δημοκρατικής Ένωσης Γυναικών και μαχήτρια του ΔΣΕ. Μετά το τέλος του Εμφυλίου κατέφυγε στην Τασκένδη, όπου συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου, την Άλκη Ζέη, τον Μάνο Ζαχαρία, τον Αντώνη Βογιάζο και άλλους. Σπούδασε στο Κρατικό Πανενωσιακό Ινστιτούτο Κινηματογραφίας της Μόσχας, γνώρισε και αγάπησε ανθρώπους όπως ο Μιχαήλ Ρομ και ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Δούλεψε πολλά χρόνια ως εκφωνήτρια στον Κρατικό Ραδιοφωνικό Σταθμό Μόσχας. Το 1945, και ενώ υπηρετούσε στον ΕΛΑΣ, παντρεύτηκε τον Γεωργούλα Μπέικο με τον οποίο επανασυνδέθηκαν το 1961. 

[2] Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: 
Μαρία Μπέικου, Αφού με ρωτάτε να θυμηθώ (εισαγωγή: Τασούλα Βερβενιώτη), εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2010.  

Μαρία Μπέικου: πρώτες μέρες στην Τασκένδη


Η Μαρία Μπέικου γεννήθηκε στην Ιστιαία το 1925. Έφυγε για την Αθήνα για να σπουδάσει στην Ιατρική, την οποία παράτησε όταν αποφάσισε να υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ πλαστογραφώντας την υπογραφή του πατέρα της. Υπήρξε Επονίτισσα, καπετάνισσα του ΕΛΑΣ, υπεύθυνη της Δημοκρατικής Ένωσης Γυναικών και μαχήτρια του ΔΣΕ. Μετά το τέλος του Εμφυλίου κατέφυγε στην Τασκένδη, όπου συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου, την Άλκη Ζέη, τον Μάνο Ζαχαρία, τον Αντώνη Βογιάζο και άλλους. Σπούδασε στο Κρατικό Πανενωσιακό Ινστιτούτο Κινηματογραφίας της Μόσχας, γνώρισε και αγάπησε ανθρώπους όπως ο Μιχαήλ Ρομ και ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Δούλεψε πολλά χρόνια ως εκφωνήτρια στον Κρατικό Ραδιοφωνικό Σταθμό Μόσχας. Το 1945, και ενώ υπηρετούσε στον ΕΛΑΣ, παντρεύτηκε τον Γεωργούλα Μπέικο με τον οποίο επανασυνδέθηκαν το 1961. 

Στην μαρτυρία της περιγράφει γλαφυρά το ταξίδι των πολιτικών προσφύγων στις Λαϊκές Δημοκρατίες, όταν κρυμμένοι στα αμπάρια φορτηγών πλοίων ταξίδεψαν με προορισμό τα λιμάνια της Βαλτικής και τη Σοβιετική Ένωση. Για τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες η προσαρμογή στην Τασκένδη ήταν αδύνατη. Οι μαχητές του ΔΣΕ δεν ήξεραν να μιλούν ρώσικα και δυσκολεύονταν να συνεννοηθούν με τους ντόπιους. Οι διατροφικές τους συνήθειες ήταν διαφορετικές και δεν μπορούσαν συνηθίσουν τα φαγητά των Ουζμπέκων. Οι περισσότεροι ήταν αγρότες που δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους εργοστάσιο. Τώρα θα μετατρέπονταν σε βιομηχανικούς εργάτες που ψυχαγωγούνται παίζοντας ντόμινο, ντάμα, σκάκι και ακούγοντας κλασική μουσική στο γραμμόφωνο. 

Όταν πήγαμε στην Τασκένδη, μας εγκαταστήσανε σε κάποιους στρατώνες που είχανε κατασκευάσει Ιάπωνες αιχμάλωτοι. Ήταν κανονικοί στρατώνες, με θαλάμους που χωρούσαν άλλος ογδόντα, άλλος σαράντα διπλά κρεβάτια. Υπήρχαν και μερικοί μικρότεροι θάλαμοι. Μας μοίρασαν στις λεγόμενες πολιτείες, που βρίσκονταν κοντά σε βιομηχανικές μονάδες. Τη δική μας φουρνιά την εγκατέστησαν στην 4η πολιτεία, η οποία βρισκόταν σε μια βιομηχανική μονάδα παραγωγής ηλεκτρικών καλωδίων. Αυτό το εργοστάσιο κατασκεύαζε καλώδια, μεγάλα, μικρά, μικρότερα. 
Στην Τασκένδη μάς έδωσαν καινούρια ρούχα. Τα όπλα τα είχαμε παραδώσει στην Αλβανία. Εγώ όμως είχα κρατήσει την μπρέντα μου, το πιστόλι μου, το οποίο παρέδωσα στην Τασκένδη όταν πια κατάλαβα ότι η επιστροφή στην πατρίδα θα αργούσε...


Βρισκόμασταν στην ξενιτιά, την οποία δεν επιλέξαμε, ήταν υποχρεωτική παραμονή. Στην Τασκένδη νιώσαμε ότι ήμασταν κάπου πολύ μακριά από τη χώρα μας, στο άγνωστο. Τότε αισθανθήκαμε αυτό το κενό μέσα μας. Ένα μεγάλο κενό. Και εκεί άρχισε το δράμα, γιατί ογδόντα γυναίκες σε έναν θάλαμο, σε άλλον σαράντα, σε άλλον είκοσι... Και έλεγαν οι γυναίκες: "Πού μας φέρατε;" Πώς να διαφωτίσεις αυτόν τον κόσμο, πώς να τους πεις ότι θα επιστρέφαμε σύντομα! Οι γυναίκες έμεναν ξαπλωμένες στα κρεβάτια τους και δεν ήθελαν να βγουν έξω. Λέγανε μόνο: "Γυρίστε μας πίσω". Τις πρώτες μέρες σηκώνονταν μόνο για να πάνε στην τουαλέτα, δεν άνοιγαν τα παράθυρα, δεν έτρωγαν, δεν έπιναν ούτε νερό. Ήταν τρομερό. Δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν. Δεν ήταν ότι δεν θέλανε. Κι εγώ προσπαθούσα να τις πείσω ότι ήρθαμε εδώ για το καλό μας, ότι εδώ θα δουλέψουμε, θα σπουδάσουμε και μετά θα επιστρέψουμε. Η προσαρμογή ήταν πολύ δύσκολη, πάρα πολύ δύσκολη. Κι εγώ ήμουν υπεύθυνη. 


Λέγαμε ότι φταίει ο ξένος παράγοντας, ότι επενέβησαν οι Αμερικάνοι. Την αλήθεια λέγαμε. Στην προκειμένη περίπτωση λέγαμε την αλήθεια. Κι ότι, μόλις εξομαλυνθεί η κατάσταση, θα επιστρέψουμε κι ότι εδώ, στη Σοβιετική Ένωση, θα μας περιθάλψουν. Είναι γεγονός ότι μας περιποιήθηκαν, και μην ξεχνάμε πως είχαν περάσει μόλις τέσσερα χρόνια από τις ταλαιπωρίες και τις θυσίες του σοβιετικού λαού στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η Σοβιετική Ένωση είχε αιμορραγήσει πολύ. Μας τροφοδοτούσαν από το υστέρημά τους. Τα φαγητά τους όμως δεν μπορούσαμε να τα φάμε. Είχαν άλλες συνήθειες. Αφού είδαν ότι δεν τρώμε τα φαγητά που μαγείρευαν, μας ρώτησαν τι θέλαμε να φάμε και όλοι με ένα στόμα είπαμε:"Φασόλια!" Μας έφεραν φασόλια και τα μαγείρεψαν, αλλά τα είχαν μαγειρέψει διαφορετικά και δεν τα φάγαμε. Και τελικά μας ρώτησαν "Έχετε μάγειρα δικό σας;" Απαντήσαμε: "Ναι". Και τότε η κατάσταση στο φαγητό βελτιώθηκε πολύ. 

Τον πρώτο καιρό κάτι γινόταν κάθε μέρα κι είχα πολλή δουλειά. Συνέχεια με ευθύνες. Είχαμε ένα πολύ αυστηρό πρόγραμμα για όλη την ημέρα. Τα ρώσικα τα μάθαινα τη νύχτα -μας είχανε δώσει βέβαια δασκάλους, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό, έπρεπε και μόνος σου να ασχοληθείς με τη γλώσσα. 

Η Κυριακή ήταν αργία και δεν είχα ασχολίες. Οι γυναίκες πήγαιναν στις άλλες πολιτείες, όπου είχαν τους δικούς τους. Έφευγαν. Θυμάμαι, όταν ήμουν στην 4η πολιτεία, την Κυριακή πήγαινα σε έναν παραπόταμο που περνούσε μέσα από την πολιτεία και είχε μια ιτιά και εγώ καθόμουν κάτω από την ιτιά και έκλαιγα. Μόνο την Κυριακή μπορούσα να κλάψω. 

***

[1] Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο:
Μαρία Μπέικου, Αφού με ρωτάτε, να θυμηθώ... (Εισαγωγή: Τασούλα Βερβενιώτη), Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2010. 
[2] Στις φωτογραφίες:
α) Η Μαρία Μπέικου σε νεαρή ηλικία. 
β) Οι μαχητές του ΔΣΕ Γιάννης Παρασκευόπουλος από την Αναγέννηση Σερρών και Πανωραία Μπαλτά-Παρασκευοπούλου από την Πυρσόγιαννη Κόνιτσας. Τασκένδη, 1950. 
γ) Το ελληνικό μουσικό συγκρότημα "Απόλλων". Τασκένδη, 6η πολιτεία, 1970. Από το αρχείο της Μάρθας Τριανταφυλλίδου. 
δ) Μαχητές του ΔΣΕ από τη Λυκόρραχη Κόνιτσας, Τασκένδη 1950. Από το αρχείο της Τζούλιας Φασουλή. 
ε) Τασκένδη, Πρωτομαγιά 1963.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

Άλκη Ζέη: Αναμνήσεις από την Τασκένδη ΙΙ

Τασκένδη, 1956


Έγινε το 20ό συνέδριο και ξαφνικά ο κήπος αυτός κι όλο το σπίτι μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Στο 20ό συνέδριο  του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης ο Στάλιν, που σαν πέθανε το 1953 τον έκλαψε όλη η Σοβιετική Ένωση, για να μην πω όλος ο προοδευτικός κόσμος πάνω στη γη, γκρεμίστηκε από το βάθρο του. Μάθαμε για εγκλήματα, για στρατόπεδα συγκέντρωσης. Βέβαια, στην  Τασκένδη τα νέα έφταναν πιο αργά και τμηματικά. 

Σε ένα μεγάλο θέατρο ετοίμαζαν μια γιορτή για τον Ζαχαριάδη και ξαφνικά θόρυβος και αναμπουμπούλα. Διαδίδεται πως ο Ζαχαριάδης έφυγε κρυφά. Ο κόσμος σκορπίζεται, τρέχει στις πολιτείες του και πολλοί στην 14η, που βρίσκεται η διοίκηση του Κ.Κ Τασκένδης, να μάθουν τι συμβαίνει. Η κεντρική επιτροπή έχει ταμπουρωθεί στο κτίριο που είναι τα γραφεία. Ο κόσμος που είναι μαζεμένος απ' έξω φωνάζει: "Να φύγετε, να φύγετε. Τώρα θα τα μάθουμε όλα, γιατί μας φέρατε ως εδώ". Οι ταμπουρωμένοι πετάνε από τα παράθυρα τούβλα και καρεκλοπόδαρα. Μα και οι κάτω αρχίζουν να δέρνονται μεταξύ τους. Άγριο ξύλο. "Πώς τολμάτε να βρίζετε τον αρχηγό!" Αμέσως χωρίζονται σε ζαχαριαδικούς και αντιζαχαριαδικούς. 

Η Άλκη Ζέη στην Πράγα
Ήρθε στο σπίτι μας ο Ιάκωβος που έμενε στο διπλανό μας δωμάτιο και μας έφερε τα νέα. "Σκοτώνονται στη δέκατη τέταρτη πολιτεία". Κι εκεί, στον ήρεμο κηπάκο μας, παραταχτήκαμε ξαφνικά σε δυο στρατόπεδα. Ζαχαριαδικοί και αντιζαχαριαδικοί, δηλαδή δογματικοί και αντιδογματικοί. Οι μισοί πιστέψαμε πως αρχίζει καινούργια ζωή και οι άλλοι θέλανε με πείσμα να κρατηθούν σε ό,τι και σε όποιον πιστέψανε ως τα τώρα. Ο Γιώργος πήγε στους φίλους μας, τους καθηγητές τους Σοβιετικούς, να μάθει τα νέα και τα έμαθε, για τον Στάλιν, τα στρατόπεδα, και τότε αυτοί ομολόγησαν πως ήταν εξορία στην Τασκένδη. 

Γύρισε γρήγορα γιατί ανησυχούσε. Στους δρόμους οι δικοί μας δέρνονται, η αστυνομία τα έχει χάσει και μαζεύει να περιθάλψει τους δαρμένους. Οι Ουζμπέκοι, αυτοί πια τα έχασαν εντελώς. Είχαν τους Έλληνες για φιλήσυχο λαό, με τα τραγούδια τους και τις γιορτές τους. Τι πάθανε ξαφνικά; Τι πάθαμε; 

Μεσάνυχτα. Στο σπίτι μας μπαινοβγαίνει κόσμος. Ο Ζαχαρίας, ο Γιαννίδης και όλο το θεατρικό τμήμα, που όλοι είναι αντιδογματικοί. Οι πόρτες όλων των δωματίων είναι ανοιχτές. Μπαινοβγαίνει ο ένας στο δωμάτιο του άλλου και βρίζονται. Στο δικό μας έρχονται και βρίζουν. Βρίζουν εμένα δηλαδή. Τον Γιώργο τον σέβονται όλοι. Ήρθε και η Κλάρα που θυμήθηκε πως, όταν ήρθα στην Τασκένδη, της πήρα το δωμάτιό της. Ποια νομίζω ότι είμαι. Αυτή πολέμησε στο βουνό και έχει και τραύμα. Εγώ που κατέφτασα σαν κυρία και ρώτησα πού είναι το μπάνιο; Έκανε να με αρπάξει από τα μαλλιά, μα τη σταμάτησαν οι άλλοι κι ο Γιώργος την έβγαλε από το δωμάτιο. Ξαφνικά η κόρη μου, τεσσάρων μηνών, άρχισε να κλαίει, ξέχασα να τη θηλάσω! Η νύχτα προχωράει, μα κανείς δε λέει να φύγει. 

***

[1] Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, Πρακτικά Ημερίδας, Ίδρυμα της Βουλής των ΕλλήνωνΑθήνα 2011.

Άλκη Ζέη: Αναμνήσεις από την Τασκένδη Ι


Κόσμος παράξενος κυκλοφορεί, σαν να βγήκαν από παραμύθια της Χαλιμάς. Άντρες και γυναίκες ντυμένοι με καφτάνια πολύχρωμα. Κοπέλες με τα μαλλιά πλεγμένα σε αμέτρητες κοτσίδες. Όλοι με λοξά μάτια και εξογκωμένα μήλα. Οι Ουζμπέκοι. Ανάμεσά τους άλλος κόσμος, ξανθοί και γαλανομάτηδες με παλιομοδίτικα ρούχα και οι περισσότερες γυναίκες, φορούν παπούτσια χοντροτάκουνα κι αυτά που φορούσαν στην Ελλάδα πριν από τον πόλεμο. Είναι Ρώσοι. 

Εκτός από την κεντρική λεωφόρο και λιγοστούς δρόμους ακόμα που είναι ασφαλτοστρωμένοι, οι υπόλοιποι είναι χωματόδρομοι. Μεγάλα άχαρα κτίρια που μοιάζουν περισσότερο με στρατώνες. Στην κεντρική πλατεία, όμως, ένα τεράστιο δαντελωτό κτίριο, η Όπερα. Πιο πέρα η παλιά πόλη με μικρά σπίτια από πλίνθες, τριγυρισμένα όμως από κηπάκια γεμάτα λουλούδια, κυρίως τριαντάφυλλα και λαχανικά. Ακόμα σε μικρές πλατείες υπάρχουν κάτι ξύλινα περίπτερα με σκεπή και κολόνες. Οι ταϊχανάδες, όπως τους λένε, που αντιστοιχούν με τα δικά μας καφενεία. Κατάχαμα κάθονται άντρες με μακριές γενειάδες, φορούν καφτάνια σφιγμένα στη μέση, ανοιχτά μπροστά, αφήνοντας το στήθος γυμνό, χειμώνα καλοκαίρι. Στο χέρι κρατούν μια κούπα με αχνιστό τσάι και με το άλλο διώχνουν νωχελικά τις μύγες. 

Ένα πρωί, ξύπνησαν οι Ουζμπέκοι και είδαν ξαφνικά έναν περίεργο λαό να κυκλοφορεί ανάμεσά τους, πολλοί άντρες, λιγότερες γυναίκες, όλοι ντυμένοι στρατιωτικά να μιλούν μια παράξενη γλώσσα που σε τίποτα δεν θύμιζε όλες όσες είχαν ακούσει, που δεν ήταν και λίγες. 

Η Άλκη Ζέη στη Ρώμη (1952-1954)
Περίπου δεκαπέντε χιλιάδες υπολογίζουν τους Έλληνες που έφτασαν στην Τασκένδη. Τους μοίρασαν σε 14 πολιτείες όπως τις έλεγαν. Κάθε πολιτεία περιμαντρωμένη σαν στρατόπεδο και μέσα είχε ομοιόμορφα τσιμεντένια κτίρια. Τα είχαν παλιά για Γιαπωνέζους αιχμαλώτους. Τα περιποιήθηκαν όσο μπορούσαν για να δεχτούν δεκαπέντε χιλιάδες κόσμο. Βέβαια έμεναν πολλοί σε κάθε δωμάτιο, μα βρήκαν κρεβάτια με καθαρά σεντόνια. Τα αντρόγυνα έμεναν τρία τρία και χώριζαν τα κρεβάτια και λίγο χώρο ακόμα ίσα ίσα να χωρά μια καρέκλα, με κρεμασμένες κουβέρτες. 

Οι περισσότεροι ήταν από χωριά της Ελλάδας, λίγοι από πιο μεγάλες πόλεις και μετρημένοι στα δάχτυλα Αθηναίοι. Τον πρώτο καιρό κυκλοφορούσαν με στρατιωτικά. Τους έδωσαν ρούχα, μα ίσως ένιωθαν πως ντυμένοι στρατιώτες ήταν έτοιμοι να φύγουν με το πρώτο πρόσταγμα, να γυρίσουν στην Ελλάδα. Δεν είχαν παραδεχθεί πως είχαν νικηθεί. Οι γυναίκες, μάλιστα, δεν ήθελαν καθόλου να βγάλουν τα στρατιωτικά και αναγκάστηκαν οι Σοβιετικοί να πούνε στην καθοδήγηση των Ελλήνων της Τασκένδης να δώσει εντολή να φορέσουν το φόρεμα και το πανωφόρι που πρόσφεραν σε κάθε γυναίκα. "Μ' αυτό το φόρεμα γεννήθηκε η γυναίκα μέσα μας", μου διηγήθηκε η Έλλη, μια γυναίκα από τη Νάουσα. "Όσες ήξεραν να ράβουν διόρθωναν πάνω μας τα φουστάνια που μας έδωσαν. Πολλές ήταν στο βουνό δύο και τρία χρόνια. Τα μαλλιά κοτσίδες, πού καιρός για χτένισμα. Αρχίσαμε να κόβουμε τα μαλλιά μας, να τα τυλίγουμε σε ρολά, να περιποιόμαστε". 

Η Τασκένδη είχε πολλά εργοστάσια. Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την παραγωγή και επεξεργασία βαμβακιού. Υπήρχε εργοστάσιο, εκκοκκιστήριο, υφαντουργείο, κλωστοϋφαντουργείο, αλλά και εργοστάσιο για ράδιο, λάμπες αεροπλάνων, υποβρυχίων. Εργοστάσιο βαριάς βιομηχανίας, εργοστάσιο παραγωγής μπύρας, σαμπάνιας και άλλα πολλά. Το Ουζμπεκιστάν είναι πλούσιο σε πρώτες ύλες, φυσικό αέριο, πετρέλαιο, πλούσιο σε γεωργικά προϊόντα. 

Εγώ έφτασα στην Τασκένδη τον Απρίλη του 1954. Ύστερα από δύο χρόνια που έμεινα στη Ρώμη περιμένοντας τη σοβιετική βίζα. Πολύ αργότερα κατάλαβα πως αν ήθελε ο Ζαχαριάδης θα μιλούσε στους Σοβιετικούς και θα την έπαιρνα σε λίγες μέρες. Αλλά δεν μίλησε γιατί ο Γιώργος δεν ήτανε από τους κολλητούς του. 

Μια φορά τον συνάντησα στη ζωή μου τον Ζαχαριάδη, λίγο αφού έφτασα στην Τασκένδη. Ήρθε για ένα συνέδριο. Καθόμουνα κοντά στον διάδρομο, στην αίθουσα του συνεδρίου. Ο Ζαχαριάδης πέρασε από δίπλα μου. Κάποιος φαίνεται τον πληροφόρησε ποια είμαι. Κοντοστάθηκε, με κοίταξε και είπε: "Σου ψήσαμε το ψάρι στα χείλι για να σε φέρουμε". 

***

[1] Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, Πρακτικά Ημερίδας, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2011.

Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

"Πίσω από το γαλανόλευκο παραπέτασμα"

Μαρτυρία από τη Μακρόνησο

Η εμπειρία των βασανιστηρίων δεν είναι μόνο, ίσως ούτε καν κυρίως, εμπειρία του πόνου, της αβάσταχτης μοναξιάς του πόνου. Είναι επίσης, ίσως και προπαντός, εμπειρία της αδελφοσύνης.
Χόρχε Σεμπρούν, Ασκήσεις επιβίωσης[1]



Για τη Μακρόνησο έχουν ακουστεί και γραφτεί πολλά. Η προπαγανδιστική αφήγηση του μετεμφυλιακού κράτους παρουσίαζε το νησί ως αναμορφωτήριο, χώρο αναψυχής, ξεκούρασης και ανάρρωσης μετανοημένων κομμουνιστών. Από την άλλη, ο Γιώργης Λαμπρινός με το βιβλίο του Μακρονήσι το 1949 και ο Θέμος Κορνάρος με τη συλλογή Γράμματα απ' το Μακρονήσι το 1952 υπήρξαν οι πρώτοι που μίλησαν για κολαστήριο. Η εικόνα ενός εφιαλτικού χώρου εγκλεισμού και μαζικής βίας προκάλεσε τις πρώτες ρωγμές στο επίσημο αφήγημα, που έτσι κι αλλιώς επρόκειτο να διαρραγεί από τις μαρτυρίες κρατουμένων, συγγενικών και φιλικών τους προσώπων. Τα βιβλία που προαναφέρθηκαν, βέβαια, δεν κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα. Εκδόθηκαν στο Βουκουρέστι από τον εκδοτικό οίκο που είχε ιδρύσει το παράνομο ΚΚΕ για να διαφωτίζει τους έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες που μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου είχαν καταφύγει στις Λαϊκές Δημοκρατίες. 

Αυτός ο περίπατος των έξι επτά ωρών, η μόστρα από τους ΑΜ και η μόστρα της πολιτείας Μακρονήσι και ξανά πάλι βόλτα, ήταν ένα από τα ψυχολογικά και βασανιστικά σχέδια σε βάρος των κρατουμένων. Η θάλασσα λίμνη, και βασανίζουμαι: "Τι μπορεί να γίνει; Πώς θα μας βγάλουν έξω;"
Εγώ κοίταζα τα τσαντίρια αραδιασμένα πολλά-πολλά, πλατείες, εξωραϊσμούς, δρόμους, μικρά σπιτάκια ολόλευκα και πολλές κολόνες ηλεκτρικού και πολλά φώτα. Διακρίνονταν ακόμα και πολλά μεγάφωνα. [...] Έξω διέκρινα από τα πολλά φώτα με πολύ μεγάλα γράμματα: "Ζήτω ο βασιλιάς Παύλος", "Ζήτω το Έθνος", με κάτασπρα, ασβεστωμένα γράμματα στις πλαγιές. [2] 



Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος καλεί τα φαντάσματα της ζωής του για να αφήσει στα παιδιά του την κληρονομιά τους, μιας και "έχασε τόσες ευκαιρίες να πεθάνει νέος", όπως γράφει ο Χόρχε Σεμπρούν. Μοιάζει ευκολότερο να μιλήσει κανείς για τον θάνατο, παρά για τον πόνο ενός σώματος που βασανίζεται. Στις "Ασκήσεις επιβίωσης", ο Σεμπρούν υπογραμμίζει ότι το βασανιστήριο εκπλήσσει τη σάρκα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το σώμα υποφέρει αγριότερα  από ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. 


Και το ξύλο έπεφτε μέσα στα καΐκια. Αυτά τα θεριά να βαράνε με τα κλομπς, ένας κράταγε καντρόνι. Είχαν αποκάμει οι κρατούμενοι και μόλις άρχισε το ξύλο αυτοί κοιμόντουσαν και όταν άνοιξαν τα μάτια τους βρέθηκαν στην κόλαση. Το περίεργο είναι ότι είχαν όρεξη. Και πού βρέθηκε τέτοια όρεξη για ξύλο, να χτυπούν αλύπητα στις δύο η ώρα τη νύχτα; [...] Να δεις, τι να πρωτοδείς, να πιάσουμε όλη την εικόνα, όλο τον περίγυρο, από τα καΐκια που βγαίνει ο κόσμος, να πέφτει το ξύλο, ο εξωραϊσμός, η ομορφιά αντίθεση με τις πράξεις, η φάλαγγα που τη βάζουν στη σειρά, εις παράταξη, διμοιρίες και τα κλομπς, μια εικόνα τρόμου. 



Στην έκδοση-μαρτυρία του για τη Μακρόνησο με τίτλο Μακρονήσι: Το βιβλίο που ήθελα ν' αφήσω, ο Απόστολος Μπογιατζής αφηγείται την οδυνηρή προσωπική του ιστορία. Φυλακίσεις, εξορίες, απηνείς διωγμοί, στρατοδικεία, κι όμως, σε πείσμα όλων, βγήκε ζωντανός και με σώας τας φρένας. Οι περιγραφές των βασανιστηρίων είναι γροθιά στο στομάχι και σκόπιμα δεν παρατίθενται εδώ. Η θύμηση του παρελθόντος γίνεται χωρίς ίχνος "αυταρέσκειας" και το βάρος δίνεται πάντοτε στη γενναιότητα του συντρόφου. Άλλωστε, στη Μακρόνησο "κανείς δεν υπήρξε μπροστάρης". 

Όμως ο ένας τράβαγε τον άλλον και το μεγάλο κουράγιο από αυτή τη μάχη έδωσε και πήρε το αγωνιστικό ανάστημα που σήκωσε και πήρε το παλικαρίσιο ανάστημα του κομμουνιστή. 



Μακρονήσι. Αυτό τον τίτλο έχω γι' αυτό το βιβλιαράκι που θ' αφήσω ενθύμιο για τον τιτάνιο αγώνα που έκανα και πίστεψα και αγάπησα και ρήμαξα και καταστράφηκα από τη ρίζα, από παιδιά, από γυναίκα και αδερφό και έμεινα στον δρόμο. Όμως έζησα, έζησα γιατί αγαπούσα τον αγώνα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. 

Η μαρτυρία του Απόστολου Μπογιατζή περιλαμβάνει πολλές πληροφορίες για την καθημερινότητα των κρατουμένων, τις μεθόδους βασανισμού, την εναλλαγή των ρόλων θύματος-θύτη ("όπως έσπασα εγώ θα σπάσεις κι εσύ!"), την υπογραφή της δήλωσης μετανοίας, τα στρατιωτικά εμβατήρια, τα μαθήματα "διαφώτισης" που έκαναν πολλούς επισήμους να μιλούν για το "θαύμα της Μακρονήσου" (που παραλληλίστηκε ακόμη και με τον Παρθενώνα), τη μαζική εξόντωση του αμετανόητου Α' Τάγματος και τη μαζική απόπειρα αυτοκτονίας περίπου τριάντα παιδιών που κατάπιαν κουτάλια για να ξεψυχήσουν προτού βασανιστούν στο καμίνι, στη θάλασσα, στη φάλαγγα. Σ' αυτή την κόλαση, μόνο η αίσθηση αλληλεγγύης για τον απομακρυσμένο σύντροφο βοηθούσε τον κρατούμενο να αντέξει τον ανυπόφορο πόνο του βασανιστηρίου και την απομόνωση. Μόνο η θέα μιας σφιγμένης γροθιάς που δεν υπέγραψε. 

Όποιος έχει βασανιστεί σε στρατόπεδο παύει να αισθάνεται τον κόσμο οικείο, είχε γράψει ο Ζαν Αμερύ[3]. Αλλά ο Απόστολος Μπογιατζής δεν έχασε στιγμή την πίστη του στον κόσμο. Μπορεί να είναι αδύνατο να νιώσει στη Μακρόνησο την ομορφιά της ζωής και της φύσης, τις ανακαλεί όμως στη μνήμη του τριάντα χρόνια μετά. Άλλωστε, πρόκειται για έναν άνθρωπο που αντιστάθηκε ακόμη και στη συντηρητική ηθική του κόμματός του προκειμένου να συνεχίσει να ζει και να αγαπά.



Η μαρτυρία διασώθηκε, μεταγράφηκε και σχολιάστηκε από τον γιο του αφηγητή, Βασίλη Μπογιατζή, ιστορικό, ο οποίος ανέλαβε την επιστημονική τεκμηρίωση και  επιμέλεια της έκδοσης. Οι υποσημειώσεις περιέχουν πολλές ιστορικές πληροφορίες και τεκμήρια και μαρτυρούν πρωτοφανή εκδοτική φροντίδα. Επιπλέον, ο Βασίλης Μπογιατζής εμπλούτισε το υλικό με προλογικό σημείωμα και αρκετά εκτενή επίλογο, όπου πιάνει το νήμα της αφήγησης του πατέρα και, κατά κάποιο τρόπο, ολοκληρώνει τη βιογραφία του. Ο προσωπικός και εξομολογητικός τόνος αρχικά ξενίζει, αλλά αργότερα συγκινεί τον αναγνώστη, τόσο στη μαρτυρία, όσο και στα συνοδευτικά κείμενα. Τρυφερότητα, περίσσευμα καρδιάς, υποκορισμός φωτίζουν το μεγαλείο ψυχής και ήθους ενός μάρτυρα που καλεί τον γιο του να αναμετρηθεί με την οικογενειακή ιστορία. 



Εδώ μπορεί να ξεκινήσει μια μεγάλη κουβέντα για τη μαρτυρία εν γένει, για τη συνάντηση των μικρών ιστοριών με τη μεγάλη Ιστορία, την κληρονομιά όσων οι γονείς δεν είχαν τίποτα άλλο να αφήσουν παρά μόνο μια πορεία που διδάσκει ανθρωπιά, αξιοπρέπεια και πίστη στο όραμα μιας δικαιότερης κοινωνίας. 

Η μνήμη διατηρεί τα τραύματα ακόμη και σε καιρούς ειρηνικούς. Ωστόσο, πέρα από τη βία της εξορίας, είναι εντυπωσιακό ότι ο αφηγητής δεν κάνει απολύτως καμία κριτική στο Κομμουνιστικό Κόμμα, αν και προδοσίες υπέστησαν αρκετοί από τους πιστούς του, όπως κι ο ίδιος. Τριάντα χρόνια μετά -το κείμενο γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80- η εξομολόγηση παραμένει βαθιά αλλά και νηφάλια, με την απλή διαπίστωση ότι οι σκληρότεροι βασανισμοί δεν αφορούσαν τα ηγετικά στελέχη, αλλά τη βάση του κόμματος. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, τριάντα χρόνια μετά τη συγγραφή της μαρτυρίας, ο Βασίλης Μπογιατζής τοποθετεί τα γεγονότα της ζωής του πατέρα του στο διεθνές κάδρο της ιστορίας και ο σχολιασμός του παρουσιάζει μια σπάνια ισορροπία: από τη μια υποκλίνεται μπροστά στο μαρτύριο του πατέρα κι από την άλλη κρίνει ψύχραιμα όσα αποκαλύφθηκαν εκ των υστέρων για τις ολοκληρωτικές πρακτικές που εδραίωσαν το όραμα για το οποίο θυσιάστηκαν χιλιάδες μάρτυρες σε όλο τον κόσμο. 


***

[1] Χόρχε Σεμπρούν, Ασκήσεις επιβίωσης (μτρφ. Έφη Κορομηλά), Πόλις, Αθήνα 2014.
[2] Απόστολος Μπογιατζής, Μακρονήσι: το βιβλίο που ήθελα ν' αφήσω (μεταγραφή, επιστημονική επιμέλεια, επιλεγόμενα: Βασίλης Μπογιατζής), Πληθώρα, Αθήνα 2019.
[3] Ζαν Αμερύ, Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (μτφρ. Γιάννης Καλλιφατίδης), Άγρα, Αθήνα 2009.

[4] Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι του φωτογράφου Δημήτρη Κλεάνθη. Για το πρότζεκτ του Makronisos δείτε εδώ

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Η γλύκα δεν είναι αμαρτία


O Γιώργος Σταυρόπουλος είναι αόμματος και μένει στο Ζγκορζέλετς σε ένα κτίριο που μένουν κι άλλοι ανάπηροι. Η γυναίκα του είναι στην Ανατολική Γερμανία για να κάνει ένα ορθοπεδικό πόδι. Παρακάλεσε έτσι να τον βοηθάει κάποιος ή κάποια να παίρνει το φαγητό και να του ετοιμάζει το δωμάτιο. Τέτοιες εκδουλέψεις δίνονταν και σ' άλλους ανήμπορους. 
Στο Γιώργο ο υπεύθυνος έστειλε μια 18χρονη, που όπως έλεγε, ο άντρας της σκοτώθηκε λίγες μέρες μετά το γάμο τους. Τούτη ήταν άρρωστη από φυματίωση, αλλά τώρα βασικά είναι καλά και περιμένει να τη στείλουν στη δουλειά. 
Ο Γιώργος κάπως την κατάφερε, πέρα απ' την περιποίηση για την οποία του την έστειλαν, να τον περιποιείται και σα να ήταν γυναίκα του. Μια μέρα κλειδώνουν την πόρτα και το ρίχνουν στο όργιο. Έρχεται το μεσημέρι και πουθενά να πάνε για φαγητό. Κανένας δεν το πρόσεξε. Το βράδυ, για να μην του φύγει, την κλειδώνει και πάει στην Εστία μόνος του. Πάλι δεν αντιλήφθηκε κανένας τίποτα το παράξενο. Νυχτώνει ξημερώνει ο Γιώργος τη Βαρβάρα την έχει μανταλωμένη κι οργιάζει. Να όμως που έρχεται στο κτίριο ο γιατρός και πρέπει να περάσουν όλοι να τους εξετάσει. Ο υπεύθυνος πάει σε κάθε δωμάτιο να τους ειδοποιήσει. Ο συγκάτοικες της Βαρβάρας λένε ότι έχουν να την ιδούν τρεις μέρες. Πάνε στο Σταυρόπουλο και χτυπάνε. Τούτος δεν απαντάει. Τελικά έσπασαν την πόρτα και τους βρήκαν και τους δυο. Ανακρίσεις... Η Βαρβάρα, ύστερα από ένα φοβέρισμα, τα ομολογεί όλα με κάθε λεπτομέρεια. Φυσικά εδώ δεν γράφονται. 
Το βράδυ έκτακτη κομματική συνέλευση. Ο Σταυρόπουλος διαγράφεται από μέλος του ΚΚΕ. Την άλλη μ' ένα συνοδό στα Γραφεία της Κ.Ο. 
Πατριωτάκι, μου λέει, θέλω να παραμείνω μέλος του Κόμματος. Για το Κόμμα έδωσα τα μάτια μου. Αυτό που με κατηγορούν δεν είναι έγκλημα. Μια γυναίκα ήθελε να γλυκαθεί. Γλύκα έδωσα. Δεν έδωσα πίκρα. Αν δεν ερχόταν ο γιατρός να εξετάσει τους ανάπηρους, κανένας δεν θα μάθαινε το περιστατικό.
Η Κ.Ε. δεν τον διέγραψε. Μόνο τον τιμώρησε με μομφή.  Φυσικά με μεγάλη επιείκεια. Πήρε ακόμα υπόψη το ότι η Βαρβάρα δεν διαμαρτυρήθηκε για τα όσα έγιναν. 

*** 

Κώστας Τσοπανάκης, Ιστορίες της προσφυγιάς (ανέκδοτο).


[1] Στη φωτογραφία ζευγάρι Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στην Γντίνια της Πολωνίας.

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

Ωρέ πού έφτασε η επιστήμη!


Στα αμπάρια του καραβιού που μας μετέφερε από την Αλβανία στην Πολωνία... 
Συντροφιές οι μέχρι χτες αντάρτες λένε τα βάσανά τους και για το μέλλον τους που είναι μαύρο. 
Σε μια τέτοια συντροφιά κι ο Πάνος ο Πατής απ' τη Λειβαδιά. Πρώτη φορά μπαίνει σε καράβι και θέλει να μάθει μια σειρά πράγματα.  Βλέπει τα σωσίβια και ρωτάει τι είναι αυτά. Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:
- Τι είναι αυτά, ρε παιδιά;
- Πεπιεσμένο σαλάμι, του απαντάει ο Τζακώστας, ένας αρχικαλαμπουρτσής. 
- Και γιατί το 'χουνε εκεί πέρα κρεμασμένο; 
- Όταν καμιά φορά ναυαγήσει το καράβι και υποχρεωθούν οι ναύτες να ριχτούν στη θάλασσα, κόβουν και από ένα κομμάτι για να τρώνε μέχρι που θα φτάσουν τα ναυαγοσωστικά, συμπληρώνει ο Πάπιστας, ενώ οι γύρω δεν μπορούν να κρατήσουν τα γέλια τους. 
Και πάνω σ' αυτά ακούγεται ο Πάνος να λέει:
- Ωρέ, πού έφτασε η επιστήμη!
Την άλλη μέρα το περιστατικό έπαιρνε τη θέση του σαν πρώτη είδηση της σατιρικής εφημεριδούλας (χειρόγραφης) του καραβιού κι ο Πάνος έψαχνε να βρει τους ανταποκριτές και τους συντάχτες να κάνει καυγά γιατί τον συκοφάντησαν. Μεσολάβησαν, όμως, οι πιο ψύχραιμοι και το κακό αποσοβήθηκε. Αλλά το "πού έφτασε η επιστήμη" ήταν  για όλα τα χρόνια στο στόμα των προσφύγων της Πολωνίας. 

Κώστας Τσοπανάκης, Ιστορίες της προσφυγιάς (ανέκδοτο).


***

Στη φωτογραφία το ατμόπλοιο Kosciuszko. Το φθινόπωρο του 1949, περίπου 800 αντάρτες του ΔΣΕ ταξίδεψαν από την Αλβανία ως τα λιμάνια της Βαλτικής κρυμμένοι στα αμπάρια του πλοίου.