Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Ο αποχαιρετισμός ενός Τραμπ Στήμερ


Παίρνω ένα χαρτί και γράφω στην αρραβωνιαστικιά μου, που είναι από την άλλη μεριά της θάλασσας και σκουπίζει το μισό ρολογάδικο όπου εργάζεται κι απ' όπου μου στέλνει καμιά φορά ένα ελατήριο, σαν πένθιμη σκέψη. Θα αγαπήσουμε αληθινά ο ένας τον άλλον, όταν δεν θα υπάρχει πια η θάλασσα ανάμεσά μας. Και τότε, με τα κορμιά ενωμένα σαν αχηβάδες, γυμνοί και αρχαιοπρεπείς, θα ανταλλάξουμε αυτό το στερνό χαμόγελο που στέλνει κανείς από τις αποβάθρες των αναχωρήσεων, προτού κλειστεί στην καμπίνα του για να κλάψει. [1]

Τα τραμπ στήμερ είναι φορτηγά μικρού ωφέλιμου φορτίου, που δεν ανήκουν σε καμιά από τις μεγάλες ναυτικές εταιρείες και που ταξιδεύουν από λιμάνι σε λιμάνι αναζητώντας ευκαιριακά φορτία για να τα μεταφέρουν όπου τους πουν. Πολλές φορές σέρνουν τη θλιβερή σιλουέτα τους πολύ περισσότερο καιρό απ' αυτόν που επιτρέπει η επισφαλής κατάστασή τους. 

Στο μυθιστόρημα του Μούτις ένας ληξιπρόθεσμος έρωτας, ένα περιπλανώμενο Τραμπ Στήμερ και ένας καπετάνιος είναι πρωταγωνιστές μιας ιστορίας όπου το τυχαίο, οι συμπτώσεις και το πεπρωμένο συνεργούν για να προδιαγράψουν μια κοινή μοίρα. Το γέρικο φορτηγό επιμένει να ταξιδεύει από την Αρκτική μέχρι την Καραϊβική, ενώ ο αδιέξοδος έρωτας που γεννιέται στο σκαρί του χαίρεται μέρα με τη μέρα την προδιαγεγραμμένη διάρκειά του και κατακτά το απόλυτο. Λίγο πριν από το χαμό του καραβιού, ο έρωτας φτάνει στο τέλος του. Όσο διαρκεί, η απόλαυση και η οδύνη που γεννά στον αναγνώστη διατηρούν κάτι από τη γοητεία πανάρχαιων θρύλων.

Συχνά η ζωή κανονίζει η ίδια κάποιους εκκρεμείς λογαριασμούς που δεν θα ήταν συνετό να τους αγνοήσουμε. Είναι σαν ένα είδος ισολογισμών που μας προσφέρει για να μη χαθούμε στα βάθη του κόσμου της φαντασίας και των ονείρων, και για να γνωρίζουμε να επιστρέφουμε στη θερμή και καθημερινή ακολουθία του χρόνου όπου πραγματοποιείται στο παρόν το πεπρωμένο μας. 

Ο Δάντης λέει ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από το να αναθυμάται κανείς ευτυχισμένους καιρούς σε χρόνια αθλιότητας. Ο Βάσκος καπετάνιος Τζον Ιτούρι θυμάται μια ερωτική ιστορία που γι' αυτόν ανήκει σ' ένα παρελθόν ενταφιασμένο οριστικά και για πάντα, αν όχι στη λήθη, σίγουρα στα αμετάκλητα σκοτάδια μιας ζωής που ποτέ πια δεν πρόκειται να αναστηθεί. 

Η Βάρντα ήταν μια οπτασία απόλυτης ομορφιάς. Ψηλή, με αρμονικό πρόσωπο, με χαρακτηριστικά της ανατολικής Μεσογείου, τόσο εκλεπτυσμένα που έλεγες ότι ήταν ελληνικά. Τα μεγάλα μαύρα μάτια εξέπεμπαν ένα νωχελικό όμως ευφυές βλέμμα, στο οποίο η βιασύνη ή η υπερτονισμένη συναισθηματικότητα θα αποτελούσαν απαράδεκτη αταξία. ... "Ήταν μια Ανατολίτισσα εκατό τοις εκατό και η θέλησή της να υιοθετήσει τους τρόπους και τη ζωή της Δύσης δεν άλλαζε σε τίποτα τα σαφή και ουσιαστικά χαρακτηριστικά της φυλής της. Και επιπλέον, όσο πιο πολύ τη γνώριζε κανείς, αντιλαμβανόταν ότι ήταν όχι μόνο ικανοποιημένη αλλά και περήφανη για το αραβικό αίμα της".

Τόση σοφία στο σώμα μιας Αφροδίτης... Είναι κάτι υπερβολικά πολύ για τη ζωή ενός φτωχού ανθρώπου, εξομολογείται ο καπετάνιος.





Ένιωθε ότι γι'αυτόν ο κόσμος είχε αλλάξει. Αν ο κόσμος έκρυβε ένα πλάσμα σαν κι αυτό που ποτέ του μέχρι τώρα δεν είχε γνωρίσει, αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν ο κόσμος που πίστευε μέχρι σήμερα. Σε μερικές μέρες θα συμπλήρωνε τα πενήντα και, εντελώς ξαφνικά, όλα γύρω του είχαν αποκτήσει μια απόλυτα νέα και συνταρακτική θωριά. Το ν' αποδώσει με τη λέξη του έρωτα ένα τόσο ολοκληρωμένο φαινόμενο θα αποτελούσε απλοποίηση και αφελή επιπολαιότητα. Διότι, χρησιμοποιώντας τη λέξη έρωτας, οι άνθρωποι παίζουν σχεδόν πάντα με σημαδεμένα χαρτιά. 

Ο τρόπος με τον οποίο ο καπετάνιος επέμενε στην ομορφιά της Βάρντα Μπασούρ έχει κάτι από ψαλμωδία ή μοιρολόι. Η αναμονή μιας ευτυχίας που δεν μπορεί να περιμένει και που όσο περνάνε οι μέρες γίνεται ολοένα και πιο αβέβαιη μετατρέπεται σε μια μικρή κόλαση που του κόβει τον ύπνο και τον εμποδίζει να εργαστεί με καθαρό το μυαλό.


Επί τρεις μέρες μείναμε στο Ξενοδοχείο Λισσαβώνα χωρίς να βγούμε από το δωμάτιο, που το είχαμε μετατρέψει σε ένα είδος δικού μας σύμπαντος κι όπου διαδέχονταν το ένα το άλλο τα επεισόδια ενός ερωτισμού με μόνα λόγια τις αμοιβαίες εξομολογήσεις μας για τα παιδικά μας χρόνια και για το πώς ανακαλύψαμε τον κόσμο.

Στη δεύτερη συνάντηση ήταν σαν να είχε δουλέψει ο καθένας τους  στη μνήμη του την εικόνα του άλλου, και αυτό είχε δημιουργήσει ένα κοινό έδαφος, μη ομολογούμενο αλλά πανταχού παρόν.

Κάναμε πολλές φορές έρωτα, με την αργή και σχολαστική ένταση εκείνων που δεν ξέρουν τι τους επιφυλάσσει το αύριο. Η εμμονή της Βάρντα να γεμίσει με νόημα το παρόν πήγαζε από τη βεβαιότητα και τη διορατικότητά της για τις ελάχιστες δυνατότητες και τα αξεπέραστα εμπόδια της σχέσης μας. Μα ούτε κι εγώ, όπως της το είχα πει και στο μπαρ, δεν έβλεπα πού μπορούσε να καταλήξει αυτή η ιστορία.

Όταν το σκαρί του Τραμπ Στήμερ άρχισε να εξασθενεί και να εμφανίζει προφανή σημάδια κόπωσης, στην ψυχή της Βάρντα άρχισε να αναδεύεται η νοσταλγία για τη χώρα της και τους ανθρώπους της, που γινόταν ολοένα πιο μεγάλη όσο περισσότερο εξοικειωνόταν με τις χάρες της Καραϊβικής.

Ο Βάσκος καπετάνιος αντιστάθηκε στον πειρασμό να της κάνει την ερώτηση που, από τότε που υπάρχουν ερωτευμένοι, έρχεται αναπόφευκτα στα χείλια: "Μα, αυτό σημαίνει ότι δε θα ιδωθούμε ποτέ πια;" Εκείνο το σκουριασμένο και σχεδόν ερειπιώδες καράβι στην αποβάθρα του Κίνγκστον είναι το πιο πιστό πορτρέτο του τι και πώς αισθανόταν ο καπετάνιος του. Ούτε ο καπετάνιος ούτε το καράβι δεν μπορούσαν πια να σωθούν.

Δεν ήταν δυνατόν να ήταν ο αποχαιρετισμός μας στο Κίνγκστον ο τελευταίος. Στο μυαλό μου τώρα μαζεύονταν όλα όσα δεν είχα προλάβει να της πω στη διάρκεια της κοινής μας ζωής. Εκείνη την εποχή δεν μου φαίνονταν σημαντικά κι ούτε αναγκαία. Οι χειρονομίες μας, η ερωτική σχέση μας, οι κοινές μας φοβίες και συμπάθειες κάνανε περιττά τα λόγια. Όμως τώρα αποκτούσαν και πάλι την αξία τους και απαιτούσαν να ειπωθούν.

Χρόνια αργότερα θα πει στον σύντροφό του στην κουβέρτα: "Το μόνο που με συγκράτησε πολλές φορές από την επιθυμία να πεθάνω ήταν ότι θα πέθαινε μαζί μου κι εκείνη η εικόνα".


Απόμεναν τα συναισθήματα που την ένωναν μαζί μου. Ήταν ανέπαφα, όμως τίποτε δεν μπορούσε να οικοδομηθεί πάνω τους, τίποτα που να περιμένουμε εξαιτίας τους, αφού δε θα ήταν παρά μια απογοητευτική στο τέλος εμπειρία που θα έκανε τη σχέση μας να καταντήσει ένα κουβάρι από ανομολόγητες αλληλοκατηγορίες, ενοχές και μασκαρεμένες ματαιώσεις.

Ποτέ μου δεν υπήρξα ο άντρας με τις μεγάλες επιτυχίες στις γυναίκες. Κι έχω επίγνωση ότι τις κάνω λιγάκι να βαριούνται. Αυτό που ίσως βρήκε η Βάρντα σε μένα ήταν μια κάποια τάξη στη ζωή μου, η απόσταση που επιβάλλω στον εαυτό μου για να προστατευτώ από τους ανθρώπους και τη βλακεία τους και που τη βοήθησαν πολύ για να διαλύσει της ευρωπαΐζουσες αυταπάτες της.


Η Βάρντα είχε κάτι από οπτασία, αδιανόητη και ασύλληπτη, που δεν μπορεί να περιγραφτεί με λόγια και που μόνο γνωρίζοντάς τη θα μπορούσες να καταλάβεις τη φοβερή τύχη που είχα να βρεθώ κοντά της και το τρομερό βασανιστήριο να τη χάσω.


"Οι άνθρωποι -σκέφτηκα- αλλάζουν τόσο λίγο, συνεχίζουν να είναι τόσο πολύ οι ίδιοι, που υπάρχει μία και μόνο ιστορία έρωτα από αμνημονεύτων χρόνων, η οποία επαναλαμβάνεται επ' άπειρον, δίχως να χάνει τη φοβερή απλότητά της που είναι μαζί και η αγιάτρευτη κακοτυχία της".


***



[1] Αποσπάσματα από τα βιβλία:

- Πιερ Μπεττενκούρ,  Τα πλοία βγήκαν σεργιάνι (μτφρ. Ε.Χ. Γονατάς), στιγμή, Αθήνα 2001.

- Alvaro Mutis, Η τελευταία σκάλα του Τραμπ Στήμερ (μτφρ. Μανώλης Παπαδολαμπάκης), Άγρα, Αθήνα 1999. 

[2] Στην εικονογράφηση της ανάρτησης έργα του Nick Bantock

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου