Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Κλασικά εικονογραφημένα - Catarina Sobral, "Με τον παππού μου"

Ο χρόνος κυλά γρήγορα όταν είμαι με τον παππού μου...

 

Ένα τρίχρωμο παιδικό βιβλίο ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο...
Ένας γλυκός παππούς που θυμίζει κάτι από τον θείο Ιλό του αγαπημένου μας Ζακ Τατί...
Μια σχεδόν βουβή ιστορία όπου το χιούμορ δεν προκύπτει από τους διαλόγους, αλλά τα σχήματα, τα χρώματα, τις φιγούρες...

 













 

























[Εικονογράφηση: Catarina Sobral]

***

H Catarina Sobral γεννήθηκε στην Πορτογαλία και σπούδασε Kαλές Tέχνες. Ασχολείται με την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων, το κινούμενο σχέδιο και τη γραφιστική. Έχει συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις εικονογράφησης στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ το  2014 τιμήθηκε με Διεθνές Βραβείο Εικονογράφησης στη Διεθνή Έκθεση Παιδικού Βιβλίου της Μπολόνια για το βιβλίο της "Με τον παππού μου". 


Σάββατο 23 Μαΐου 2015

Το αγαπημένο ζώο του κυρίου Κόυνερ

 

Το αγαπημένο ζώο του κ. Κ.


Όταν ρώτησαν τον κ. Κ. ποιο ζώο εχτιμάει περισσότερο, εκείνος είπε τον ελέφαντα και αιτιολόγησε την προτίμησή του έτσι: "Ο ελέφαντας ενώνει την πονηριά με τη δύναμη. Ετούτη δεν είναι η κουτοπονηριά που σου φτάνει για να ξεφύγεις από κάποιον που σε καταδιώκει ή για να εξασφαλίσεις το φαγητό σου περνώντας απαρατήρητος, μα είναι η πονηριά που επιστρατεύει η δύναμη για ένα μεγάλο εγχείρημα. Απ' όπου κι αν διαβεί τούτο το ζώο αφήνει πλατιά τ' αχνάρια του. Και είναι καλόκαρδος, σηκώνει χωρατά. Είναι καλός φίλος, όπως είναι και καλός εχθρός. Είναι βαρύ και θεόρατο, κι όμως τρέχει πολύ γρήγορα. Με την προβοσκίδα του μπορεί και τροφοδοτεί ένα τεράστιο κορμί με τις πιο μικρές τροφές, ακόμα και με καρύδια. Κουνάει τ' αυτιά του: ακούει μονάχα ό,τι τον συμφέρει. Φτάνει σε βαθιά γεράματα. Παντού τον αγαπάνε μα και τον φοβούνται. Ένα κάποιο κωμικό στοιχείο του δίνει τη δυνατότητα ακόμη και να τον σέβονται. Το πετσί του είναι σκληρό, σπάει μαχαίρια, μα η ψυχή του ευαίσθητη. Μπορεί και θλίβεται. Μπορεί και θυμώνει. Του αρέσει να χορεύει. Πεθαίνει στην καρδιά της ζούγκλας. Αγαπάει τα παιδιά καθώς και άλλα μικρά ζώα. Είναι γκρίζος και τραβάει την προσοχή μόνο με τον όγκο του. Δεν τρώγεται. Είναι δουλευταράς. Του αρέσει να πίνει και νάρχεται στο κέφι. Κάνει και κάτι για την τέχνη. Προσφέρει το ελεφαντόδοντο". 

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ιστορίες του κ. Κόϋνερ (μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης), Θεμέλιο, Αθήνα 1991.

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

"Φρύγανα πεσόντα εκ της φυγής ελάφου"


Στη συλλογή "Περιπολών περί πολλών τυρβάζω" του Γιώργου Σκαμπαρδώνη...

... το περίπτερο πουλά κάθε λογής αναπτήρες. Ο ιδιοκτήτης του έχει διατελέσει "αναπτήρ κυριών" σε νυχτερινά κέντρα. Προτού η κυρία σκεφτεί ότι θέλει να ανάψει τσιγάρο, εκείνος βρίσκεται δίπλα της, κι ανάμεσά τους η φλόγα του ζίπο. Ο Μπέμπης αποστομώνει με το ταξίμι του τον Χιώτη. Δυο φοιτητές μπαρκάρκουν με τον "Θαλάσσιο δαίμονα". Συμπλοκή σε μια βρόμικη ταβέρνα ανάμεσα σε μια παρέα μάγκες και Γύφτους που παίζουνε ζουρνάδες. Ο Σποκ και ο Πλούτο. Αγαπημένα σκυλιά. Μια φλογέρα κατασκευασμένη από την κάνη ενός όπλου. Ένας καπετάνιος του ΕΛΑΣ μετά από χρόνια στις φυλακές βγάζει το ψωμί του φτιάχνοντας κλουβιά. Ένας παπάς γλείφει τη μετάληψη από το δάπεδο της εκκλησίας "σαν ατάιστο σκυλί". Ο γέροντας Συμεών παίζει τις "Γυμνοπαιδιές" του Σατί στη σπηλιά του. Σταχτάρες κοιμούνται εν πτήσει. "Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει". Το λουκούμι του κυρ Σωφρονίου και η συνταγή που δεν κληρονόμησε κανείς. Σαλιγκάρια για πολυτελή εστιατόρια, ζαβογαρίδες και Μαλαματίνα. Βυζαντινές ψαλμωδίες και τζαζ αυτοσχεδιασμοί. 


Στον πιο πρόσφατο "Νοέμβριο"...

... γουρούνια ζευγαρώνουν λίγο πριν από τη σφαγή. Ο δάσκαλος της Β' δημοτικού εμφανίζεται μόνο για να ρωτήσει πώς λέγονται στα αρχαία ελληνικά τα κάστανα. Ένας λατερνατζής παίζει στο ασανσέρ της πολυκατοικίας. Το μνήμα του πατέρα που έχει μπατάρει. Ένας λοχαγός βγάζει όλον τον Εμφύλιο με άδειο πιστόλι. Κοκκάλινες γλώσσες παπουτσιών. Μια λαϊκή τραγουδίστρια αποθέτει στην τουαλέτα της το πλαστικό στήθος. Ο Κοσμάς μετά το θάνατο του σκύλου του βγάζει βόλτα μόνον το λουρί του. Ο Θερμαϊκός ξεβράζει το πτώμα του Τζων Πολκ. Φουστανελάδες, Μακεδονομάχοι και ο Μεγαλέξανδρος στο Γρανικό ποταμό. Το φαρμακείο του Πεντζίκη. Ανοιχτό και εφημερεύον.




Αν ο διηγηματογράφος μεγαλουργούσε σε μία άλλη τέχνη, αυτή θα ήταν σίγουρα το ψηφιδωτό. Ρωμαϊκό ή βυζαντινό. Να αποκαλύπτει έναν πορφυροντυμένο αυτοκράτορα, έναν άγιο ή μια γυμνόπλατη καλλίκομη Νύμφη.

Κάθε διήγημα είναι μια ψηφίδα, ένας στρογγυλός ή τετράγωνος βόλος που προσκολλάται στο κατάλληλα διαμορφωμένο υπόστρωμα, όπου δεν κυριαρχεί το ασβεστοκονίαμα, αλλά το ρεμπέτικο τραγούδι και οι παλιές ταβέρνες, τα συνεργεία αυτοκινήτων και τα νυχτερινά κέντρα, τα περίπτερα της λεωφόρου και οι δρόμοι της πόλης, οι συγγενείς κι οι δάσκαλοι, οι άγιοι και όσοι διακονούν την αγιοσύνη τους επί γης.

Μεταξύ όλων αυτών, ένας αρμός ρέει και συνέχει το μωσαϊκό. Δεν είναι η πόλη -αν και οι δρόμοι της μνημονεύονται συχνά. Είναι η γλώσσα, τρυφερή στη όψη και αψιά στην αφή. Σαν της γάτας. Ο ρέων αρμός γίνεται αισθητός στον αναγνώστη τόσο από διήγημα σε διήγημα, όσο και στα σωθικά της κάθε ιστορίας, όπου άλλοτε ένα δραματικό απρόοπτο και άλλοτε μια τελική φράση ανανοηματοδοτούν την ανάγνωση που προηγήθηκε και απαιτούν ενός λεπτού σιγή προτού συνεχίσει η διαδικασία.

***


Ο τίτλος της ανάρτησης αποτελεί φράση παρμένη από το διήγημα "Τι είναι το διήγημα".
 
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Περιπολών περί πολλών τυρβάζω, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2011
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Νοέμβριος, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Χώρες του Ποτέ



Όλα τα παιδιά, εκτός από ένα, μεγαλώνουν
J.M Barrie, Πήτερ Παν 

Όλα τα παιδιά μεγαλώνουν. Και μεγαλωμένα ξεχνούν. Ξεχνούν τις χώρες του Ποτέ που έφτιαξαν όταν ζούσαν περισσότερο με τη φαντασία παρά με οτιδήποτε άλλο. Ασφαλώς, οι χώρες του Ποτέ διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους. Άλλες έχουν λίμνες και πουλιά φλαμίνγκο να πετούν από πάνω τους, άλλες έχουν πουλιά φλαμίνγκο και λιμνούλες να πετούν από πάνω τους. 

Κάπως έτσι ξεκινά το παραμύθι του Πήτερ Παν, του παιδιού που δε μεγάλωσε ποτέ...

Η Αλίκη έζησε τη δική της χώρα του Ποτέ ακολουθώντας ένα λαγό που έτρεχε. Αναρωτιέμαι σε τι χώρες μπορεί να μας βγάλουν οι άνθρωποι που ακολουθούμε. Εκείνη χώθηκε στο λαγούμι του λαγού και άρχισε να πέφτει σε απύθμενα βάθη. Γύρω της, ντουλαπίτσες και συρταράκια.


Τη φαντάζομαι, μεγαλωμένη, να έχει ξεχάσει τα πάντα από τη χώρα των θαυμάτων, όπως τη στιγμή που ξυπνά και τινάζει τα τραπουλόχαρτα από το καθαρό της φουστάνι. Να κοιτάζει έκθαμβη τα χρωματιστά έργα που αφηγούνται την ιστορία της και να μην της θυμίζουν τίποτα.

Μια φορά, ο Νταλί της ζωγραφικής συνάντησε την Αλίκη του Λιούις Κάρολ. Η Αλίκη ήπιε το ελιξήριο και άρχισε να μικραίνει, έφαγε το γλυκάκι και άρχισε να μεγαλώνει. Μίκραινε και μεγάλωνε γεμάτη απορία για το φυσιολογικό της όνομα, την ταυτότητα, το μέγεθος και το παρελθόν της. Άγαρμπη και σαστισμένη, ανήμπορη να ελέγξει τα μέλη της, δίνει μια στις μπογιές  του ζωγράφου και οι ακουαρέλες γεμίζουν με τα εκτυφλωτικότερα χρώματα. 

Τα δάκρυα του κοριτσιού ποτίζουν το χαρτί. Τα σχήματα λειαίνουν, οι μορφές και τα πρόσωπα χάνουν τα χαρακτηριστικά τους, ξεχύνονται και  νερουλιάζουν. 


Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, όλα αλλάζουν μορφές και μέγεθος. Η Κάμπια, καταπράσινη και νωχελική, ξεπετάγεται από το χαρτί, καπνίζει το τσιγάρο της και πνίγει την Αλίκη στους καπνούς. 

  «Ποιά είσαι του λόγου σου;» είπε η Κάμπια.
Να μια δυσοίωνη αρχή για συζήτηση. Η Αλίκη αποκρίθηκε, κάπως ντροπαλά, «Ούτε και εγώ ξέρω αυτή τη στιγμή κυρία… Έχοντας αλλάξει τόσα μεγέθη μέσα σε μια μέρα, φυσικό είναι να τα έχω χαμένα».
«Καθόλου», είπε η Κάμπια.
«Ίσως η ίδια να μην το έχετε συνειδητοποιήσει ακόμα», είπε η Αλίκη, «αλλά όταν θα υποχρεωθείτε να μεταμορφωθείτε σε χρυσαλλίδα κι ύστερα από αυτό σε πεταλούδα, θαρρώ τότε πως θα νιώσετε αφύσικα λιγάκι, δε νομίζετε κι εσείς;»
«Ούτε κατ’ ιδέαν», είπε η Κάμπια.
«Ίσως ο τρόπος που εσείς βλέπετε τα πράγματα να είναι διαφορετικός», είπε η Αλίκη, «το μόνο που ξέρω είναι ότι εμένα θα μ’ έκανε να αισθάνομαι εντελώς αφύσικα».
«Εσένα!» είπε η Κάμπια με άκρα περιφρόνηση. «Ποιά είσαι εσύ;» πράγμα που ξανάφερε τη συζήτηση από εκεί που είχε ξεκινήσει.

Λούις Κάρολ, Οι περιπέτειες της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων



Κάθε πίνακας του Νταλί είναι και μια διαφορετική χώρα του Ποτέ. Τα ρολόγια ποτέ δε λιώνουν, οι δείκτες ποτέ δε λυγίζουν, το τραπέζι ποτέ δε σέρνεται στο πάτωμα σαν τραπεζομάντηλο, οι ελέφαντες ποτέ δεν φορούν ξυλοπόδαρα, οι άνθρωποι ποτέ δεν έχουν τρύπες.  Ο ζωγράφος είναι άλλο ένα παιδί που δεν μεγάλωσε. Ποτέ. 


Στο τσάι πρέπει όλοι να είναι συνεπείς. Ή ώρα είναι έξι ακριβώς. Ο λαγός γιατί βιάζεται; Αφού το ρολόι του δείχνει πάντοτε την ίδια ώρα. Γάτες μιλούν, κάμπιες καπνίζουν, χελώνες παραπονιούνται και γκρινιάζουν, τραπουλόχαρτα υπηρετούν τη βασίλισσα κι εκείνη τους παίρνει τα κεφάλια, αλλά κανένας δεν αποκεφαλίζεται. Ποτέ.

Οι χώρες του Ποτέ μοιάζουν σαν μέλη της ίδιας οικογένειας, κι αν στέκονταν στη σειρά, θα μπορούσες να πεις ότι έχουν την ίδια μύτη. Σ' αυτές τις μαγικές ακτές πάντα τα παιδιά παίζοντας αράζουν στην άμμο τις ελαφριές τους βάρκες. Κι εμείς επίσης ήμασταν εκεί. Μπορούμε ακόμη ν΄ακούσουμε τον ήχο των κυμάτων που σκάνε στην ακτή, αν και δεν θα προσγειωθούμε εκεί ποτέ πια. 

***

J. M Barrie, Πήτερ Παν (μτφρ. Δέσποινα Δετζώρτζη - Καμπάνη), ΑΓΡΑ, Αθήνα 1987
Lewis Carroll, H Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων και μέσα απ' τον καθρέφτη (μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη), Printa, Αθήνα 2009

Στην εικονογράφηση έργα του Σαλβαντόρ Νταλί. 

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Κυνό-τυπες ιστορίες



Εκτός του σκύλου, το βιβλίο είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.
Εντός του σκύλου, είναι θεοσκότεινα κι άντε να διαβάσεις.
Γκρούτσο Μαρξ

Κοιτώ το ράφι της βιβλιοθήκης και κατεβάζω τρία βιβλία με ένα και μοναδικό κριτήριο: τους σκύλους στα εξώφυλλα. Παρατηρώ τη μουσούδα του σκύλου στην "Αθανασία των σκύλων" του Κώστα Μαυρουδή, τον αγριεμένο σκύλο στο "Νοέμβριο" του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, την ουρά-φιτίλι του σκυλάκου που "Περιπολών περί πολλών τυρβάζει" και είναι λες και την ακούω να τσιρτσιρίζει. Το βλέμμα των σκύλων με πείθει. Αισθάνομαι σαν να είμαι σε ένα πετ-σοπ και να με κοιτούν επίμονα, παρακαλώντας με να τα υιοθετήσω και να βγουν επιτέλους από τα μεταλλικά κλουβιά τους. Τα παίρνω και τα τρία. 

Διαβάζω την τρίτη ιστορία από την "Αθανασία των σκύλων". Στη "Βιριδιάνα" του Μπουνιουέλ ο Χόρχε σώζει ένα σκύλο. "Η απελευθέρωση του σκύλου" είπε ο κριτικός, "δεν προσφέρει τίποτε. Υπάρχουν χιλιάδες άλλοι δεμένοι. Η λύση, καταλαβαίνουμε, αν δεν είναι συλλογική δεν είναι λύση. Η φιλανθρωπία μας, λέει ο Μπουνιουέλ, είναι μάταιη". 

[...] Στο τέλος της ταινίας του Σπίλμπεργκ, ένας Εβραίος, που είχε σωθεί χάρις στο βιομήχανο Σίντλερ, απευθύνεται σ' αυτόν με μια φράση από το Ταλμούδ: "Εκείνος που σώζει έναν άνθρωπο είναι σαν να σώζει όλο τον κόσμο"[1]. Σκέφτομαι ότι σήμερα έσωσα τρία σκυλιά από τα ράφια μιας βιβλιοθήκης. 

Ως παιδί δεν είχα ποτέ σκύλο. Ζήλευα όσους είχαν. Πίστευα πως -εκτός από το σκύλο-  έχουν γονείς καλύτερους απ' τους δικούς μου. Τώρα δεν τους ζηλεύω, τους εκτιμώ. Μέχρι που άρχισαν να κυκλοφορούν στη γειτονιά σκυλάκια τσέπης, σκυλάκια τσάντας, σκυλάκια με λούτρινα και μάλλινα αξεσουάρ -μα τα ζώα έχουν τη δική τους γούνα- και πλείστοι ζωόφιλοι με την αντίστοιχη αισθητική. Έκτοτε, το ξανασκέφτομαι. Εννοώ το αίσθημα απέναντι στον κάτοχο του ζώου. Η εκτίμηση για το ζωντανό παραμένει αδιαπραγμάτευτη. "Είμαι, πιστεύω, ο μόνος άνθρωπος, όστις, αν τον ωνόμαζον ζώον δεν θα εθεώρει τούτο ως προσβολήν". Εγώ κι ο Ροΐδης.

Ένα βαρετό χειμωνιάτικο σαββατόβραδο -ήμουν οχτώ χρονών- δεν είχα μαθήματα να διαβάσω, δεν είχαμε καμιά επίσκεψη να πάμε, δεν έπαιζε τίποτα η τηλεόραση. O πατέρας μου τρύπωσε στο κοριτσίστικο δωμάτιο, ξαπλώσαμε οι τέσσερίς μας στα κρεβάτια -εκείνος, εγώ κι οι αδερφές μου- και ανήμπορος προφανώς να σκαρφιστεί κανένα παραμύθι που δε μας είχε πει, μας αφηγήθηκε την ιστορία του "Ασπροδόντη". Ήταν το πρώτο μου ταξίδι στον παγωμένο αμερικανικό Βορρά. Δεν μπορούσα να σταματήσω τα κλάματα, ονειρευόμουν για πολλά βράδια το σκύλο. 

Και τότε, το κάλεσμα της φωνής της ράτσας του έφτασε στον Μπακ κατά τρόπο που δεν μπορούσε πια μήτε να το αγνοήσει, μήτε να το απαρνηθεί. Ανακάθησε κι αυτός, κ' έβγαλε το ίδιο ουρλιαχτό. Και μόλις τελείωσε το μοναχικό τραγούδι του, βγήκε από τη γωνιά του, κι ολόκληρη η ορδή των λύκων μαζεύτηκε γύρω του, τρίβοντας το ρίγχος τους πάνω στο δικό του, μ' έναν τρόπο, που ήτανε ακόμα άγριος, μα ήτανε κιόλας φιλικός [2].

Αν η λογοτεχνία μάς δίνει την ευκαιρία να ζήσουμε κι άλλες ζωές εκτός από τη δική μας, τότε σ' αυτές τις ζωές είχα πολλούς σκύλους. Είχα τη γλυκιά Καστάνκα και το Μαντροσκυλάκο του Τσέχοφ, είχα τον Ασπροδόντη και τον αγαπημένο μου Μπακ του Τζακ Λόντον, είχα οπωσδήποτε τον Ντίνγκο, το σκυλί του Ντανίλο Κις. Γίνομαι η κυρία με το σκυλάκι, με λίγη ακόμη φαντασία γίνομαι το σκυλάκι. 

Δεν μπορώ να θυμηθώ αν στη "Φάρμα των ζώων" υπήρχε κανένας σκύλος. Δεν μπορώ να θυμηθώ κι αν ο κύριος Κόϋνερ αγαπούσε τους σκύλους. Θυμάμαι ότι το αγαπημένο του ζώο ήταν ο ελέφαντας. Θυμάμαι ότι δεν αγαπούσε τις γάτες. Ναι, 

Ο κύριος Κόϋνερ δεν αγαπούσε τις γάτες. Δεν του φαινόταν να είναι φίλοι του ανθρώπου, γι' αυτό κι εκείνος δεν ήταν δικός τους φίλος. "Αν είχαμε τα ίδια νιτερέσα," έλεγε, "τότε η εχθρική στάση τους θα μου ήταν αδιάφορη". Μα του κ. Κ. δεν του άρεσε και να διώχνει τις γάτες από την καρέκλα του. "Το να αναπαύεσαι είναι μια δουλειά", έλεγε, "πρέπει λοιπόν να πετύχει". Κι όταν οι γάτες νιαούριζαν μπροστά στην πόρτα του σηκωνόταν από το κρεβάτι του, ακόμα και στο κρύο, και τις έμπαζε μέσα, στη ζέστη. "Ο υπολογισμός τους είναι απλός," έλεγε, "σα φωνάξουν, τους ανοίγουν. Αν πάψουν να τους ανοίγουν, θα πάψουν κι αυτές να φωνάζουν. Το να φωνάζει κανείς είναι πρόοδος"[3]

Πάντως ο σκύλος έχει προοδεύσει περισσότερο. Φωνάζει πιο πολύ από τη γάτα. Το ίδιο είναι να μην ανοίγεις σ΄ένα σκύλο και το ίδιο ν' αφήσεις απέξω ένα γατί; 

Σκέφτομαι κι άλλες ιστορίες με σκύλους, το σκύλο που με ακολουθούσε όποτε έκανα βόλτα στο Μουσείο, το Μάκη της κυρα-Μάρως στο χωριό, που τρύπωνε στις αυλές, έπνιγε τις κότες των γειτόνων, έκλεβε ρολόγια και κάλτσες, ανακάτωνε τα πράματα, ώσπου η γειτονιά ξεσηκώθηκε και η κυρα-Μάρω αναγκάστηκε, του φόρεσε μια πέτρα και τον έπνιξε στον Τάνο. Αλλά εκείνος δε γύρισε, όπως ο Μουσταφά στην ιστορία που ανθολογεί ο Μαυρουδής. Εκεί ο Ρομπέρ δένει ένα σκοινί και μια πέτρα στο λαιμό του Μουσταφά και τον βουτά στη θάλασσα. Χάνει εν τω μεταξύ το σκούφο του. Τη νύχτα ακούει το κλαψούρισμα του σκύλου έξω από την πόρτα του. Είναι ο Μουσταφά που κρατά το σκούφο στα δόντια του. Ο Μάκης όμως δε γύρισε πίσω. Πνίγηκε ο καημένος στον Τάνο ποταμό για να μην παραπονιούνται οι γείτονες. Κοντεύουν εξήντα χρόνια. 

Διαβάζω στο "Περιπολών περί πολλών τυρβάζω" του Σκαμπαρδώνη για τον Σποκ και την Πηνελόπη, τον Πλούτο στο συνεργείο των αυτοκινήτων, που κλαίει στο άκουσμα των ασθενοφόρων. Διαβάζω τις αφιερώσεις στις πρώτες σελίδες:

Στην Ία,
Στη Μουφ, που έφυγε τον Νοέμβριο του 2010
Στον Πάκο
Στη Φαίδρα 
Στα αδέσποτα του 751 [4]

Και στον "Νοέμβριο" ξανά:

Στην Ία, διακαώς, 
Στον Πάκο
Στη Φαίδρα
Στη Μούφ, που κοιμάται

Στα αδέσποτα [5]

Τώρα "που το ανεκπλήρωτο εγκαταστάθηκε φιλικά στη ζωή μας", δε λυπόμαστε για τους σκύλους που δεν είχαμε. Μας φτάνουν αυτοί που σώζουμε, που ταΐζουμε, που χαρίζουμε, που φυλάμε τα καλοκαίρια, που κατεβάζουμε από τα ράφια μιας βιβλιοθήκης.

***

[1] Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων, ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2013
[2] Τζακ Λόντον, Το κάλεσμα της άγριας φύσης, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1989
[3] Μπέρτολντ Μπρεχτ, Οι ιστορίες του κ. Κόυνερ, Θεμέλιο, Αθήνα 1991
[4] Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Περιπολών περί πολλών τυρβάζω, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2011
[5] Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Νοέμβριος, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014
 

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Ουτοπίες



Στο θεατρικό έργο της Λουντμίλα Ραζουμόβσκαγια "Αγαπητή Ελένα" -γραμμένο στη Σοβιετική Ένωση, στις αρχές της δεκαετίας του '80- τέσσερις νέοι οραματίζονται μια διαφορετική κοινωνία από αυτή στην οποία ζουν.
 
Eμείς σε τι κοινωνία θα θέλαμε να ζούμε; Σε μια κοινωνία που μας εξασφαλίζει τα απαραίτητα, αλλά τίποτα παραπάνω από αυτά, ή σε μια άλλη, όπου μπορούμε να αποκτήσουμε του κόσμου τα καλά, αλλά το πιθανότερο είναι να μην τα δούμε ούτε ζωγραφιστά; Ο Αριστοτέλης οραματιζόμενος τη δική του τέλεια πολιτεία είπε ότι ένα είναι το κύριο συστατικό της: το "ευ ζην" των μελών της. Σε τι συνίσταται άραγε αυτό το ευ; Ιδανική πολιτεία ονειρεύτηκε και ο Πλάτωνας, και ο Τομάζο Καμπανέλλα και ο Τόμας Μορ και πολλοί άλλοι. Στην "Πολιτεία του Ήλιου" του Καμπανέλλα, ο Γενοβέζος ονειρεύεται έναν τόπο όπου οι άνθρωποι θα ζουν "με τρόπο φιλοσοφικό, από κοινού". Και ο έρωτας θα είναι κοινός. Η ιδιοκτησία, ακόμη και στον έρωτα, κάνει τον άνθρωπο άρπαγα.

Άλλοι φιλόσοφοι ή λογοτέχνες είχαν πιο ανήσυχο ύπνο. Το όνειρο έγινε εφιάλτης και στο έργο τους ζωγράφισαν κοινωνίες τρομακτικές και όχι εξιδανικευμένες.

Οι προλετάριοι παρατημένοι στους εαυτούς τους θα συνεχίσουν να δουλεύουν, να γεννούν και να πεθαίνουν, όχι μόνο χωρίς να νιώθουν καμιά διάθεση να επαναστατήσουν, αλλά και χωρίς να έχουν την ικανότητα να καταλάβουν πως ο κόσμος θα μπορούσε να είναι διαφορετικός απ' ό,τι είναι. Θα μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνοι, μόνο αν η εξέλιξη της βιομηχανικής τεχνικής απαιτούσε να τους δοθεί μια καλύτερη μόρφωση. [...] Μπορεί να τους δοθεί ελευθερία σκέψης, γιατί δεν έχουν σκέψη  γράφει ο Τζωρτζ Όργουελ στο "1984".

Στο γαπητή Ελένα" οι τελειόφοιτοι μαθητές επισκέπτονται την καθηγήτριά τους την ημέρα των γενεθλίων της. Έχοντας ως πρόφαση ένα πάρτι-έκπληξη, την κρατούν σε ομηρία με σκοπό να τους δώσει το κλειδί του γραφείου όπου φυλάσσονται τα γραπτά τους, να αλλάξουν τους βαθμούς τους και να εξασφαλίσουν έτσι μια θέση στο πανεπιστήμιο. Η Ελένα, γεροντοκόρη καθηγήτρια, φορέας αξιών μιας εποχής που οι μαθητές της θεωρούν παρωχημένη, αρνείται να ενδώσει στις πιέσεις τους και παραμένει πιστή στα ιδανικά της. Η κριτική τη θεώρησε σύμβολο της  γραφειοκρατίας ενός απαρχαιωμένου συστήματος, κολλημένο υποστηρικτή ενός κόσμου που καταρρέει. Αν το σκεφτεί κανείς, είναι το μόνο πρόσωπο του έργου που χαρακτηρίζεται από ηθική ακεραιότητα.

Οι νέοι μαθητές αναζητούν την ταυτότητά τους μακριά από το σύστημα με τους κανόνες του οποίου γαλουχήθηκαν. Αποστρέφονται το σοβιετικό καθεστώς, μαθαίνουν αγγλικά, διαβάζουν Ναμπόκοφ.  Άλλοτε μοιάζουν φιλόδοξοι φερέλπιδες  και άλλοτε "εξαχρειωμένα μαθητούδια".

Λιάλια: Αχ, πόσο θα ήθελα να ΄χω δικό μου διαμέρισμα! Το πιστεύετε; Ακόμα ζω με τη μάνα μου στην κοινωνική εστία. Τέσσερις οικογένειες στο ίδιο διαμέρισμα. Να μένεις με τη μάνα σου στο ίδιο δωμάτιο δεν είναι κι ό,τι καλύτερο, έτσι δεν είναι; 
Ελένα: Ναι, αυτό το καταλαβαίνω!
Λιάλια: Εγώ είμαι πια ώριμος άνθρωπος... και αυτή μου φέρεται σα να είμαι ακόμα κοριτσάκι!
Ελένα: Ναι!
Λιάλια: Να φανταστείτε, έχω διαβάσει τον Ναμπόκοφ στα αγγλικά,   -το πρωτότυπο, και αυτή ακόμη μου εξηγεί πώς πρέπει να ζω!
Ελένα: Τι ακριβώς έχετε διαβάσει; 
Λιάλια: Τη Λολίτα! Έχετε διαβάσει τη Λολίτα; 
Ελένα: Όχι, δεν την έχω διαβάσει, αλλά την έχω ακούσει. Πολλά... Και τι; Σας φάνηκε ενδιαφέρον; 
Λιάλια: Τι να σας πω; Παντως εδώ ούτε καν θα το εκδίδανε.
Ελένα: Τώρα εκδίδουν διάφορα αλλά, από την άλλη, αν δεν το εκδίδουνε... καλά κάνουνε. Εγώ αυτό το συγκεκριμένο έργο δε θα το εξέδιδα. Ποτέ! Τώρα, όσον αφορά το διαμέρισμα, ξέρετε, κι εγώ ονειρεύομαι δικό μου διαμέρισμα. Αλλά όλη τη ζωή μου μένω με τη μητέρα μου. Είναι πάρα πολύ δύσκολο, αλλά πρέπει να έχεις υπομονή...

Αν σ' αυτή την περίπτωση οι νεαροί μαθητές ενσαρκώνουν τους οραματιστές  και η Ελένα έναν κόσμο τελματωμένο, τότε τι είδους κοινωνία οραματίζονται αυτοί οι τέσσερις; Μια κοινωνία αναξιοκρατική, όπου αλλάζοντας κανείς το αποτέλεσμα του απολυτηρίου του, εκβιάζοντας έναν κατώτερό του, ζητώντας τη διαμεσολάβηση των ανωτέρων του -εάν έχει τα μέσα- δωροδοκώντας ή χρηματιζόμενος, πάντως σίγουρα πατώντας επί πτωμάτων, πετυχαίνει; Ο μόνος από τους τέσσερις νέους που θα βγει από την όλη ιστορία αλώβητος είναι αυτός που δε θα αντισταθεί στον εκφυλισμό της ανθρώπινης φύσης του, που δε θα διστάσει να βιάσει τους καλύτερούς του φίλους.

Ελένα: Σας βαρέθηκα τόσο πολύ! Πραγματικά πιστεύετε πως θα με στήσετε στον τοίχο; Μικρά τιποτένια πλασματάκια, που φαντάστηκαν πως είναι άνθρωποι. Που πουλάνε και αγοράζουν ο ένας τον άλλον για το δικό τους συμφέρον. Ικανοί να συνθλίψουν, να αφανίσουν τον οποιονδήποτε βρεθεί στο δρόμο τους. [...] Με τι έχετε σκοπό να με καταπλήξετε; Πραγματικά πιστεύετε πως έχω δει λιγότερη από σας κακία, υποκρισία, ψέματα; Τι βλέπουν τα μάτια σας εκτός από φανταχτερά αμάξια, χρυσά κοσμήματα και πανάκριβα ρούχα, που σας ζαλίζουν; Ανακατεύομαι και μόνο που το σκέφτομαι. Μοντέρνοι! Εκσυγχρονιστές! Μάθατε κιόλας να δικαιολογείτε την ανηθικότητά σας ρίχνοτας το φταίξιμο στην κοινωνία. Έχω δει πολλά καθάρματα στη ζωή μου. Δεν είστε καθάρματα! Είστε μικροαστοί από βαρεμάρα, από σαχλαμάρα, από την κορυφή ως τα νύχια. Κι ο Θεός σας είναι τα λεφτά.
 
Η Ελένα ζει στο ίδιο διαμέρισμα με τη μάνα της. Το σκηνικό λιτό. Ένα τραπεζάκι, λίγα λουλούδια στο βάζο, ένας παλιομοδίτικος καναπές, λίγα βιβλία στη βιβλιοθήκη, ένα λουτρό, μια κουζινούλα. Ένα σκηνικό που στο σύγχρονο θεατή προκαλεί μάλλον αποστροφή. Μα δεν είναι σκέτη αποστροφή, είναι αποστροφή που εναλλάσσεται και με το αντίθετό της. Είναι αποστροφή μαζί και νοσταλγία.  Εδώ η θεατρική σκηνή δε λειτουργεί ως σύμβαση, αλλά απόλυτα ρεαλιστικά. Αν η Ελένα ήταν πραγματικό πρόσωπο, το πιθανότερο θα ήταν το διαμέρισμα που θα μοιραζόταν με την μητέρα της να μην ξεπερνούσε σε τετραγωνικά μέτρα το σκηνικό του θεάτρου.

Τα παράθυρα καλύπτει μια ταπετσαρία, που απεικονίζει πιστά τη θέα από όλα τα διαμερίσματα της εποχής: τεράστιες πολυκατοικίες -τερατόμορφα δείγματα της αρχιτεκτονικής του σοσιαλισμού ρεαλισμού που μοιάζουν να μη στέγασαν ανθρώπους, αλλά αριθμούς. 

Τους στέγασαν όμως. Αυτοί που κάποτε στοιβάχτηκαν σε μικροσκοπικά δωμάτια, που μοιράστηκαν κοινά μπάνια και κουζίνες, που ξεχώριζαν τα δωμάτιά τους με νοσοκομειακά παραβάν, στη μετα-σοσιαλιστική εποχή της ανταγωνιστικής καπιταλιστικής Ρωσίας δεν είχαν και πολύ καλύτερη τύχη. Οι περισσότεροι παρέμειναν αριθμοί που αύξησαν το ποσοστό των αστέγων και ανέργων της Μόσχας.

Σήμερα ζούμε σε κοινωνίες όπου μπορεί να βρει κανείς τα πάντα. Να τα βρει, αλλά όχι να τα αγοράσει. Μπορεί όμως να δανειστεί για να αγοράσει τα πάντα. Να δανειστεί, αλλά όχι να αποπληρώσει τα χρέη του.

Σύνορα δεν υπάρχουν, αλλά άνθρωποι θαλασσοπνίγονται στην προσπάθειά τους να τα δρασκελίσουν. Και παραμένουμε αριθμοί. Αριθμοί που εμπλουτίζουν τους τίτλους στα δελτία ειδήσεων. 

***


Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: 

Τζωρτζ Όργουελ, 1984, Κάκτος, Αθήνα 1992.

Λουντμίλα Ραζουμόβσκαγια, Αγαπητή Ελένα, Εκδόσεις Σοκόλη - Ομάδα Νάμα (Επί Κολωνώ), Αθήνα 2014.