Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020

Kate Greenaway: ποιήματα, τραγούδια, παραμύθια

Θα μπορούσαμε να κάνουμε εκατοντάδες αναρτήσεις, αλλά και πάλι δεν θα ήταν αρκετές για να παρουσιάσουν το έργο της Kate Greenaway στο σύνολό του. Τι να πρωτοπείς για μια εικονογράφο που έκανε τα πάντα. 

H Greenaway γεννήθηκε το 1846 στο Χόξτον της Μεγάλης Βρετανίας. Ήταν μια βικτωριανή κυρία με τα όλα της, αν και η καταγωγή της υπήρξε ταπεινή. Το καλλιτεχνικό ταλέντο στην οικογένειά της ήταν έντονο. Ο πατέρας της ήταν ένας από τους καλύτερους Βρετανούς χαράκτες και η ίδια από την παιδική ηλικία ασχολήθηκε με το σχέδιο, τη χαρακτική και το κέντημα. Από πολύ μικρή παρακολουθούσε νυχτερινά μαθήματα ζωγραφικής, χαρακτικής και λιθογραφίας που προορίζονταν μόνο για γυναίκες, ενώ αργότερα σπούδασε στο Royal Female School of Art. Στην αρχή της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας σχεδίαζε κυρίως καρτ-ποστάλ: κάρτες για τα Χριστούγεννα, για τον Άγιο Βαλεντίνο, για γιορτές και για γενέθλια.  

Το πρώτο βιβλίο που εικονογράφησε ήταν το Under the Window. Κυκλοφόρησε το 1878, έγινε μεγάλη επιτυχία και την καθιέρωσε στο βρετανικό κοινό ως μια από τις σημαντικότερες εικονογράφους παιδικών βιβλίων. Ακολούθησαν πολλά άλλα, μεταξύ των οποίων τ0 γνωστό Mother Goose και το Little Ann, ένα βιβλίο με ομοιοκατάληκτα παιδικά ποιήματα και τραγούδια. 

Mother Goose (1881)

Little Ann (1883)

Μαγική εικονογράφηση είχαν επίσης τα Merigold Garden και το παραμύθι του Robert Browning, The Pied Piper of Hamelin.


Merigold Garden (1885)



Σε κάθε της βιβλίο, οι παστέλ αποχρώσεις, τα ροδαλά πρόσωπα και τα απαλά χρώματα του φυσικού τοπίου άλλοτε γεμίζουν τη σελίδα και άλλοτε χρωματίζουν μια μικρή γωνίτσα της, θυμίζοντας την τέχνη της μικρογραφίας που συναντά κανείς σε μεσαιωνικά χειρόγραφα και όχι μόνο. 





Συχνά οι χαρακτήρες των βιβλίων της φορούσαν μεγαλοπρεπή βασιλικά ρούχα. Οι εικόνες τους αγαπήθηκαν τόσο από το αναγνωστικό κοινό, που την καθιέρωσαν ακόμη και στο σχέδιο ενδύματος. Σε εμάς θυμίζουν περισσότερο εκείνες τις όμορφες κούκλες με τις πλαστικές μπούκλες και τα πορσελάνινα πρόσωπα, που δεν έμοιαζαν καθόλου παιδιά, αλλά προσποιούνταν τα μωρά στην αγκαλιά μας, κλείνοντας υποκριτικά τα μάτια τους κάθε φορά που τις ξαπλώναμε στο καροτσάκι τους. 


***


Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

Εξώφυλλα #27: Kate Greenaway

Under the Window (1878)


Mother Goose (1881)

Language of Flowers (1884)


Marigold Garden (1885)

A Apple Pie (1886)

The Queen of the Pirate Isle (1886)
 

Rhymes for the Young Folk (1887)


The Pied Piper of Hamelin (1888)


Book of Games (1889)

The April Baby's Book of Tunes (1900)

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2020

Σουπιά


Το ιστολόγιο αγαπά πολύ τα ζώα. Όλα τα ζώα και λίγο περισσότερο τα θηλαστικά. Μπορώ να επιχειρηματολογήσω υπέρ αυτής της επιλογής, αλλά θα το αποφύγω καθότι έχει γίνει ήδη σε άλλη ανάρτηση. Την αγάπη μας για τα ζώα την αποδεικνύουν περίτρανα οι αναρτήσεις και τα αφιερώματα που έχουν γίνει γι'αυτά, αλλά και η προσωπική μου ταύτιση με το πρόβατο. Στη στήλη Ζώα μπορεί κανείς να βρει κείμενα για τον γορίλα, την αρκούδα, τη φάλαινα, τον ελέφαντα, τους σκύλους και τις γάτες. Για να μη μιλήσω για τα εκατοντάδες εικονογραφημένα ζώα που έχουν παρελάσει εδώ και τους αγαπημένους μας φιλόζωους λογοτέχνες. 

Σκεφτόμουν λοιπόν πως μια μάλλον υποτιμημένη κατηγορία είναι τα μαλάκια, αυτά τα αναίμακτα οργανάκια που ζουν στις θάλασσες και κυκλοφορούν σε υπέροχα χρώματα και σχήματα, απειλούνται διαρκώς από τα ψάρια -τα τρώνε ακόμη και οι χορτοφάγοι- και έχουν καταπληκτικούς τρόπους να προφυλάσσουν τον εαυτό τους. 

Ένα από αυτά, που τιμήθηκε και από τη λαϊκή θυμοσοφία, είναι φυσικά η σουπιά, που φιγουράρει η κακομοίρα στο σαρακοστιανό τραπέζι μας, άλλοτε κοκκινιστή και άλλοτε μαγειρεμένη με σπανάκι. 

Η σουπιά είναι ο "χαμαιλέων του βυθού". Της αρέσει να παίρνει τα χρώματα του περιβάλλοντός της και να καμουφλάρεται. Μπορεί να μη θέλει και πολλά πολλά με τους γειτόνους της ή να εφαρμόζει το "λάθε βιώσας" που λέμε, όπως κάνω ώρες ώρες κι εγώ. Έτσι, σουπιά ονομάζουμε τον άνθρωπο που ξεγλιστράει, που ξεφεύγει από τις δυσκολίες, που την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια όποτε τα βρίσκει σκούρα. (Εγώ, πάντως, αυτό δεν το κάνω ποτέ).

Ray Caesar

Η σουπιά ανήκει στην οικογένεια των κεφαλόποδων, όπως το καλαμάρι και το χταπόδι. Πρόκειται για οργανισμούς που έχουν κατά βάση κεφάλι και πόδια, ήτοι πλοκάμια. Στα πλοκάμια τους υπάρχουν βεντούζες, κι έτσι κολλάνε στα βράχια εύκολα κι εμείς συνηθίζουμε να λέμε πως απλώνει τα πλοκάμια του αυτός που μας παραπλανά, μας ξεγελά, μας απειλεί ή μας τυλίγει. Οι παροιμίες, βλέπουμε, έχουν αδυναμία στις γυναίκες. Αυτές είναι πάντα οι ειδικές στο "τύλιγμα". 

Τα κεφαλόποδα έχουν επίσης τη συνήθεια να βγάζουν μελάνι κάθε φορά που απειλούνται και αυτός ίσως είναι άλλος ένας λόγος για τον οποίο την πονηρή γυναίκα, ίσως και την υποκρίτρια, να την αποκαλούμε σουπιά, αφού μας ρίχνει "στάχτη στα μάτια". 

Η σουπιά, πάντως, είναι πεντανόστιμο ζωάκι -ας πούμε ότι μιλάμε μεταφορικά, για να μη δυσαρεστήσουμε κανέναν- και κατά τη γνώμη μου όμορφο και χαριτωμένο. Έχει μεγάλα μάτια και είναι και κάπως χαμογελαστή. 

Δεν ξέρω ποια είναι η ερωτική της συμπεριφορά και κατά πόσο φημίζεται για την ελευθεριακή σεξουαλικότητά της, αλλά να πω τελειώνοντας πως αν συμβουλευτεί κανείς την wikipedia για να μάθει κατιτίς για τη σουπιά, θα δει την παραπάνω φωτογραφία, όπου δύο σουπιές συνουσιάζονται και μια φίλη τους τις παρακολουθεί. 

Αυτά για να αποκτήσουμε λίγη περισσότερη ενσυναίσθηση για τις σουπιές. 

***

Κυριακή 30 Αυγούστου 2020

Οι χαρές του γήρατος


Βάλε φόρμες, βγες έξω, ξεκίνα το τζόκινγκ.

Μακριά από βούτυρο κι αυγά. Πρόσεχε το ποτό.

Το πολύ ζεστό και το πολύ κρύο να τ’ αποφεύγεις.

Τσιγάρο; Ούτε γι’ αστείο.

Να ψάχνεις το σώμα σου για εξογκώματα.

Να ξεκουράζεσαι. Τους φόβους σου να τους ελέγχεις.

Και, λογικά, αν δεν συμβεί κανένα ατύχημα,

θα ζήσεις έτη και έτη εν ειρήνη –έτη πολλά.



Αυτά της είπαν οι γιατροί.

Και η κυρία έπραξε αναλόγως.

Ως ανταμοιβή των κόπων της,

δρέπει τις χαρές του γήρατος.

Πλέον, εγκατεστημένη στον οίκο ευγηρίας

                                                                “Το ηλιοβασίλεμα”,

εντρυφεί σε ποικίλες απολαύσεις,

όπως σταυρόλεξα, επιχρωματισμό σχεδίων σε μπλοκ

                                                                                     ζωγραφικής

και ανά δεκαπενθήμερο, βραδιές μπίνγκο.

Άλντεν Νόουλαν, Θησαυροί επί γης


[1] Άλντεν Νόουλαν, Χαίρομαι που είμαι εδώ (μτφρ. Γιάννης Παλαβός), Loggia, Αθήνα 2020. 

[2] Φωτογραφία: © Hanna Lenz

Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

Φραντς Κάφκα: Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου



Έρχεται πάλι καλοκαιριάτικα αυτός 
ο Φραντς Κάφκα. Κάθεται. Παίζουμε σκάκι. 
Πίνουμε γάλα –που πολύ ταιριάζει 
με τα μαύρα ρούχα– Λέμε αστεία 
και γελάμε. Έχει ένα σιδερένιο βήχα
που με αναστατώνει. Βγάζει το παλτό
και με ρωτάει για σένα. Του εξηγώ
ότι κοιμάσαι δίπλα. Συνεχίζουμε. 
Τα ξημερώματα φεύγει, παίρνοντας μαζί του
το μισό δωμάτιο –όπως πάντα με κερδίζει–
Γιάννης Κοντός 

Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Μόνο όνειρα, καθόλου ύπνος. 
[Ημερολόγιο, 21 Ιουλίου 1913]

Μια συλλογή ονείρων του Κάφκα μπορεί να διαβαστεί σαν συλλογή διηγημάτων. Αλλόκοτα, φανταστικά, βασανιστικά, απογυμνωμένα από μυθοπλασία, τα όνειρα απηχούν τις βαθύτερες ανησυχίες του. Σε επιστολές προς αγαπημένα του πρόσωπα, σε προσωπικά σημειώματα και σε ημερολόγια συχνά αφηγείται εφιαλτικές στιγμές της νύχτας, όταν τα όνειρα τον απομακρύνουν από τον ύπνο.  "Η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων ως αστείρευτη πηγή παρανοήσεων, και βέβαια ο κόσμος, με το θόρυβο, τη βρόμα και τη συνεχή του κίνηση ως ανυπέρβλητο εμπόδιο ανάμεσα στο υποκείμενο και στην πραγμάτωση των στόχων του" είναι σταθερές που απαντούν στα γραπτά του και στα όνειρά του.


Σήμερα το μεσημέρι, πριν με πάρει ο ύπνος –δεν αποκοιμήθηκα όμως–, βρισκόταν ξαπλωμένος πάνω μου ο κορμός μιας γυναίκας από κερί. Το πρόσωπό της ήταν γερμένο πάνω στο δικό μου, το αριστερό της μπράτσο πίεζε το στήθος μου. [Ημερολόγιο, 16 Νοεμβρίου 1911] 

Όταν ήμουν ξαπλωμένος σήμερα το απόγευμα στο κρεβάτι και κάποιος γύρισε γρήγορα το κλειδί στην κλειδαριά, βρέθηκα να έχω για μια στιγμή κλειδαριές σε όλο μου το σώμα, σαν να βρίσκομαι σε αποκριάτικο χορό, και σε τακτά χρονικά διαστήματα ανοίγει και κλείνει, μια εδώ, μια εκεί, κάποια κλειδαριά.  [Ημερολόγιο, 30 Αυγούστου, 1912]

Επιστολές σε ερωμένες, γράμματα στον πατέρα, αποσπάσματα ημερολογίων φέρνουν στο φως την πιο σκοτεινή πλευρά του· αυτή που έχει καθιερώσει το επίθετο "καφκικός" για τον χαρακτηρισμό του ζοφερού, του ασφυκτικού, του εφιαλτικού, του ανοίκειου. 


Στον αντίποδα αυτών, σκέφτομαι τον Κάφκα σαν μια τρυφερή ύπαρξη, ένα παιδί που αρνήθηκε να αποχωριστεί την αθωότητα, που δεν μπόρεσε να ενηλικωθεί. Σκέφτομαι διαρκώς τη σχέση του με το κοριτσάκι του πάρκου.

Σε μια από τις βόλτες του, ο Κάφκα συνάντησε ένα κορίτσι που έκλαιγε απαρηγόρητο γιατί έχασε την κούκλα του. Τη διαβεβαίωσε πως η κούκλα δεν έχει χαθεί, αλλά έχει φύγει για ταξίδι και μάλιστα του είχε δώσει ένα γράμμα για τη μικρή της φίλη. Ο συγγραφέας αφιέρωσε εκείνο το βράδυ για να γράψει ως κούκλα στο κοριτσάκι, ενώ για αρκετές εβδομάδες κλεινόταν στο γραφείο του και, απόλυτα αφοσιωμένος στο έργο που είχε αναλάβει, υποδυόταν μέσα από τα γραπτά του την κούκλα που γυρίζει τον κόσμο. 

Ήταν ένας τρόπος διώξει τους εφιάλτες του ή να διασκεδάσει μια παιδική απογοήτευση, από αυτές που κανείς μας δεν έχει ξεχάσει;

***

[1] Franz Kafka, Όνειρα (πρόλογος - μετάφραση: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη), Άγρα, Αθήνα 2020

Τρίτη 4 Αυγούστου 2020

Χωρίς πρόσωπο


Ο παιδίατρος, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος, παρότι δεν το έδειχνε, είπε στην ανήσυχη μητέρα να πει στον Αντρέα, όταν το πρωί πλένει το πρόσωπό του, να μην το τρίβει με δύναμη διότι φθείρεται και χάνονται τα χαρακτηριστικά του. "Κινδυνεύει, αν δεν προσέξει, να φτάσει δεκαπέντε χρονών παλικαράκι και να μην έχει καθόλου πρόσωπο". "Και πού 'ν' το κακό;", ρώτησε αυθόρμητα η σκληρυμένη από τη συμφορά που τη βρήκε μάνα. "Έλα, ντε", μουρμούρησε αυθόρμητα ο παιδίατρος. 

***

[1] Κώστας Βραχνός, Πρώτα ο Θεός, Νεφέλη, Αθήνα 2017. 
[2] Φωτογραφία: Chimuo Nureki

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

Ποιους χτύπησε η ισπανική γρίπη;


Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, ευρωπαίοι γιατροί και επιδημιολόγοι αρχίζουν να υποστηρίζουν την άποψη ότι διαφορές στη θνησιμότητα κυρίως για τις λοιμώδεις ασθένειες πρέπει εν μέρει να σχετίζονται με την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των ασθενών. Κατά την άποψή τους, οι πληθυσμοί των αγροτών και των εργατών, που δεν συμμετέχουν στην πρόοδο της ιατρικής επιστήμης, καθώς οι συνθήκες της ζωής και της εργασίας τους ευνοούν τις λοιμώξεις (σκληρή ζωή στο εργοστάσιο για τους μεν, έκθεση στις δύσκολες καιρικές συνθήκες για τους δε, μεγάλος συγχρωτισμός στους χώρους κατοικίας...), υπέφεραν περισσότερο από τις ασθένειες αυτές.

Το 1918-1919, ο χάρτης της υπερ-θνησιμότητας που οφείλεται στη γρίπη, στο Παρίσι, δείχνει καλές συνοικίες της δυτικής πλευράς να έχουν παραδόξως έντονα πληγεί, αλλά η αύξηση της θνησιμότητας αφορά κυρίως το υπηρετικό προσωπικό, του οποίου οι συνθήκες διαμονής είναι δύσκολες και ευνοούν τις πνευμονικές λοιμώξεις: σοφίτες που δεν αερίζονται καλά, πολύ ζεστές το καλοκαίρι και πολύ κρύες τον χειμώνα, υγροί χώροι ισογείων που βλέπουν στην εσωτερική αυλή, συν το στρες και η βαριά εργασία των δέκα ή δώδεκα ωρών ημερησίως. Στο Παρίσι, το 1918-1919, πρέπει να πέθαναν από τη γρίπη 1355 γυναίκες οικιακές βοηθοί (μαγείρισσες, καθαρίστριες, θυρωροί). Οι μελέτες που αφορούν το Παρίσι, το Σίδνεϊ, και το Σικάγο καταδεικνύουν καθαρά τη σχέση της θνησιμότητας από τη γρίπη με την προηγηθείσα θνησιμότητα, όπως και με τον αριθμό των ατόμων ανά σπίτι ή με τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας –καθώς η έλλειψη θέρμανσης και η ατμοσφαιρική ρύπανση έχουν καταδειχθεί ως επιβαρυντικοί παράγοντες.

Οι αγροτικές ζώνες, αν και έχουν το προνόμιο ότι είναι απομονωμένες και ότι η επιδημία εμφανίζεται σε αυτές καθυστερημένα, δεν υποφέρουν λιγότερο. Στην Ινδία, στην ύπαιθρο, η επιδημία είναι εκτός ελέγχου: έλλειψη γιατρών, νοσοκόμων, κλινικών και φαρμάκων, ενώ δεν γίνεται λόγος για ανάπαυση. Το ίδιο ισχύει και για τις Μεσοδυτικές Πολιτείες, καθώς και για τις αγροτικές ζώνες της Αφρικής. Στη Γαλλία, η θνησιμότητα είναι ιδιαίτερα αυξημένη στα κεντροανατολικά αγροτικά διαμερίσματα και στις Νότιες Άλπεις, όπου η ιατρική παρουσία είναι ανεπαρκής. Η εγγύτητα με τα σύνορα μπορεί επίσης να έπαιξε ρόλο, καθώς πολλοί πρόσφυγες και πρώην αιχμάλωτοι περνούν στο τέλος του πολέμου από την Ελβετία στην Ιταλία.

***

[1] Freddy Vinet, Η μεγάλη γρίπη του 1918: Η χειρότερη πανδημία του 20ού αιώνα. Ιστορία της ισπανικής γρίπης (μετάφραση: Αριστέα Κομνηνέλλη), Μεταίχμιο, Αθήνα 2020