Τρίτη 26 Μαΐου 2020

Θηριόμορφοι



Εκεί που συναντιούνται η ομιλία με τη σιωπή, το νοσηρό με το αθώο, το κτηνώδες με το ανθρώπινο, συναντιέται η ζωή με τον θάνατο· το αρσενικό με το θηλυκό που πασχίζουν να κατακτήσουν το ένα το άλλο. 

Πριν καλά καλά προλάβει να γυρίσει, το παράξενο θέαμα εμφανίστηκε μπροστά της ξαφνικά και ανεπαίσθητα, σαν όραμα. Ήταν μια αλεπουδίτσα που πλησίαζε αργά αλλά άφοβα το μικρό κορίτσι. 

Το είδωλό της έσμιξε μ' εκείνο της αλεπουδίτσας σαν σε σφιχτή αγκαλιά και τότε, κατάλαβε ότι τρύπωσε στο σώμα της η ψυχή της αλεπούς, κι έπρεπε να κρατήσει μέσα της την ψυχή αυτή ζωντανή και άθικτη, έπρεπε να μείνει σφραγισμένη μέσα της, όπως το ζώο στον πάγο -γι αυτό και η Λουτσία σφράγισε το στόμα της και δεν το άνοιξε ούτε καν για να χαιρετήσει τους γονείς της.


Φορώντας ζωόμορφες μάσκες, οι εραστές ανταλλάσσουν ρόλους σε ένα θέατρο απ' όπου δύσκολα επιστρέφουν. Σωριάζονται ματωμένοι στη σκηνή όπως η χορεύτρια στη Διπλή ζωή της Βερόνικας, που παρακολουθεί τον κουκλοπαίκτη να παίζει τη δική της τύχη στα χέρια του και όχι της μαριονέτας του. 


Κρατούσε στο αριστερό της χέρι ένα μαύρο κοτσύφι και στο δεξί μια διάφανη χάντρα που ετοιμαζόταν να την ταΐσει στο πουλί. Η χάντρα -το ήξερε μέσα στον ύπνο της- ήταν το μάτι της Αγίας. Η Αγία Λουτσία πρόσφερε οικειοθελώς τους οφθαλμούς της.

Μια αγία προσφέρει οικειοθελώς τα μάτια της σε ένα κοράκι και αποχαιρετά για πάντα την εικόνα της για τον κόσμο. Ένα κορίτσι αποχωρίζεται τον λόγο κλείνοντας μέσα της την ψυχή μιας αλεπούς. Δεν θα ξαναβγάλει μιλιά. Μια γυναίκα χάνει την παρθενιά της παρακολουθώντας τον πατέρα της να μεταμορφώνεται σε λύκο. 






Ποιος είναι το θηρίο και ποιος το θήραμα; Ποιος ο θύτης και ποιο το θύμα; Οι λέξεις ή οι εικόνες που τις συνοδεύουν αφηγούνται τις ιστορίες των Θηριόμορφων; Ένα μυθιστόρημα πλαισιώνει το απόκοσμο φωτογραφικό σύμπαν της Laura Makabresku. 

***


[1] Έλενα Μαρούτσου, Θηριόμορφοι, Πόλις, Αθήνα 2020. 

[2] Φωτογραφίες: ©Laura Makabresku 

[3] Περισσότερα για τη φωτογράφο εδώ, εδώ και εδώ. 


Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Επιστολές στον Στάλιν


Δεν θέλω να ζω με επιδόματα, να χαρακτηριστώ ανάπηρος και, ακόμα περισσότερο δεν θέλω να πάρω πολιτική σύνταξη. Όλη την ενήλικη ζωή μου ήμουν συγγραφέας. Αυτό ήταν το μόνο που σκεφτόμουν, αυτό ήταν το μόνο που με κρατούσε στη ζωή. Συγγραφέας λοιπόν θα παραμείνω μέχρι τέλους. Από την πολιτική απομακρύνθηκα μια και καλή όσο ήμουν ακόμη νέος, και δεν πρόκειται να τραφώ τώρα από αυτό που μου είναι πλέον τόσο ξένο και άχρηστο. Στα νιάτα μου αφιερώθηκα στην πολιτική, τώρα όμως δεν έχω άλλα πάρε δώσε μ’ αυτήν. Έχουμε πατσίσει. Τελεία και παύλα.

                                                                                                                                                                           Αλεξάντρ Γκριν[1]

Δουλειά μου είναι η λογοτεχνία. Δεν έχω πολιτικό προσανατολισμό και το ζήτημα που με απασχολεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είναι η λογοτεχνία. Δηλώνω ότι στον τομέα της λογοτεχνίας δεν είμαι σύμφωνος με τη σοβιετική πολιτική και επιθυμώ, ως αντιστάθμισμα των μέτρων που ισχύουν σήμερα, την ελευθερία λόγου τόσο για την προσωπική μου δημιουργία, όσο και για εκείνη των λογοτεχνών με τους οποίους συνδέομαι πνευματικά και ανήκουμε στην ίδια λογοτεχνική ομάδα.

Δανιήλ Χαρμς[2]


Στο βιβλίο Επιστολές στον Στάλιν οι λογοτέχνες Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ και Γεβγκένι Ζαμιάτιν απευθύνουν έκκληση στον "πατερούλη" να τους επιτρέψει την προσωρινή έξοδο από τη χώρα, προκειμένου να ζήσουν για ένα χρονικό διάστημα στο εξωτερικό και επιστρέφοντας να αφοσιωθούν στην τέχνη τους. Έχουν περιπέσει και οι δύο σε δυσμένεια. Ο πρώτος μεταχειρίζεται στο έργο του τον σαρκασμό και τη σάτιρα με τρόπο που δεν αρέσει στην εξουσία, ενώ ο δεύτερος με το δυστοπικό του μυθιστόρημα Εμείς, που εκδόθηκε στο Βερολίνο το 1921, παρουσιάζει μια ζοφερή κοινωνία που παραπέμπει στο καθεστώς των μπολσεβίκων. Ο Μπουλγκάκοφ κατηγορήθηκε γιατί με το έργο του καλλιεργούσε στον αναγνώστη "διάθεση δυσπιστίας απέναντι στις δημιουργικές δυνατότητες της επανάστασης, διάθεση κοινωνικής απαισιοδοξίας".

Στον απολογισμό της Γκλαβλίτ, του 1931, αναφερόταν: “Ταλαιπωρηθήκαμε πολύ καιρό με συγγραφείς όπως, για παράδειγμα, ο Μπουλγκάκοφ. Όλοι υπολογίζαμε πως ο Μπουλγκάκοφ με κάποιο τρόπο θα κατάφερνε να περάσει σε νέα τροχιά, να προσεγγίσει το σοβιετικό οικοδόμημα και να πορευτεί μαζί μας ως συνοδοιπόρος, αν όχι ως αριστερός, τουλάχιστον ως δεξιός ή κεντρώος ή ως κάτι άλλο. Η πραγματικότητα όμως μας έδειξε ότι ένα μέρος των συγγραφέων ήρθε μαζί μας, όμως ένα άλλο μέρος, σαν τον Μπουλγκάκοφ, δεν ήρθε μαζί μας και παρέμεινε η πιο εχθρική μερίδα του πληθυσμού έως και σήμερα".

Η επιστολογραφία αποτελούσε παράδοση στην τσαρική Ρωσία που επιβίωσε και στη Σοβιετική Ένωση. Λέγεται ότι ο Καλίνιν έλαβε ενάμισι εκατομμύριο επιστολές μέσα σε μια διετία. Ο Ζαμιάτιν εισακούστηκε και κατάφερε να διαφύγει. Ο Μπουλγκάκοφ αφέθηκε στη νευρασθένεια και τις ψευδαισθήσεις που του δημιούργησαν οι ψεύτικες υποσχέσεις και η αναμονή –πάγια τακτική του Κόμματος.

Έγραψαν για μένα πως ήμουν “παραδουλεύτρα της λογοτεχνίας”, που μαζεύω τα αποφάγια του “εμετού μιας ντουζίνας μουσαφίρηδων”. 

Επιστολή Μπουλγκάκοφ

Αν δεν είμαι εγκληματίας, παρακαλώ να μου επιτρέψετε να φύγω στο εξωτερικό, προσωρινά, έστω και για έναν χρόνο, ώστε να μπορώ να επιστρέψω μόλις καταστεί δυνατό στη χώρα μας να υπηρετήσω τη λογοτεχνία με μεγάλες ιδέες χωρίς να υπηρετώ μικρούς ανθρώπους, μόλις στη χώρα μας, έστω και μερικώς, αλλάξουν οι απόψεις για το ρόλο του λογοτέχνη.

Επιστολή Ζαμιάτιν


Αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, η σοβιετική ηγεσία αποφάσισε να αξιοποιήσει την τέχνη ως μέσο κρατικής προπαγάνδας. Η λογοτεχνία αποτέλεσε το σημαντικότερο μέσο διαπαιδαγώγησης των μαζών και όφειλε να τους εμφυσήσει επαναστατική συνείδηση. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, πολύ πριν την ίδρυση της Σοβιετικής Ένωσης Καλλιτεχνών (1932), την Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων και την επικράτηση του δόγματος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (1934), το Κομμουνιστικό Κόμμα ανάγκασε διανοούμενους και καλλιτέχνες να στηρίξουν την εξουσία των Σοβιέτ και να καταδικάσουν με την τέχνη τους οτιδήποτε "αντιδραστικό".

Το 1928 η Κεντρική Επιτροπή του Μπολσεβικικού Κόμματος άρχισε να στέλνει συγγραφείς σε εργοστάσια για να εμπνευστούν μυθιστορήματα που θα υμνούσαν τις μηχανές και τα μέσα παραγωγής. Οι αλλαγές παγιώθηκαν το 1934, όταν στο 1ο Πανενωσιακό Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων ο Ζντάνοφ διατύπωσε τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και με το σύνθημα «Κάψτε τον Ραφαήλ» έριξε το ανάθεμα στην τέχνη του παρελθόντος. 

 Pavel Orinyansky

Το δικαίωμα στην πνευματική ελευθερία δεν υπήρξε ποτέ αυτονόητο, όπως ονειρεύτηκαν οι διανοούμενοι που θέλησαν να διατηρήσουν αυτόνομη κριτική σκέψη στο πλαίσιο της κομμουνιστικής στράτευσης. Όσοι παρέμειναν νηφάλιοι βρέθηκαν απολογούμενοι σε ένα αστυνομικό κράτος, βασικό χαρακτηριστικό του οποίου υπήρξε ο κομμουνιστικός δογματισμός. Η θεματολογία των λογοτεχνικών έργων ήταν σε μεγάλο βαθμό περιορισμένη και όφειλε να αποτυπώνει τη θετική πλευρά της σοβιετικής πραγματικότητας. Οι τάσεις φυγής, ήρωες που αντιμετωπίζουν υπαρξιακά αδιέξοδα ή διλήμματα, το όνειρο, η φαντασία, οι αισθητικοί πειραματισμοί, η αλληγορία, πολλά από τα βασικά συστατικά της λογοτεχνίας εν γένει, απαγορεύτηκαν.

Το αισθητικά ωραίο ήταν ασύμβατο με το πολιτικά ορθό και αρκετοί συγγραφείς κινδύνευσαν, κυνηγήθηκαν, εξορίστηκαν και τελικά εκτελέστηκαν ή πέθαναν μετά από βασανιστήρια, πείνα και κακουχίες. Ο Δανιήλ Χαρμς, ο Αλεξάντρ Γκριν, ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, ο Μπορίς Πιλνιάκ ήταν μερικοί απ’ αυτούς.

Ακριβώς επειδή η λογοτεχνία, με τη Ρωσική Επανάσταση, βρήκε για πρώτη φορά στα ρωσικά χρονικά τόσο ευρεία εκτίμηση από την πολιτική ηγεσία, το κλίμα για πολλούς λογοτέχνες κατέληγε συχνά ασφυκτικό. Από τη στιγμή που η εξουσία στο ανώτατο επίπεδο είχε αποφασίσει ότι η λογοτεχνία θα αποτελούσε σημαντικό εργαλείο κρατικής προπαγάνδας, ήταν αναμενόμενο πως δεν γινόταν να παραμείνουν ανέγγιχτοι και ελεύθεροι οι “πραγματικοί καλλιτέχνες του λόγου” –όσοι δηλαδή θα διατηρούσαν την αναπόφευκτη ειρωνεία, την κριτική απόσταση, τη φρεσκάδα του βλέμματος και τη χαρά της απρόβλεπτης, και γι’ αυτούς του λόγους τρομαχτικής στην εξουσία, δημιουργίας.


Οι λογοτέχνες δεν υπέφεραν μόνο από την πολιτική ηγεσία, αλλά και από τους ομοτέχνους τους. Ο Στάλιν γνώριζε πολύ καλά πως θα έβρισκαν τρόπο να οδηγηθούν στην αλληλοεξόντωση και δημιούργησε μια "γραφειοκρατία της κουλτούρας", με αυστηρή ιεραρχία και εναλλασσόμενους ρόλους. Μαζί με τις επιστολές των δύο λογοτεχνών που αναφέρθηκαν δημοσιεύεται στην έκδοση και το κείμενο του Ζαμιάτιν Φοβάμαι, όπου ο συγγραφέας εκφράζει την ανησυχία του για το μέλλον της ρωσικής λογοτεχνίας, τονίζοντας πως αυτή δεν μπορεί να δημιουργηθεί από υπαλλήλους του Κόμματος που "συνθέτουν ύμνους και πετάνε λάσπη στη διανόηση". 

Η αληθινή λογοτεχνία υπάρχει μόνο εκεί που τη δημιουργούν τρελοί, ερημίτες, ονειροπόλοι, επαναστάτες και αμφισβητίες.[...] Φοβάμαι πως δεν πρόκειται να έχουμε πραγματική λογοτεχνία όσο δεν αποποιούμαστε αυτόν τον παράξενο νέο Καθολικισμό που φοβάται τον αιρετικό λόγο όσο και ο προηγούμενος. Και αν αυτή η αρρώστια παραμείνει ανίατη, φοβάμαι πως η ρωσική λογοτεχνία ένα μέλλον θα έχει μόνο: το παρελθόν της. 

Στις επιστολές που απευθύνουν οι λογοτέχνες στον Στάλιν, ο αναγνώστης διαβάζει την απελπισία στα λόγια εκείνων που θέλησαν “να υπηρετήσουν μεγάλες ιδέες, χωρίς να υποτάσσονται σε μικρούς ανθρώπους”.

***

[1] N.N Grin, Αναμνήσεις για τον Αλεξάντρ Γκριν, Μόσχα 2015. Στο: Αλεξάντρ Γκριν, Πορφυρά πανιά (μετάφραση: Ιοκάστη Καμμένου, επίμετρο: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου), Κίχλη, Αθήνα 2013.

[2] Από τα κείμενα ανακρίσεων του Δανιήλ Χαρμς. Στο: Δανιήλ Χαρμς, Γαλάζιο τετράδιο (επιλογή-μετάφραση-χρονολόγιο-σημειώσεις: Ροδούλα Παππά), Νεφέλη, Αθήνα 2017.

[3] Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ - Γεβγκένι Ζαμιάτιν, Επιστολές στον Στάλιν (πρόλογος-μετάφραση-σημειώσεις: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου), Άγρα, Αθήνα 2020. 


Τρίτη 12 Μαΐου 2020

"Τ' αμερικάνικα" - Εξώφυλλα #26: Lois Lenski


H Lois Lenski ήταν Αμερικανίδα εικονογράφος και συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Γεννήθηκε το 1893 και καταγόταν από το Οχάιο. Πέθανε το 1974, έχοντας εκδώσει περίπου 100 βιβλία, παιδικά τα περισσότερα. Έγραψε παιδικά τραγουδάκια και νανουρίσματα, σύντομες ιστορίες και ποίηση.


Η πιο γνωστή σειρά βιβλίων της ήταν ο Mr. Small, που λατρεύτηκε από τους μικρούς αναγνώστες. Πέρα από τα δικά της, η Λένσκι αρκετές φορές εικονογράφησε βιβλία άλλων συγγραφέων, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ίδρυσε έναν οργανισμό οικονομικής ενίσχυσης άπορων παιδιών. 


Ο πατέρας της ήταν πάστορας, ενώ εκείνη, προτού φοιτήσει στη Σχολή Καλών Τεχνών, υπήρξε δασκάλα. Στα έργα της προβάλλεται η αξία της οικογένειας και η υπακοή στους προκαθορισμένους κοινωνικούς ρόλους, όπως συνηθιζόταν. Ωστόσο, η ίδια απείχε πολύ από τον αμερικανικό πουριτανισμό.

 
Στα βιβλία της παρουσιάζει την καθημερινότητα παιδιών που ζουν σε διαφορετικά περιβάλλοντα και απεικονίζει τη ζωή στην αμερικανική περιφέρεια σε διάφορες ιστορικές περιόδους.


Στο πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Phebe fairchild: Ηer book (1936) εμπνεύστηκε από το πολιτισμικό σοκ που είχε υποστεί η ίδια όταν οι γονείς της την έστειλαν να ζήσει για ένα χρονικό διάστημα στο αγροτικό Κονέκτικατ. Το μυθιστόρημα δεν εστιάζει τόσο στη ζωή της μικρής πρωταγωνίστριας όσο στις συνθήκες ζωής, στον υλικό και πνευματικό πολιτισμό, τα ήθη, τα έθιμα και τις συνήθειες μιας μικρής κοινωνίας του 1830. Η Λένσκι μελετούσε σε βιβλιοθήκες και αρχεία και η έρευνά της στο αρχειακό υλικό έδινε ιστορικό χαρακτήρα στα μυθιστορήματά της. Αργότερα έμαθε να συνδυάζει τις δυο της ασχολίες: τη μελέτη της ιστορίας από τη μια και της ψυχολογίας του παιδιού από την άλλη, και ως λογοτέχνις εστίασε περισσότερο στη δεύτερη. 


Στα μέσα της δεκαετίας του 1940 άρχισε να ταξιδεύει με την οικογένειά της στις νοτιοανατολικές πολιτείες και κάπως έτσι ξεκίνησε μια σειρά βιβλίων με τίτλο Regional Series. Εκείνο τον καιρό καμιά σειρά παιδικών βιβλίων δεν μιλούσε για τις διαφορές ανάμεσα στις αμερικανικές πολιτείες. Τα αμερικανάκια δεν είχαν ιδέα για το πώς ζούσαν συνομήλικοί τους σε άλλες πλευρές της ηπείρου. Η Regional Series βοήθησε στην αποτύπωση της ζωής στον Νότο της χώρας. Η μεγαλύτερη επιτυχία της σειράς ήταν το Strawberry girl, η ιστορία ενός μικρού κοριτσιού που η οικογένειά του μεταναστεύει από τη Βόρεια Καρολίνα στη Φλόριντα. 


Τη δεκαετία του 1950 κυκλοφόρησε η σειρά Roundabout America, που απευθυνόταν σε παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας –κάπως μεγάλα για εικονογραφημένα βιβλία, κάπως μικρά για να διαβάσουν ιστορικό μυθιστόρημα. Για το Cotton in my sack, μάλιστα, η συγγραφέας έκανε σημαντική έρευνα για τους Αφροαμερικανούς εργάτες των βαμβακοφυτειών και έγραψε ένα τραγούδι παρόμοιο με αυτά που τραγουδούσαν οι εργάτες στις φυτείες του Νότου. 


Με μια πρώτη ματιά, ο αναγνώστης θα σχηματίσει την εντύπωση πως η Λένσκι μιλά για το αμερικανικό έθνος, τον θεσμό της οικογένειας, την αξία της μόρφωσης και του μόχθου. Αλλά δεν κάνει μόνο αυτό. Πρωτοπόρα για την εποχή της, τόλμησε να συνδυάσει την ιστορική έρευνα με τη μυθοπλασία, πράγμα που στην παιδική λογοτεχνία δεν ήταν καθόλου συνηθισμένο. Συχνά η κριτική την κατηγόρησε για απαισιοδοξία. Η ζωή στα βιβλία της μοιάζει δύσκολη, ζοφερή, ωστόσο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο ο πολιτισμικός πλούτος της Αμερικής και η ζωή φυλών που χάθηκαν. Δεν εξιδανικεύει· σε κάποια μυθιστορήματά της πρωταγωνιστούν μεταξύ άλλων άνθρωποι περιθωριακοί, φτωχοί, εξαρτημένοι, βίαιοι –χαρακτήρες που συμπληρώνουν το πολύχρωμο ψηφιδωτό της ζωής στην αμερικανική επαρχία. 


Σκοπός της ήταν να καλλιεργηθεί στο παιδί η ανοχή, η αποδοχή της διαφορετικότητας, η κοινωνική ευαισθησία. Για την εποχή ήταν ένα δύσκολο στοίχημα και η Λένσκι το κέρδισε πολύ νωρίς. 

***

[1] Δείτε περισσότερα για τη συγγραφέα και εικονογράφο εδώ. 

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Ολίγος Μπόρχες

Pablo Lobato

Πέρασα τη ζωή μου διαβάζοντας και, αλίμονο, γράφοντας, κι αυτά τα δύο με έκαναν ευτυχισμένο. Ο μύθος του λαβυρίνθου με κατείχε πάντοτε. Όμως ο λαβύρινθος δεν μου γεννά μόνο τρόμο αλλά και ένα είδος ελπίδας. Γιατί αν ο κόσμος είναι ένα χάος, είμαστε χαμένοι. Αν όμως είναι ένας λαβύρινθος, τότε υπάρχει ακόμα ελπίδα.[1]

" Θα το πιστέψεις, Αριάδνη;" είπε ο Θησέας. "Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου".

Τα μεγαλύτερα κατορθώματα χάνουν τη λάμψη τους αν δεν μπουν σε λέξεις. 
*
Ας μη μιλάμε για γεγονότα. Τα γεγονότα δεν ενδιαφέρουν κανέναν πια. Αποτελούν απλές αφετηρίες για κινητοποίηση της φαντασίας και διαλογισμό. 
*
Η τυπογραφία -που έχει καταργηθεί γιατί έπνιξε τον κόσμο με περιττά κείμενα, έτσι ώστε να νιώθει ίλιγγο κανείς- υπήρξε μια από τις χειρότερες μάστιγες τις ανθρωπότητας. 
*
Να παρατείνεις τη ζωή των ανθρώπων σημαίνει να παρατείνεις τις αγωνίες τους και να πολλαπλασιάζεις τον αριθμό των θανάτων τους. 
*
Οι πίθηκοι επίτηδες δεν μιλάνε, για να μην τους αναγκάσουν να δουλέψουν. 

*
Αυτό που καθιστά τον άνθρωπο πολύτιμο και αναντικατάστατο είναι ο θάνατος. 

*
Και ο πιο μιαρός αμαρτωλός είναι εξίσου πολύτιμος με το αίμα που έχυσε γι' αυτόν τον Ιησούς. 

*
Αυτό που χάνουμε δεν το αντικαθιστά ο χρόνος· το φυλάει η αιωνιότητα. 

Pablo Lobato
Pablo Lobato

Ενώπιον του Θεού και οι δύο όψεις του νομίσματος είναι ίδιες. 
*
Οποιοσδήποτε βίος, όσο μακρύς και σύνθετος κι αν είναι, αποτελείται στην πραγματικότητα από μία και μόνη στιγμή: τη στιγμή που ο άνθρωπος μαθαίνει μια για πάντα ποιος είναι. 

* 
Ένας άνθρωπος που τον βασανίζουν οι τύψεις για μια πράξη δειλίας, είναι πιο σύνθετος και πιο ενδιαφέρων από έναν απλώς γενναίο. 

* 
Τροποποίηση του παρελθόντος δεν σημαίνει τροποποίηση ενός και μόνου γεγονότος· επιφέρει την ακύρωση όλων των συνεπειών αυτού του γεγονότος, που τείνουν στο άπειρο. Ας το πούμε μ' άλλα λόγια· σημαίνει δημιουργία δύο Ιστοριών της Ανθρωπότητας. 

* 
Όλα τα γεγονότα που μπορεί να συμβούν σ' έναν άνθρωπο, από τη στιγμή που γεννιέται ως τη στιγμή που πεθαίνει, έχουν προκαθορισθεί από τον ίδιο. Έτσι, κάθε αμέλεια είναι εκούσια, κάθε τυχαία συνάντηση είναι ραντεβού, κάθε ταπείνωση είναι μετάνοια, κάθε αποτυχία είναι μια μυστηριώδης νίκη, κάθε θάνατος είναι αυτοκτονία. 

*
Ας υπάρχει ο Παράδεισος, κι ας είναι η θέση μας στην Κόλαση. 


***


[1] Από την ομιλία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες κατά την τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης (12 Μαΐου 1984) στο 
Νάσος Βαγενάς, Η λογοτεχνία στο τετράγωνο: Σημειώσεις για τη γραφή του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Πόλις, Αθληνα 2020
[2] Σκόρπιες φράσεις από τα βιβλία: 
[1] Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Το βιβλίο της άμμου (μτφρ.  Σπύρος Τσακνιάς), Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1982.
[2] Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Το Άλεφ (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης), Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1999. 
[3] Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Σύντομες και παράξενες ιστορίες (μτφρ. Δημήτρης Καλοκύρης - Αχιλλέας Κυριακίδης),  'Υψιλον/βιβλία, Αθήνα 1988. 




Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Ο ψίθυρος της καρδιάς


Έχω γράψει στο παρελθόν πόσο συγκλονιστικά όμορφα βρίσκω τα γιαπωνέζικα κινούμενα σχέδια. Οι Ιάπωνες έχουν μια ιδιαίτερη παράδοση στο σχέδιο, το κόμικ, το animation. Τα μάγκα αποτελούν από μόνα τους μια πολύ ξεχωριστή κατηγορία, που κρύβει μέσα της ποίηση, ομορφιά, φετιχισμό, βία –ανάλογα με το κοινό και την ηλικία στην οποία απευθύνονται. 


Τους τελευταίους μήνες είναι διαθέσιμα για τους συνδρομητές του Netflix όλα τα κινούμενα σχέδια του Studio Ghibli, όπου από το 1985 έως και το 2015 γυρίστηκαν μερικά από τα πιο επιτυχημένα γιαπωνέζικα φιλμ για παιδιά. Ο σπουδαιότερος σκηνοθέτης του ήταν ο Hayao Miyazaki, αλλά εξίσου σημαντικοί υπήρξαν ο Isao Takahata, ο Yoshifumi Kondō και άλλοι. 


Μια από τις τελευταίες παραγωγές του Studio Ghibli ήταν ο Ψίθυρος της καρδιάς (Whisper of the heart). Η υπόθεση αφορά την αγάπη ανάμεσα σε δυο μαθητές γυμνασίου, τη Σιζούκου και τον Σέιτζι. Η Σιζούκου είναι ένα πολύ διαβαστερό κορίτσι, που ο μπαμπάς του εργάζεται ως βιβλιοθηκάριος στην πόλη όπου ζουν. Κάθε απόγευμα, μετά από το σχολείο, της αρέσει να επισκέπτεται τη βιβλιοθήκη της πόλης και να διαβάζει μυθιστορήματα. 


Κάποια στιγμή από τις καρτέλες δανεισμού των βιβλίων που επιλέγει διαπιστώνει πως κάθε βιβλίο που δανείζεται το έχει προηγουμένως δανειστεί το ίδιο μέλος της βιβλιοθήκης. Και κάπως έτσι βάζει στόχο να εξιχνιάσει το μυστήριο, ενώ παράλληλα προετοιμάζεται και για τις εισαγωγικές εξετάσεις του Λυκείου. 


Ακολουθώντας έναν χοντρό γάτο που κάθεται πλάι της στο βαγόνι του τρένου, οδηγείται σε ένα πανέμορφο και μυστηριώδες παλαιοπωλείο, γεμάτο ρολόγια, καθρέφτες, πολύτιμους λίθους και παλιά παιχνίδια. Μια όμορφη σχέση αναπτύσσεται ανάμεσα στη Σιζούκου και τον σοφό γέροντα παλαιοπώλη, που τυχαίνει να είναι παππούς του αγοριού που αναζητά, του Σέιτζι.


Ο Σέιτζι έχει πάθος με το βιολί και ετοιμάζεται να ταξιδέψει στη Βερόνα για να παρακολουθήσει εντατικά μαθήματα μουσικής για δύο μήνες. Η Σιζούκου τον ερωτεύεται και ζηλεύει τόσο την κλίση του στη μουσική, που αποφασίζει να εγκαταλείψει την προετοιμασία για τις εισαγωγικές και να βρει κι εκείνη το δρόμο της ανακαλύπτοντας το δικό της ταλέντο. Ο πατέρας της την αφήνει ελεύθερη να επιλέξει υπενθυμίζοντάς της πόσο δύσκολο είναι να ακολουθεί κανείς το δικό του δρόμο. Αν χαθεί, μόνο τον εαυτό της θα μπορεί να κατηγορήσει.


Η Σιζούκου αρχίζει να γράφει ένα μυθιστόρημα τους μήνες που ο Σέιτζι λείπει στη Βερόνα και επιλέγει τον αγαπημένο της παλαιοπώλη ως πρώτο της αναγνώστη. Ο σοφός γέροντας διαβάζει με αγωνία την ιστορία της. Όταν της εκμυστηρεύεται πως "είναι πολύ όμορφη και έχει όλο τον καιρό μπροστά της να την τελειοποιήσει", το κορίτσι αντιλαμβάνεται πως είναι αδύνατον να γίνει συγγραφέας στα δεκατέσσερά της χρόνια. Έχει ολόκληρη ζωή μπροστά της να γεμίσει με εμπειρίες, αισθήματα και περιπέτειες. 


Η ιστορία της Σιζούκου, όπως και το παίξιμο του Σέιτζι στο βιολί έχουν τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά: είναι γεμάτα χρώματα, αυθεντικά, ειλικρινή, αλλά τραχιά και ακατέργαστα, όπως κάθε αδέξια κίνηση της νιότης. 


Ο Ψίθυρος της καρδιάς είναι μια απλή κι αληθινή ιστορία για την ανυπομονησία των νέων, για τις βεβαιότητές τους, για τους πρώτους έρωτες, για όλα τα "ποτέ" και τα "για πάντα" που μόνο στην εφηβεία μπορούμε να πιστέψουμε, για όλα όσα χάνουμε μεγαλώνοντας, για όλα όσα θυμόμαστε νοσταλγώντας μια εποχή που ήμασταν αγνοί, ανοιχτοί στα πάντα.  Για όλα όσα κάνουμε λάθος όταν είμαστε άπειροι και ενθουσιασμένοι με τη ζωή. 

Η σκηνοθεσία είναι του Yoshifumi Kondō και το σενάριο του Hayao Miyazaki. 

***

Μια άλλη ανάρτηση για το Studio Ghibli εδώ. 



Κυριακή 3 Μαΐου 2020

Ημερολόγιο καραντίνας #8: Νύχτες στην έρημη πόλη

Πλατεία Μεσολογγίου 

Διαβάζω αναρτήσεις γνωστών και φίλων σχετικά με τη λήξη του λοκ ντάουν. Κάποιοι γράφουν πως η καραντίνα θα τους λείψει. Προσωπικά, δεν θα μου λείψει καθόλου, παρόλο που υπήρξαν πράγματα που απόλαυσα πολύ το χρονικό διάστημα που οι ρυθμοί μας χαλάρωσαν. 

Ανθισμένη αυλόπορτα στου Φιλιπάππου

Τώρα θα αρχίσουν σιγά σιγά να ανοίγουν υπηρεσίες και καταστήματα με πρώτα και καλύτερα τα κομμωτήρια και τα στούντιο αισθητικής. Φανταστείτε πόση κοινωνική πίεση υπήρξε για να θεωρηθεί επείγουσα ανάγκη η περιποίηση προσώπου. Ας το έχουμε υπόψη μας αυτό, μήπως και στο μέλλον διεκδικήσουμε κάτι ουσιαστικότερο. 

Σούρουπο στο λουτρό των Αέρηδων

Θα μπορούσα ίσως να ζήσω χωρίς ανοιχτά μπαρ, σινεμά και θέατρα. Με αυτά κλειστά, όμως, είναι αδύνατον να ζήσουν χιλιάδες εργαζόμενοι και καλλιτέχνες. Θα μπορούσα να ζήσω και χωρίς κομμωτήρια, γυμναστήρια και αισθητική. 

Φανάρι στην Πλάκα

Θα άντεχα και χωρίς καφενεδάκια ή βιβλιοπωλεία, παρόλο που αυτά ομολογώ πως μου έλειψαν κάπως περισσότερο. Τώρα λίγο λίγο μετατρέπονται σε καφενεία οι πλατείες της γειτονιάς. Η μοναδική διαφορά είναι πως το ποτήρι στο χέρι μας είναι πλαστικό και όχι γυάλινο, καθόμαστε σε πάγκους και όχι καρέκλες, προσποιούμαστε πως μόλις τελείωσε η σωματική μας άσκηση. Έχεις και την ψευδαίσθηση της εξοχής. 

Κλειστό μπαράκι στο Παγκράτι

Μόνο που η εξοχή ως ψευδαίσθηση δεν αξίζει. Αυτό δεν αντέχεται. Και απ'αυτή την άποψη δεν καταλαβαίνω πώς είναι δυνατόν να μας λείψει η καραντίνα. Θα μας λείψει μόνο εάν αυτό που θα 'ρθει θα είναι χειρότερο. 

Είσοδος πολυκατοικίας στην Πλατεία Προσκόπων

Τις 52 ημέρες του εγκλεισμού μας περπατήσαμε την Αθήνα κι ήταν ήσυχη. Ακούγαμε τους κότσυφες τα πρωινά, βλέπαμε τον ουρανό κι ήταν γαλανός. Η γειτονιά συναντιόταν στις υπαίθριες βόλτες της τα απογεύματα. Κάναμε παρέα απ' τα μπαλκόνια. 

Κλειστό καφενείο στο Κουκάκι

Αλλά όταν δεν μπορείς να αποδράσεις, η ζωή γίνεται ανυπόφορη, ακόμη κι αν βρίσκεσαι εκεί που θέλεις. Χωρίς τη δυνατότητα να απομακρυνθείς, να ανεβείς ένα βουνό, να ατενίσεις μια θάλασσα, να κολυμπήσεις στα παγωμένα νερά του Απρίλη, χωρίς τη δυνατότητα να αγκαλιάσεις τον φίλο που κλαίει πλάι σου, δεν υπάρχει άνοιξη. 

Little tree books & coffee

Τα ήσυχα βράδια της Αθήνας ήταν όμορφα. Μα τίποτα δεν θα μου λείψει από τις μέρες που πέρασαν. Ας βρούμε άλλους τρόπους να χαλαρώσουμε τους ρυθμούς μας. Ας βρούμε χρόνο να χωρέσουμε όσα αγαπάμε σε μιαν άλλη καθημερινότητα, που θα είμαστε ελεύθεροι και υγιείς, που δεν θα περιμένουμε ανακοινωθέντα. 

Σούρουπο στη λεωφόρο Συγγρού

Δεν θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι με καραντίνες. Δεν είναι οι πανδημίες που μας κάνουν καλούς.  Οι πανδημίες, όπως κι οι πόλεμοι, μας αφήνουν λιγότερους, φτωχότερους, τρελούς.



Μανικιουράδικο στην Πλατεία Προσκόπων

Δέκα χρόνια μακριά απ΄ την Αθήνα, η ζωή γέμιζε με χίλιους τρόπους. Η πόλη, όμως, δεν είναι όμορφη άδεια. Είναι όμορφη ακριβώς γιατί έχει ζωή. Η ερημιά ούτε της ταιριάζει, ούτε την ομορφαίνει.

***

Φωτογραφίες: Ελένη Πούλου