Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Πίσω από το παιχνίδι


Μήπως έχει να κάνει με τον ρατσισμό; Μήπως δεν είναι τίποτα άλλο παρά απλός καθαρός ρατσισμός; Μήπως, αν είσαι μαύρος μετανάστης, αποκλείεσαι συστηματικά -και συστημικά- από το κυρίαρχο ρεύμα ζωής στην Αμερική;  
 
Ο Μπένετ Ομάλου είναι μαύρος. Γεννήθηκε στη Νιγηρία και ονειρευόταν να γίνει πιλότος. Γρήγορα κατάλαβε πως σ' αυτό τον κόσμο έχει μια αποστολή, και αυτή είναι "να φροντίζει ώστε να μην πεθαίνουν οι άνθρωποι". Σπούδασε ιατρική και έφυγε από την πατρίδα του, για να  ξεφύγει από τη μικροπρέπεια, τη διαφθορά, τη ροπή των ανθρώπων προς την κακία και την κατάθλιψη, από την οποία υπέφερε ως φοιτητής.

Ήρθα στις ΗΠΑ. Στη χώρα της τελειότητας και της αριστείας. Στη χώρα όπου η ανθρωπότητα είναι στα καλύτερά της. Στη χώρα όπου ρέει το μέλι και το γάλα. Πίστευα πως, αφ' ής στιγμής θα έφτανα στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αρρώστια της ψυχής μου θα γιατρευόταν. 

Τελικά, έγινε ιατροδικαστής. Είναι κάπως ειρωνικό που ένας Αφρικανός παθολόγος που ήθελε να κάνει τα πάντα ώστε "να μην πεθαίνουν οι άνθρωποι" καταλήγει να βγάζει το ψωμί του κάνοντας νεκροψίες. Κι όμως, γι' αυτόν κάθε νεκρός έχει τη δική του ιστορία. Και, κυρίως, το δικό του δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, στην ειλικρινή εξέταση του άψυχου κορμιού του.  

Τον γοήτευε ο θάνατος, ως κοινή ανθρώπινη μοίρα, γιατί σ' αυτόν είμαστε όλοι ίσοι. Ακουμπούσε το νυστέρι του σε ένα ανθρώπινο στέρνο και δεν γνώριζε αν θα έκοβε έναν διευθυντή τραπέζης ή έναν άστεγο, μια διευθύνουσα σύμβουλο ή μια πόρνη. Οι νεκροί αντιμετωπίζονται με σεβασμό ανεξάρτητα από εθνικότητες, φυλές, τάξεις και φύλα, και αυτό τον ανακούφιζε.  

Ο Μπένετ δούλευε πλάι στον διάσημο ιατροδικαστή Σίριλ Γουέκτ, και είχε μελετήσει ιδιαίτερα τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Ώσπου έφτασε στα χέρια του ο εγκέφαλος του Μάικ Γκουέμπστερ, του πιο χαρισματικού σέντερ στην ιστορία του αμερικανικού ποδοσφαίρου. Ο Μπένετ δεν γνωρίζε τίποτα από ποδόσφαιρο. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί το ποδόσφαιρο αρέσει τόσο πολύ στους Αμερικανούς. Καταλαβαίνει, όμως, ότι έχει στο χειρουργικό του τραπέζι ένα θύμα του αθλήματος. Ο Γουέμπστερ έπαιζε χρόνια σε ένα άθλημα όπου οι παίκτες φορούν βαρύ προστατευτικό εξοπλισμό και κράνος, που σημαίνει πως είναι επικίνδυνο. Για την πόλη του Πίτσμπεργκ, όμως, το φούτμπολ ήταν ζήτημα αξιοπρέπειας.

Το φούτμπολ τούς είχε σώσει τις μαύρες ημέρες της δεκαετίας του 1970, όταν η άλλοτε ισχυρή πόλη του χάλυβα καταποντίζονταν από δωδέκατη μεγαλύτερη πόλη του έθνους σε εικοστή τέταρτη. Όλοι έφευγαν. Όλα εκείνα τα γκρίζα πρωινά, με την πόλη να πνίγεται κάτω από βαριά συννεφιά, χωρίς ήλιο, χωρίς δουλειές, χωρίς χαλυβουργία. 

Πώς ένας άνθρωπος-είδωλο κατάντησε τρελός και επαίτης στα πενήντα του; Ο "άιρον Μάικ" είχε σαραβαλιαστεί σωματικά και ψυχικά. Τα πόδια του είχαν γίνει κομμάτια, τα δάχτυλά του ήταν στραβά και σκεβρωμένα, το μυαλό του δεν λειτουργούσε, ξεχνούσε τα πάντα, και όταν άρχισε να χάνει τα δόντια του, τα κολλούσε μόνος του με αυτοσχέδια κόλλα. 

Ο νεαρός ιατροδικαστής γρήγορα υπέθεσε ότι το κράνος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προστατεύσει έναν αθλητή από τις 5.000 συγκρούσεις που έχει κατά μέσο  όρο στο βιογραφικό του προτού αποσυρθεί. Το κράνος προστατεύει το κρανίο από το εξωτερικό χτύπημα, αλλά δεν μπορεί να συγκρατήσει τον εγκέφαλο από τα χτυπήματα στα τοιχώματα του κρανίου, που είναι πολύ πιο επικίνδυνα. Απ' έξω, δεν φαίνεται τίποτα. Μέσα, ο εγκέφαλος είναι ένας πολτός. 

Μετά από τέσσερις ανεξάρτητες ιατρικές γνωματεύσεις επιβεβαιώθηκε η διάγνωση: ενδοκρανιακή βλάβη ως αποτέλεσμα επανειλημμένων εγκεφαλικών διασείσεων. Γι' αυτό όσο ζούσε, ο Γουέμπστερ είχε αφιερωθεί στη δίκη εναντίον της NFL, μιας βιομηχανίας εκατομμυρίων που τον είχε σακατέψει σωματικά και νοητικά και στο τέλος τον πέταξε σαν σάπιο κρέας. 

Καταστροφικά αρνητική διαφήμιση για το αγαπημένο παιχνίδι της Αμερικής. Φούτμπολ: καλή, καθαρή και αγνή διασκέδαση. Οικογενειακή αναψυχή που άρχιζε από τα πρωταθλήματα παίδων σε κάθε πόλη, χωριό και προάστιο της Αμερικής. Όνειρα εφήβων, τζάκετ με ονόματα παικτών στην πλάτη, τσιρλίντερ να χοροπηδάνε. Δεν ήταν ένα απλό πρωτάθλημα, αλλά μια ολόκληρη βιομηχανία θεάματος. Μεγαλύτερη από κάθε άλλου σπορ. Μακράν η μεγαλύτερη. Μεγαλύτερη από την τηλεοπτική. Μεγαλύτερη από το Χόλιγουντ. Μια καθαρά αμερικανική ιστορία επιτυχίας ύψους 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων τον χρόνο. 

Ακολούθησαν πολλές άλλες νεκροψίες, ώσπου ο Μπένετ Ομάλου ανακάλυψε την "Χρόνια Τραυματική Εγκεφαλοπάθεια", ασθένεια από την οποία έπασχαν δεκάδες παίκτες του φούτμπολ. Η ανακάλυψη της ασθένειας οδήγησε τον ιατροδικαστή σε μια ανακάλυψη πολύ σκληρότερη, που αφορούσε το αληθινό πρόσωπο της Αμερικής. Η χώρα αυτή, που ως τότε τη θεωρούσε χριστιανική και τίμια, είχε αμέτρητους μηχανισμούς στη διάθεσή της για να φιμώσει έναν καλοπροαίρετο επιστήμονα που θα αποκάλυπτε το βρόμικο πρόσωπο της αθλητικής ομοσπονδίας και που, πέρα από όλα τα άλλα, ήταν ουρανοκατέβατος, και μάλιστα Νιγηριανός. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο το μήνυμα, ήταν και ο αγγελιοφόρος. 

Γρήγορα ο Μπένετ έχασε τον έλεγχο των πληροφοριών της ίδιας του της έρευνας. Αρκετοί Αμερικανοί ιατροδικαστές τον πλησίασαν, κάποιοι οικειοποιήθηκαν τα συμπεράσματα των νεκροψιών του. Ένας ανεξάρτητος και αγνός επιστήμονας δεν μπορεί να συμμετάσχει σε μια τέτοια δίκη. Δεν τον χρηματοδοτούσε κανείς, δεν εκπροσωπούσε καμία κυβέρνηση, δεν τον στήριζε κανένας οργανισμός, ό,τι έκανε το έκανε μόνος του, και γρήγορα βρέθηκε στο περιθώριο. 

Όταν η Ομοσπονδία πρότεινε να τεθούν περιορισμοί στις επιθέσεις που έκαναν οι παίκτες με το κεφάλι -μάλλον για να γλιτώσει τα χειρότερα- οι αντιδράσεις των οπαδών ήταν πρωτοφανείς.

Δεν πάμε καλά. Καθόλου καλά. Η Ομοσπονδία διοικείται από αδερφάρες. Όπως το πάει η NFL, θα καταντήσει μια λίγκα κυριών με ολίγη από φούτμπολ. Αν τα παιδιά σας έχουν ταλέντο, στρέψτε τα προς το μπάσκετ, το μπέιζμπολ ή όποιο άλλο σπορ θα είναι ακόμα αντρικό μετά από κανα δυο χρόνια. Έκαναν το πρωτάθλημα σαν τα μούτρα τους. Σε λίγο θα φοράνε και μίνι φούστες οι παίκτες. 

Ο Μπένετ επιστρέφει στη Νιγηρία για να δει το νεκρό σώμα του πατέρα του και να τον ασπαστεί για τελευταία φορά. Η ζωή στην κοινότητα, οι αρχές και οι αξίες του συνόλου, η ομαδική ζωή των Αφρικανών τού φέρνουν στο νου τα λόγια του Γουέκτ: "Στην Αμερική υπάρχεις μόνο εσύ". Έχει κάνει το χρέος του, μένοντας πιστός στις αρχές της οικογένειάς του. Κανένα δημιουργικό χάρισμα δεν έχει αξία αν δεν το χρησιμοποιείς για να βοηθήσεις ανθρώπους που δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Αυτό θα κάνει καιρό να το συνειδητοποιήσει η χριστιανική και τίμια Αμερική.   
                                                                                                                                                                  


Ο Μπένετ Ομάλου γεννήθηκε το 1968 στη Ννοκούα, ανάμεσα σε εφτά εκατομμμύρια πρόσφυγες Ίγκπο. Ένα μωρό εγκλωβισμένο στην αποκλεισμένη Μπιάφρα. Η οικογένειά του έζησε με μαρτυρικό τρόπο το μεγάλο εθνικιστικό κίνημα της δεκαετίας του '60 και υποστήριξε το αίτημα για αυτοδιάθεση που σάρωνε τότε τις χώρες της Δυτικής Αφρικής. Η Νιγηρία, μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες χώρες της Δυτικής Αφρικής, φιλοξενούσε στα εδάφη της διακριτές εθνότητες και αναρίθμητες πολιτιστικές και θρησκευτικές παραδόσεις. Η οικογένεια Ομάλου ανήκε στους χριστιανούς Ίγκμπο, που στα τέλη του '60 ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους από την υπόλοιπη χώρα και επιχείρησαν να σχηματίσουν δικό τους κράτος στον Νότο. Η Δημοκρατία της Μπιάφρας, όμως, υπήρξε εξαιρετικά βραχύβια. Ο νιγηριανός στρατός δεν σήκωνε αποσχίσεις και ο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος με τους Ίγκμπο κράτησε δύο χρόνια. 

Η οικογένεια του Μπένετ έζησε κυνηγημένη. Μετακινούνταν από πόλη σε πόλη ενώ πλησίαζε ο νιγηριανός στρατός. Οι Ίγκμπο ήταν λιγότεροι αριθμητικά, διέθεταν ελάχιστα όπλα και λιμοκτονούσαν. Πέντε χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν κάθε ημέρα. Η Βρετανία είχε βλέψεις στα κοιτάσματα πετρελαίου της χώρας και βοήθησε, βέβαια, τον στρατό εναντίον των Ίγκμπο, στέλνοντας αεροπλάνα και όπλα. Η Μπιάφρα υπέστη καθαρή γενοκτονία, τεράστιες απώλειες σε άμαχο πληθυσμό. Χιλιάδες φωτογραφίες ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο. Το νεοσύστατο κράτος παραδόθηκε το 1970 και χάθηκαν τα πάντα. Αργότερα, οι τάφοι των Ίγκμπο σαρώθηκαν από τις μπουλντόζες του νιγηριανού στρατού, που προσπάθησε να σβήσει κάθε ίχνος του εμφυλίου πολέμου. 

Οι Ίγκμπο ήταν καθολικοί και υποστηρικτές του εκδυτικισμού της χώρας και το χάσμα που τους χώριζε με το μουσουλμανικό νιγηριανό στρατό ήταν αγεφύρωτο. Όπως και να'χει, οι φωτογραφίες των διαμελισμένων και κακοποιημένων πτωμάτων των Ίγκμπο που κείτονταν στους δρόμους της Μπιάφρας και η λιμοκτονία χιλιάδων αμάχων είναι μια φρικαλέα σελίδα της ιστορίας. Δύο εκατομμύρια Ίγκμπο έχασαν τη ζωή τους στον πόλεμο της Μπιάφρας. Περίπου το ένα δέκατο ήταν θύματα που σκοτώθηκαν από στρατιωτικά πυρά. Οι υπόλοιποι πέθαναν από την πείνα. 
                                                                                                                                                        

[1] Jeanne Marie Laskas, Πίσω από το παιχνίδι τφρ. Γωγώ Αρβανίτη), Εκδόσεις Ροπή, Θεσσαλονίκη 2016.
[2] Το "Πίσω από το παιχνίδι" είναι ένα μυθιστόρημα που δεν βασίζεται στο μύθο, αλλά στην αλήθεια. Η αφήγηση εμπλουτίζεται με εκτενή κείμενα προσωπικής ενδοσκόπησης που παραχώρησε ο Μπένετ Ομάλου στη συγγραφέα, αποσπάσματα συνεντεύξεών τους και μαρτυρίες συγγενών των αθλητών που έπασχαν από χρόνια τραυματική εγκεφαλοπάθεια.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου