Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Η γοητεία του φασισμού

Λένι Ρίφενσταλ: Λάτρης της ομορφιάς ή αποκρουστική προπαγανδίστρια; 


Στο πρώτο από τα δύο της δοκίμια για τη γοητεία του φασισμού η Σούζαν Σόνταγκ ασχολείται με τη Λένι Ρίφενσταλ, εμβληματική μορφή του γερμανικού κινηματογράφου της χιτλερικής περιόδου. Στο λεύκωμα της Ρίφενσταλ "Οι τελευταίοι των Νούμπα", που περιέχει πάνω από εκατό φωτογραφίες των θεόμορφων ιθαγενών της Νουβίας, υπάρχει μια ανυπόγραφη εισαγωγή που ταυτίζει τη σκηνοθέτιδα με

μυθική φιγούρα μιας προπολεμικής κινημοταγραφίστριας μισοξεχασμένης από ένα έθνος που επέλεξε να εξαλείψει από τη μνήμη του μια περίοδο της ιστορίας του. 

Πορφανώς το έθνος αυτό είναι η Γερμανία και η περίοδος της ιστορίας του είναι η περιόδος του ναζισμού. Η Σόνταγκ βρίσκει πως η εισαγωγή αποτελεί εξαιρετικό δείγμα προπαγανδιστικού λόγου και είναι ενδεικτική της παραπληροφόρησης που καλλιέργησε η Ρίφενσταλ γύρω από το όνομά της. Ο Jonas Mekas αναφέρει για την Ρίφενσταλ πως "αν είσαι ιδεαλιστής θα δεις ιδεαλισμό στις ταινίες της. Αν είσαι κλασικιστής θα δεις στις ταινίες της έναν ύμνο στον κλασικισμό. Κι αν είσαι ναζιστής θα δεις στις ταινίες της ναζισμό". Βέβαια, μια κινηματογραφίστρια-χαμαιλέων  στην εποχή της ναζιστικής Γερμανίας δεν μπορεί είναι και τόσο αθώα. Το απολιτικό δεν έχει σε κάθε εποχή το ίδιο νόημα και δεν υπάρχει αμφιβολία πως το μεγαλύτερο μέρος του έργου της αποτελούσε ναζιστική προπαγάνδα. 

Εξάλλου, είναι γνωστό πως η ίδια ήταν προσωπική φίλη του Χίτλερ, οι ταινίες της χρηματοδοτούνταν από τη ναζιστική κυβέρνηση και υπήρξε η μοναδική καλλιτέχνις που δεν λογοδοτούσε στο Υπουργείο του Γκαίμπλες. Τα περισσότερα από τα έργα της αναφέρονται στη δράση του  Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και απεικονίζουν την ομορφιά της στρατιωτικής ζωής.
 
Σε συνέντευξή της στα Cahiers du Cinéma η Ρίφενσταλ ονομάζει τη δουλειά της  cinéma-verité και δηλώνει πως εκεί "δεν υπάρχει μεροληπτικό σχόλιο για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει σχολιασμός. Πρόκεται για αφήγηση -για σκέτη αφήγηση". Λες και δεν γνωρίζουμε τι σκοπούς μπορεί να υπηρετήσει μια αφήγηση. Οι ταινίες επικαίρων αποτελούν τρανό παράδειγμα.  

Η θεματολογία των ταινιών της είναι, άλλωστε, το πιο ισχυρό πειστήριο: Στο "Γαλάζιο φως" το βουνό γίνεται σύμβολο του υπέρτατα ωραίου και συνάμα επικίνδυνου, της μεγαλειώδους δύναμης που μπορεί να κατακτήσει ο άνθρωπος.

[...] η ορειβασία ήταν μια γλαφυρά οπτικοποιημένη μεταφορά της δίχως όρια επιδίωξης του μυστικού σκοπού, ωραίου και συνάμα τρομακτικού, ο οποίος έμελλε αργότερα να πάρει συγκεκριμένη μορφή στη λατρεία του Φύρερ. 

Στη "Συγκέντρωση στη Νυρεμβέργη" δοξολογείται το πρώτο Συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Στον "Στρατό μας" υμνείται η στρατιωτική πειθαρχία. Στο "Ολύμπια" παρουσιάζονται οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1936, ενώ η "Δύναμη της θέλησης" -την οποία ο Χίτλερ εξήρε ως μοναδική και ασύγκριτη εξύμνηση του κινήματός του- παρουσιάζει το Συνέδριο του Κόμματος το 1934.  


Ακόμη και η περίπτωση των Νούμπα υποτάσσεται σε όλους τους κανόνες και τα ιδεώδη του ναζισμού. Μπορεί να είναι μαύροι και όχι Άριοι, αλλά τα τέλεια σμιλεμένα και μυώδη κορμιά τους, όπως και το γεγονός ότι δεν έχουν καμία σχέση με τον πολιτισμό δεν είναι καθόλου τυχαία. 

Αυτό που διακρίνει τη φασιστική εκδοχή της παλιάς ιδέας του ευγενούς αγρίου είναι η περιφρόνηση για οτιδήποτε έχει σχέση με τον στοχασμό, την κριτική, τον πλουραλισμό. 

Με αφορμή όλα αυτά, η Σόνταγκ αναφέρεται γενικότερα στη φασιστική αισθητική και τον τρόπο με τον οποίο πραγματεύτηκε τη σχέση κυριαρχίας-υποδούλωσης, την εγωμανία και τη δουλικότητα. 

Οι σχέσεις κυριαρχίας και υποδούλωσης παίρνουν τη μορφή μιας ορισμένης φαντασμαγορίας που χαρακτηρίζεται από τη μαζικοποίηση των ανθρώπινων ομάδων, τη μετατροπή των ανθρώπων σε πράγματα, την αναπαραγωγή ή ομοιοτυποποίηση των πραγμάτων και την ομαδοποίηση ανθρώπων  και πραγμάτων γύρω από μια πανίσχυρη υπνωτιστική ηγετική φιγούρα ή δύναμη. Η φασιστική δραματουργία επικεντρώνεται στις οργιαστικές συναλλαγές μεταξύ ισχυρών δυνάμεων και των ανδρεικέλων τους που ομοιόμορφα ντυμένα παρουσιάζονται κατά ολοένα ογκούμενα κύματα. Η χορογραφία εναλλάσσεται ανάμεσα σε μιαν ακατάπαυστη κίνηση και σε μία παγωμένη, στατική "ανδρική" στάση. Η φασιστική τέχνη εξυμνεί την υποταγή, εκθειάζει τη βλακεία, μυθοποιεί τον θάνατο. 

Στοιχεία όπως τα μεγαλειώδη άκαμπτα σχήματα, η τέχνη της γυμναστικής, η στρατιωτική ακρίβεια των κινήσεων σε κάθε χορογραφία μπορεί να συναντήσει κανείς και στην επίσημη τέχνη χωρών όπως η Σοβιετική Ένωση και η Κίνα. Εκεί υπάρχει η επιδίωξη να ενισχυθεί μια ουτοπική ηθική, ενώ ο φασισμός επιδεικνύει μια ουτοπική αισθητική -αυτήν της σωματικής τελειότητας.

Η Σόνταγκ συνδέει ακόμη και τη βιομηχανία του "ανορθόδοξου σεξ" και του σκληρού πορνό με την αισθητική του φασισμού. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι ο Χίτλερ θεωρούσε την ηγεσία ως σεξουαλική κυριαρχία πάνω στις "θηλυκές μάζες", ως βιασμό. Ο σαδομαζοχισμός για παράδειγμα, μια ακραία έκφραση της σεξουαλικής εμπειρίας,  τα τελευταία χρόνια προσαρτήθηκε στη ναζιστική συμβολική. 

Ωστόσο, το σημαντικότερο για τη Σόνταγκ είναι να κατανοήσει ο σύγχρονος άνθρωπος πως εθνικοσοσιαλισμός δε σημαίνει μόνο κτηνωδία και τρόμο, αλλά και πολλά άλλα πράγματα, ενδεχομένως πιο δυσδιάκριτα και πολύ επικίνδυνα

Ο εθνικοσοσιαλισμός -και γενικότερα ο φασισμός- σημαίνει επίσης και ένα ιδεώδες ή μάλλον κάποια ιδεώδη που επιβιώνουν σήμερα κάτω από άλλες σημαίες: το ιδεώδες της ζωής και της τέχνης, η λατρεία της ομορφιάς, ο φετιχισμός του θάρρους, η διάλυση της αποξένωσης σε εκστατικά αισθήματα κοινότητας· η απόρριψη της διανόησης· η ανδροκρατική οικογένεια. 

***

Susan Sontag, Η γοητεία του φασισμού (μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος), Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2010. 





  

4 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν γνωρίζω αν αναφέρεται στην πατρίδα της η Λένι Ρίφενσταλ, Ελένη, μα τα εγχειρίδια ιστορίας του κινηματογράφου μπορώ να σου πω με σιγουριά πως την περιλαμβάνουν στις τάξεις τους. Γιατί τα ντοκυμανταίρ που γύρισε παραμένουν ορόσημα για το είδος, όσο συνιστούν παράλληλα επιτομές πολιτικής προπαγάνδας.

    Επέτρεψέ μου μία μικρή παρατήρηση. Το τελευταίο απόσπασμα που ανέβασες είναι από εκείνα που εύκολα μπορεί να "διαβαστούν λάθος". Γιατί ο φασισμός κάθε άλλο παρά "σημαίνει το ιδεώδες της ζωής και της τέχνης", ή "η λατρεία της ομορφιάς." Πόσο μάλλον τη στιγμή που η ίδια η συγγραφέας ορθά τονίζει στο απόσπασμα που ανέβασες πιο πάνω, πως, επί της ουσίας, ο φασισμός "μυθοποιεί το θάνατο".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σε ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο, κούνελε.
    Πράγματι, τα ντοκιμαντέρ της Ρ. αποτελούν ορόσημα του είδους. Η ίδια, όμως, θεωρείται εμβληματική μορφή στην ιστορία του κινηματογράφου σήμερα; Και ο Τζ. Βερτόφ συνδέθηκε με την προπαγάνδα στην ΕΣΣΔ, αλλά κανείς δεν αμφισβητεί την αξία του, που είναι δεδομένη για πολλούς λόγους.
    Έχεις δίκιο για το τελευταίο απόσπασμα. Ήμουν σίγουρη πως όσοι γνωρίζουν το έργο της Σόνταγκ θα καταλάβουν πόσο ειρωνικά και διαφορετικά εννοούνται όλα τα περί ομορφιάς κλπ.
    Όλα αποτελούν τροφή για κουβέντα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δυστυχώς στο διαδίκτυο κυκλοφορούν οι πάντες, Ελένη, όπως ξέρεις καλά και η ίδια... τόσο οι γνώστες, όσο και οι ημιμαθείς. Τους τελευταίους τους φοβάμαι, εξ' ού και το σχόλιό μου.

      Κατά τ' άλλα, για να διευκρινήσω κι εγώ με τη σειρά μου ένα πράγμα: ναι, η Ρίφενσταλ θεωρείται εμβληματική, κρίνοντας από την παρουσία της σε βιβλία ιστορίας του κινηματογράφου τουλάχιστον. Μα από ποια σκοπιά; Από την σκοπιά της κινηματογραφικής προπαγάνδας και του ντοκυμανταίρ που εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό. Γι' αυτό και αναφέρεται. Οι ταινίες της, προπαγανδιστικές σε βαθμό που δεν πάει άλλο, έχουν επίσης κάτι από εκείνη τη "γοητεία" που αναφέρεις στον τίτλο. Εξ' ού και η σημασία τους ως ορόσημα προπαγανδιστικών φιλμ.

      Τέλος, μια που ανέφερες τον Βερτόφ, να πω πως ο "Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Κάμερα" πρέπει να είναι ένα από τα κορυφαία, σε τεχνικό επίπεδο, έργα που έχουν γυριστεί ποτέ... μόλις πρόσφατα είχα βάλει να το δω πάλι και είναι ωραίο που το ανέφερες.

      Καλή συνέχεια!

      Διαγραφή