Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Η διάρρηξη


Henri Rousseau - 'Carnival evening' (1886)

Πρώτα μπήκα στο μπάνιο. Μέσα στην μπανιέρα βρήκα μια μεγάλη κατσαρίδα. Μου έκανε εντύπωση. Τέσσερα χρόνια σ' αυτό το σπίτι και δεν είχα βρει ποτέ.  Νωρίς δεν είναι για κατσαρίδες; Τις περίμενα κάπως αργότερα, να μαλακώσει ακόμα ο καιρός. Δίπλα της, είδα τον κόκκινο κουβά και τη σφουγγαρίστρα βουτηγμένη μέσα. Μια τεράστια πολυποδιά με μεγάλες κεραίες τσαλαβουτούσε στα σαπουνόνερα. Την άφησα να πνιγεί. Αν προσπαθούσα να τη σκοτώσω, θα με τσίμπαγε. 

Στο σαλόνι η πόρτα ήταν ανοιχτή και τα κλειδιά αφημένα στην κλειδαριά. Αλλά έλειπε το μπρελόκ. Στεναχωρήθηκα κάπως, την αγαπούσα εκείνη τη Γιαπωνέζα. Κατά τα άλλα, όλα στη θέση τους και τακτοποιημένα. Άργησα να καταλάβω πως δεν υπήρχε πουθενά η τηλεόραση. 

Το γραφείο ήταν το μοναδικό ακατάστατο δωμάτιο. Χαρτιά πεταμένα εδώ κι εκεί, μολύβια κάτω, ξυλομπογιές, η ντουλάπα ανοιχτή. Ο υπολογιστής ήταν αναποδογυρισμένος, αλλά δεν τον πήραν. Θα τους φάνηκε παλιός. Τα παντζούρια είχαν κλείσει, αλλά η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή και το δωμάτιο δρόσιζε πρωινό αεράκι. Άνοιξα και είδα τα κάγκελα του μπαλκονιού καλυμμένα με τρία σλίπινγκ μπαγκ. Βρήκανε κι εκείνο το παλιό που είχαμε φέρει από την Πολωνία. Εκείνο με τα μοβ και γαλάζια σχέδια που απλώναμε κάτω στις εξοχές. Θα τα άπλωσαν για να φαίνονται όλα φυσιολογικά. Εκτός κι αν κατέβηκαν από το μπαλκόνι στον κήπο και τους χρησίμευσαν αλλιώς. 

Άνοιξα την τσάντα μου. Στο πορτοφόλι είχα ένα εικοσάρικο. Ήταν εκεί. Το κινητό μου το είχαν ανταλλάξει με άλλο μοντέλο, παλιότερο. Ωστόσο μπήκαν στον κόπο να μου βάλουνε την κάρτα σιμ. Το άνοιξα και όλοι μου οι φίλοι ήταν περασμένοι μέσα. Άρχισα να τηλεφωνώ, αλλά κάτι τηλεφωνητές μού μιλούσαν ξένες γλώσσες. 

Σκέφτηκα να το πω στους ιδιοκτήτες. Είναι μεγάλοι άνθρωποι, πρέπει να προσέχουν. Μου άνοιξε η κυρία Λίτσα. Φορούσε φουστάνι και κόκκινο κραγιόν. Δεν την είχα ξαναδεί έτσι. Ο κυρ-Γιάννης είχε μόλις επιστρέψει από την Αμερική. Πήρε και γυαλιά ηλίου Ray ban. Είναι πάμφθηνα εκεί τα Ray ban.  Τους είπα για τη διάρρηξη, αλλά δεν μου έδωσαν μεγάλη σημασία. Περίμενα να τρομάξουν περισσότερο. Ο κυρ-Γιάννης, μάλιστα, με ρώτησε αν θέλω να ξαναβάλουμε πετρέλαιο. Του έχω πει χίλιες φορές πως δεν έχω λεφτά για άλλο πετρέλαιο. 

Ξανανέβηκα σπίτι. Άνοιξα με τα κλειδιά, χωρίς τη Γιαπωνέζα. Το τραπεζάκι του τοίχου μού φάνηκε πολύ ομορφότερο χωρίς την τηλεόραση στη ράχη του. 

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου