Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Le spleen de Baudelaire





Όταν απ' τις υπέρτατες δυνάμεις το πρόσταγμα δοθεί,
Ο Ποιητής φανερώνεται σε τούτη τη βαριεστημένη γη,
Η μάνα του γεμάτη βλασφήμιες, πανικόβλητη
Τις γροθιές της σφίγγει προς το Θεό, που τη συμπονεί: 

"Αχ! γιατί δε γέννησα ένα πλοκάμι οχιές,
Παρά τούτον τον περίγελο να θρέψω!
Καταραμμένη να 'ναι η νύχτα με τις εφήμερες ηδονές
Όπου τον εξαγνισμό μου συνέλαβε η μήτρα!


Κ. Μπωντλαίρ, Ευλογία, από "Τα άνθη του κακού"


Γνωρίζουμε τον Μπωντλαίρ κυρίως από Τα άνθη του κακού. Τον γνωρίζουμε επίσης ως έναν από τους "καταραμένους ποιητές". Σήμερα θεωρείται κλασικός. Στην εποχή του ήταν μισητός από τη λογοτεχνική κριτική. Θεωρήθηκε εμμονικός και η πνευματική του διαύγεια αμφιβητήθηκε. Και ο ίδιος φαίνεται πως ένιωθε μια αποστροφή για τους ανθρώπους, τον όχλο, το "χυδαίο πλήθος", που δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει τι σημαίνει Ποίηση και Ομορφιά. Απεχθάνεται τον άνθρωπο, τη φύση, τον πολιτισμό. Φαίνεται πως το μόνο που αποδέχτηκε στη ζωή του ήταν η Τέχνη. 

Τα μοτίβα της ποίησης του Μπωντλαίρ τα βρίσκει κανείς συγκεντρωμένα στη Μελαγχολία του Παρισιού, συλλογή ποιημάτων σε πεζό. Μικρά πεζογραφήματα που δε μοιάζουν ούτε με ποίηματα ούτε με διηγήματα και συγκεντρώνουν όλο το λυρισμό και την ομορφιά της μπωντλαιρικής ποιητικής. Ποιος από μας δεν ονειρεύτηκε το θαύμα ενός ποιητικού πεζογραφήματος, μουσικού, χωρίς ρυθμό και χωρίς ρίμα, αρκετά εύκαμπτου και αρκετά απότομου για να προσαρμοστεί στις λυρικές κινήσεις της ψυχής, στους κυματισμούς της ονειροπόλησης, στα αναπηδήματα της συνείδησης γράφει ο ποιητής στην εισαγωγή του. 

Ο καλλιτέχνης που δεν τον κατανοούν. Ο καλλιτέχνης που θυσιάζει το ταλέντο του για το χρήμα, για την επιβίωση. Ειρωνεία,  σαρκασμός, μαύρο χιούμορ, μίσος για το πλήθος. Τα σοκάκια του Παρισιού. Ρακοσυλλέκτες, γριούλες, τυφλοί. Η μελαγχολία, ο χρόνος, η ομορφιά, η απόδραση μέσα από την τέχνη, το όνειρο ή τη μέθη.   Η τρέλα. Αυτά είναι τα βασικότερα μοτίβα. 

Στο πεζό Ο ξένος, ο αινιγματικός άνθρωπος - που δεν είναι άλλος από τον ποιητή - όταν τον ρωτούν τι αγαπά περισσότερο, τον πατέρα, τη μητέρα, τ' αδέρφια του,  την πατρίδα, το Θεό ή το χρυσάφι απαντά "Αγαπώ τα σύννεφα... τα σύννεφα που περνούν... εκεί πέρα,... εκεί κάτω... τα θαυμάσια σύννεφα!" δηλώνοντας την προτίμησή του σ' αυτό το σύμβολο κίνησης και ελευθερίας. Το μόνο που θα δεχόταν να υπηρετήσει είναι η ομορφιά. Στο Ο τρελός και η Αφροδίτη φωνάζει κλαμένος: "Είμαι ο τελευταίος και ο πιο έρημος από τους ανθρώπους, στερημένος από έρωτα και φιλία, και σ' αυτό πολύ κατώτερος και από το πιο ατελές ζώο. Ωστόσο είμαι φτιαγμένος, και εγώ, για να αντιλαμβάνομαι και να αισθάνομαι την αθάνατη Ομορφιά! Ω! Θεά! Σπλαχνιστείτε τη θλίψη και το παραλήρημά μου!" Πού μπορεί να αναζητήσει κανείς την ομορφιά; Η φύση είναι φρικτή, ο άνθρωπος σιχαμένος. Μόνο η καλλιτεχνική ομορφιά υπάρχει. Αυτήν υμνεί ο ποιητής, αυτή θέλει να προφέρει στο κοινό του, αλλά κανείς δεν έχει την ωριμότητα να τη δεχτεί. Στο Ο σκύλος και το μπουκαλάκι ο ποιητής προφέρει στο σκύλο ένα μπουκαλάκι με εκλεκτό άρωμα και το ζώο φεύγει γαβγίζοντας αηδιασμένο. Εκείνος σε μια έκρηξη οργής φωνάζει απογοητεμένος: "'Αθλιε σκύλε, αν σου είχα προσφέρει ένα πακέτο με πριττώματα θα το μύριζες με απόλαυση και ίσως θα το καταβρόχθιζες. Έτσι, εσύ ο ίδιος, ανάξιε σύντροφε της ζωής μου, μοιάζεις με το κοινό, στο οποίο δεν πρέπει ποτέ να παρουσιάζουμε λεπτά αρώματα που το εξοργίζουν, αλλά σκουπίδια, επιμελώς διαλεγμένα". Το ίδιο ακριβώς θέμα έχει και Ο γέρος σαλτιμπάγκος. Τον γέρο πνευματικό άνθρωπο που επέζησε της γενιάς του, της οποίας υπήρξε λαμπρός διασκεδαστής. Ο γέρος ποιητής, δίχως φίλους, δίχως οικογένεια, δίχως παιδιά, που τον εξευτελίζει η αθλιότητά του και η αμηχανία του κοινού και που ο επιλήσμων λαός δε θέλει πια να μπει στην παράγκα του.

Ο καλλιτέχνης απεχθάνεται τη συναναστοφή με το πλήθος. Προτιμά τη μοναξιά. Κλεισμένος σ' ένα δωμάτιο λυπάται γι' αυτούς που, αδύναμοι να αντέξουν τον ίδιο τους τον εαυτό, ζητούν να ξεχαστούν μέσα στον όχλο. Ο κλειστός χώρος είναι ο μόνος στον οποίο μπορεί να αποδράσει κανείς (Στη μία η ώρα το πρωί). Εδώ η απόδραση γίνεται μέσα από την Ποίηση. Αλλού η απόδραση γίνεται μέσα από τη ρέμβη και την ονειροπόληση, το ταξίδι ή τη μέθη (Μεθύστε). Η τάση φυγής κάποτε γίνεται εντονότερη: Δεν είμαι καλά ποτέ και πουθενά, και νομίζω πάντα ότι θα ήμουν καλύτερα αλλού και όχι εκεί που είμαι.

Οίκτος και συμπόνια υπάρχει μόνο για τους φτωχούς, τις γριές, τις χήρες, αυτούς που ζουν στο περιθώριο. Ακόμα κι εκεί όμως ο άνθρωπος παρουσιάζεται σάπιος. Στο Σκοινί η μάνα που βρίσκει το γιο της κρεμασμένο ζητά επίμονα να κρατήσει το σκοινί με το οποίο εκείνος κρεμάστηκε. Όχι επειδή είναι το τελευταίο πράγμα που άγγιξε το λαιμό του παιδιού της, όχι γιατί ήθελε να το φυλάξει, αλλά γιατί θα μπορούσε να το πουλήσει.

Σε άλλα πεζά ο ποιητής υμνεί την ομορφιά, τη γυναικεία ομορφιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ωραία Δωροθέα. Εδώ τον καλλιτέχνη έχει σκλαβώσει η ομορφιά μιας εξωτικής νεαρής μιγάδας. Όταν το θέμα είναι ο έρωτας, τα πράγματα αλλάζουν. Η αίσθηση του ανικανοποίητου γίνεται βασανιστική. Στις Ερωμένες παρουσιάζονται διαφορετικοί τύποι γυναίκας: η φιλόδοξη, η δουλοπρεπής, η ηδονίστρια και, πιο ανυπόφορη απ' όλες τους, η γυναίκα χωρίς ελαττώματα. 

Σ' αυτό το βρόμικο περιβάλλον, σ' αυτό τον κόσμο που βρομάει από τα περιττώματα της
μπουρζουαζίας ο χρόνος κυλά αργά και βασανιστικά.  

Θυμήσου ότι ο Χρόνος είναι αδηφάγος παίκτης
που κερδίζει σε κάθε χτύπημα δίχως να κλέβει! Είναι ο νόμος,
Η μέρα μικραίνει, η νύχτα μεγαλώνει. Θυμήσου 
Το βάραθρο νιώθει πάντα δίψα. Αδειάζει η κλεψύδρα.
Κ. Μπωντλαιρ, Το ρολόι, από "Τα άνθη του κακού" 

Άλλοτε πάλι, τίποτα δεν μπορεί να σκοτώσει το Χρόνο, που δεν το βάζει κάτω. Τίποτα δεν μπορεί να επιταχύνει τη ζωή, που κυλάει τόσο αργά. Στην ερημιά της πολυάνθρωπης πολιτείας ο καλλιτέχνης είναι μόνος και σπρώχνει τη μέρα και τη νύχτα να περάσουν. 

Επιτέλους, η ψυχή μου ξεσπάει, και σοφά μου φωνάζει: "Οπουδήποτε! Αρκεί να είναι έξω απ' αυτόν τον κόσμο!" 

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του Σαρλ Μπωντλαίρ, Η μελαγχολία του Παρισιού (μτφρ. Στέργιος Βαρβαρούσης), Εκδόσεις Ερατώ 1985


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου