Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Ολίγον τι από αναμνήσεις


Τον Βασίλη Ρώτα τον θυμάμαι από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Κειμενάκια στα πρώτα αναγνωστικά, παιδικά ποιήματα στο ανθολόγιο και στο πλάι  οι εικόνες του Φασιανού. Τον φανταζόμουν σαν έναν παππούλη που μας πειράζει, μας αφηγείται παραμύθια, μας λέει τραγουδάκια. Σαν εκείνο :

Ο παππούλης σαν κοπέλι
κάθε μέρα πάει στ’ αμπέλι.
Το σκαλίζει, το ποτίζει
και το διπλοκαθαρίζει.
Και το Μάη με τους ανθούς
κορφοκόβει τους βλαστούς
κι ως να διπλοξεφυλλίσει,
η αγουρίδα έχει γυαλίσει.


Τώρα φέρνει στο μαντίλι
κόκκινο, γλυκό σταφύλι.
Τώρα κάθεται δραγάτης
ο παππούς ο ανοιχτομάτης
και του πάμε το φαΐ του
και μας δίνει την ευκή του,
μας φιλεύει και σταφύλια
σε καλάθια σε μαντίλια.

Μπορεί κάπως έτσι να ήταν, ποιος ξέρει. Μπορεί εγώ να τον είχα συνδέσει με τον δικό μου τον παππού. Κάτι μου είχε πει γι' αυτόν κάποτε. Μπορεί να γνωριζόντουσαν. Μπορεί να  μου άρεσε απλά το επίθετό του, επειδή είναι δισύλλαβο και αρχίζει από ρ. 

Κάποιες φορές δε συνειδητοποιείς ότι έχει παίξει ρόλο στη ζωή σου ένας άνθρωπος που γνώρισες κάποτε. Αργότερα, ένα τυχαίο γεγονός σου θυμίζει πρόσωπα, ξαφνικά όλα μετατρέπονται σε κομμάτια ενός παζλ. Τα δένεις μεταξύ τους και η εικόνα που 'χεις μπροστά σου τελικά είναι η δική σου.

Μετά από χρόνια, όταν άρχισα να διαβάζω κι άλλα πράγματα εκτός από τα τραγουδάκια των αναγνωστικών, συνάντησα το όνομά του στις μεταφράσεις του Σαίξπηρ και θαύμασα τον τρόπο με τον οποίο μετέφραζε ένα θεατρικό έργο σε ελληνικά τόσο μελωδικά και κελαριστά που θύμιζαν δημοτικό τραγούδι.  

Στα μέσα του δημοτικού η μάνα μας φαγώθηκε να μάθουμε μουσική. Είχε ανοίξει τότε ο δήμος ένα ωδείο. Καλλιτεχνική διεύθυνση Νικηφόρος Ρώτας. Ένας ψηλός, αδύνατος, ευθυτενής κύριος με άσπρα μαλλιά. Ο γιος του παππούλη που λέγαμε. Ήταν μεγάλος πια, δεν άκουγε καλά. Τον θυμάμαι με το χέρι συνεχώς κολλημένο στ' αυτί του. Στις εξετάσεις τού τραγουδούσαμε το σολφέζ κι εκείνος ρωτούσε το δάσκαλο που καθόταν δίπλα του: "Είναι φάλτσο;" Όταν έδινα εγώ εξετάσεις στην πρώτη προκαταρκτική ο δάσκαλος του απάντησε: "Όλα φάλτσα είναι". Αλλά πήρα δέκα.


Κάθε φορά στις εξετάσεις μπαίναμε στην αίθουσα και αντικρύζαμε ένα τραπέζι γεμάτο μήλα, πορτοκάλια, γλυκίσματα, κέηκ, σοκολάτες. Μας κερνούσε του κόσμου τα καλά για να ξεπεράσουμε το άγχος. Στα ομαδικά μαθήματα ακούγαμε τους μαθητές της Ανωτέρας να παίζουν Σοπέν στο πιάνο και μέναμε μ' ανοιχτό το στόμα. Στην πρώτη μας συναυλιούλα θυμάμαι πώς εξηγούσε στα αγόρια την κίνηση της υπόκλισης και την οδηγία να κουμπώνουν το σακάκι τους τη στιγμή που υποκλίνονται.

Το ωδείο ήταν μεγάλο άγχος. Γύριζα από το σχολείο και έκανα τα μαθήματα με τα παπούτσια ακόμα φορεμένα και την τσάντα στην πλάτη, για να προλάβω πριν πάω στο ωδείο να ξαναπαίξω τις κλίμακες. Πριν από μια συναυλία θυμάμαι που ο Ρώτας είχε πάρει εμένα, την αδερφή μου και λίγα ακόμα παιδιά και, για να χαλαρώσουμε, μας αφηγήθηκε μια ιστορία για μια γριά που έμενε μόνη σ' ένα σπίτι και το βράδυ, τη στιγμή που ήταν σκυμμένη στο εργόχειρό της, άκουσε ένα θόρυβο στο τζάμι. Ένα πουλί χτυπούσε με το ράμφος του το παράθυρο. Θα της έφερνε ένα μήνυμα. Η ιστορία σταμάτησε εκεί. Εμείς είχαμε ζεσταθεί από την αγωνία και τα δάχτυλα κύλησαν στο πιάνο μια χαρά.  Κάποτε με είχε συμβουλέψει να γραφτώ στο βόλεϊ για να γίνω ψηλή. Γράφτηκα κι εκεί, μόνο και μόνο γιατί μου το είχε πει ο "κύριος Ρώτας", αλλά δεν άντεξα άλλο ένα άγχος πάνω απ' το κεφάλι μου και έκατσα μόνο ενα χρόνο στις κορασίδες. 

Το όραμα του Ρώτα γι' αυτό το ωδείο δε βρήκε σύμφωνο το δήμο και τελικά ο διευθυντής άλλαξε. Εμείς συνεχίσαμε τα μαθήματα κι εγώ νόμιζα ότι όλα αυτά τα είχα πια ξεχάσει.  Πρόσφατα γνώρισα μια συγγενή του. Μου είπε για το Νικηφόρο Ρώτα και για τη σχέση τους. Κι εγώ άρχισα να θυμάμαι και να λέω, να λέω, να λέω. Τόσα πολλά είχα μέσα μου και ποτέ δεν τα είχα ανακαλέσει στη μνήμη μου. Και όταν κάποια στιγμή εκείνη μου είπε πως, ακόμη κι αν δεν το καταλάβαινα τότε, φαίνεται ότι αυτός ο άνθρωπος μάς έδωσε πολλά, τότε σκέφτηκα πως έχει δίκιο. Είχα μέσα μου μια τόσο γλυκιά, τρυφερή και έντονη τελικά ανάμνηση από έναν άνθρωπο που μας βοήθησε να πάρουμε μια μυρωδιά από το τι σημαίνει μουσική, τι σημαίνει τέχνη. 

Έμαθα ότι ο δισέγγονος του Βασίλη Ρώτα, ο γιος της φίλης,  είναι είκοσι χρονών, δευτεροετής φοιτητής στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Μακάρι να έχει το ταλέντο των παππούδων του. Και μακάρι να έχει καλούς δασκάλους.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου