Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

"Ο τραγικός του έρωτα και της ουτοπίας"


Μια παρουσίαση του έργου του Κωνσταντίνου Θεοτόκη

 

Υπάρχει άραγε στα νεοελληνικά γράμματα άλλος λογοτέχνης που να έχει σπουδάσει στα καλύτερα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια της Ευρώπης, να έχει μελετήσει φυσικομαθηματικές επιστήμες  αλλά και κλασική φιλολογία, κοινωνιολογία, φιλοσοφία, να γνωρίζει, να γράφει και να μιλά συνολικά δέκα γλώσσες -πέντε νεκρές και πέντε ζωντανές-, να ασπάζεται με το ίδιο πάθος τόσο τη φιλοσοφία του γερμανικού ιδεαλισμού του Νίτσε, στα πρώτα χρόνια της ζωής του, όσο και τον Μαρξ αργότερα, να μετατρέπεται από αριστοκράτη με ανθελληνικές ιδέες -χαρακτήριζε υποτιμητικά το ελληνικό βασίλειο Γρεγουλιστάν όταν ήταν νέος- σε αγνό πατριώτη, που πολέμησε στην Κρητική Επανάσταση και στον πόλεμο του 1897, και κατόπιν σε υπέρμαχο του σοσιαλισμού; Και όλα αυτά να συνδυάζονται με απαράμιλλο ήθος και αναμφίβολη καλλιτεχνική αξία. Μάλλον δεν υπάρχει άλλος σαν τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη. Είναι μια περίπτωση μοναδική στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Ο Θεοτόκης με το έργο του υπηρέτησε την ηθογραφία και το νατουραλισμό στα πρώτα διηγήματά του (αυτό φαίνεται ίσως και από τους τίτλους ορισμένων όπως: "Τίμιος κόσμος","Υπόληψη", Η παντρειά της Σταλαχτής", "Η ζωή του χωριού", "Αγάπη παράνομη",  "Αμάρτησε;"), τον κοινωνικό ρεαλισμό (Η τιμή και το χρήμα, Σκλάβοι στα δεσμά τους), αλλά και το ψυχογράφημα (Ο κατάδικος, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα).

Το πρώτο εκτενές αφηγηματικό του έργο είναι Η τιμή και το χρήμα. Σε ένα παραλιακό προάστιο της Κέρκυρας, ο Αντρέας Ξης, νέος από καλή οικογένεια αλλά ξεπεσμένος πια, είναι ερωτευμένος με τη Ρήνη, κόρη της σιόρας Επιστήμης. Ζητά για να την πάρει προίκα εξακόσια τάλαρα και η σιόρα Επιστήμη αρνείται να του τα δώσει. Ο Αντρέας κλέβει τη Ρήνη. Ζουν αστεφάνωτοι, αλλά η μάνα της αρνείται πεισματικά να του δώσει αυτό που ζητάει και εκείνος υποχωρεί στις συμβουλές του μπάρμπα του να παρατήσει τη Ρήνη,  και να πάρει πλούσια νύφη. Η σιόρα Επιστήμη τελικά θα δώσει τα χρήματα στον Αντρέα, μόλις μάθει ότι η κόρη της είναι έγκυος, αλλά η Ρήνη δεν του επιτρέπει να την αγοράσει και αποφασίζει να δουλέψει. 

«Όχι!» του αποκρίθηκε «όχι! Για λίγα χρήματα είσουνε έτοιμος να με πουλήσεις και χωρίς αυτά δε μ’ έπαιρνες·  πάει τώρα η αγάπη. Επέταξε το πουλί!»

«Θα ξανάρθει» τής απολογήθηκε λυπημένος, «στη ζεστή φωλιά του. Η ζωή μας θά ‘ναι παράδεισος!»

«Όχι!» τού ’πε·  «έπειτα απ’ ό, τι έκαμες όχι! κι α σ’αγαπούσα δε θα ερχόμουνα μαζί σου. Είμαι δουλεύτρα· ποιόνε έχω ανάγκη;» Και σε μία στιγμή  ξακολούθησε: «Γιατί ν’ αδικηθούν τα αδέρφια μου;»

«Σ’ εδυστύχεψε!» είπε πάλι πικρά ο πατέρας, που τώρα είταν ξενέρωτος. «Γιατί να μην τα δώσει από την αρχή όπως τση τό ’πα; Ανάθεμά τα τα τάλαρα!»

«Πάμε!» είπε ο Αντρέας.

«Όχι!» τού ’πε μ’απόφαση·  «εδώ είναι ο χωρισμός μας. Θα πάω σε ξένα μέρη, σε ξένον κόσμο, σ’ άλλους τόπους· θα δουλέψω για με και για να κουναρήσω το παιδί που θα γεννηθεί. Θα μου δώσει η μάνα γράμματα για νά ’βρω αλλού εργασία· θα τα πάρει από τες κυράδες της. Όχι, δεν έρχομαι! Είμαι δουλεύτρα· ποιόνε έχω ανάγκη;» Κ’ έπειτα από μία στιγμή σα ν’απαντούσε σε κάποια της σκέψη, εξαναφώναξε: «Δεν έρχομαι, δεν έρχομαι!»

Ο Αντρέας την εκοίταξε ξεταστικά κ’ εκατάλαβε πως όλα τα λόγια θά ’ταν χαμένα.

«Ανάθεμά τα τα τάλαρα!» εφώναξε πάλι απελπισμένος. «Πάει η ευτυχία μου!»

Κ’ εβγήκε στο δρόμο.

Όπως σημειώνει ο Απόστολος Σαχίνης, "η ζωή στην ελληνική επαρχία δεν είναι για το Θεοτόκη μήτε ειδυλλιακή μήτε αγνή· οι άνθρωποί της δεν είναι μήτε αγνοί μήτε απονήρευτοι· Ο Θεοτόκης ζωγράφισε την ελληνική επαρχία όπως την είδε, απαλλαγμένος από αυταπάτες, με γνώση και αλήθεια." [1]

Ο Θεοτόκης αποτυπώνει μ' ένα ρεαλισμό πρωτόγνωρο τον εκούσιο εγκλεισμό της νεαρής Ρήνης στο σπίτι του Αντρέα. Αστεφάνωτη και παράφορα ερωτευμένη μοιράζεται το κρεβάτι και το κορμί της με έναν άντρα που αρνείται να την παντρευτεί. Το δωμάτιο που μοιάζει παράδεισος όταν παραδίνεται στον Αντρέα γίνεται μια φυλακή που την απομονώνει από την κοινωνία του χωριού και καταντά η ντροπή της.

Σ’ αυτή τη νουβέλα είναι εμφανής τόσο ο ανθρωπισμός του Θεοτόκη όσο και η επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών στον τρόπο σκέψης του. Δεν κατηγορεί κανέναν από τους ήρωες για ανηθικότητα ή πλεονεξία. Αντίθετα, παρουσιάζονται όλοι δέσμιοι των κοινωνικών συνθηκών. Η παντοδυναμία του χρήματος είναι αυτή που τους καταστρέφει και τους απομακρύνει από την ευτυχία. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ρήνη διαρκώς επαναλαμβάνει στον Αντρέα πως είναι δουλεύτρα. "Είμαστε νέοι κι οι δυο [...] θα δουλεύω κι εγώ στο πλευρό σου [...] κ’ ενωμένοι και οι δυο θ’ αγωνιστούμε."

Ακόμη πιο σκλαβωμένοι παρουσιάζονται οι ήρωες στο μυθιστόρημα Σκλάβοι στα δεσμά τους. Αυτή τη φορά δεν είναι το χρήμα που τους αλυσοδένει· είναι το παρελθόν τους. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος που χάνεται και εκείνοι παρουσιάζονται ανίκανοι να ακολουθήσουν τις εξελίξεις. "Παρακολουθούμε την τραγωδία της φεουδαρχικής τάξης που ξέπεσε, που μένει ανίκανη να προσαρμοστεί στον καινούργιο κοινωνικό περίγυρο, το ιστορικό ανέβασμα του αστισμού, και το θαμποχάραμα της σοσιαλιστικής αναμόρφωσης" σημειώνει στην εισαγωγή του έργου ο Άγγελος Τερζάκης.

Εδώ είναι χαρακτηριστική και η επιλογή των ονομάτων. Ο ξεπεσμένος αριστοκράτης είναι ο Οφιομάχος Φιλάρετος. Η κόρη του Ευλαλία είναι ερωτευμένη μ' ένα φιλάσθενο ρομαντικό επαναστάτη και υπέρμαχο του σοσιαλισμού, τον Άλκη Σωζόμενο, αλλά ο πατέρας της για να ξεχρεώσει θέλει να την παντρέψει μ’ ένα γιατρό, εκπρόσωπο της ανερχόμενης αστικής τάξης,  τον Αριστείδη Στεργιώτη, που βλέπει το γάμο με την Ευλαλία σαν μια δυνατότητα για κοινωνική άνοδο.

Η γραφή του Θεοτόκη προχωρά από τη νουβέλα στο μυθιστόρημα και μάλιστα το κοινωνικό. Δεν υπάρχει στο έργο ένας πρωταγωνιστής. Όλα τα πρόσωπα έχουν φωνή, όλα συμμετέχουν εξίσου. "Στη σκοπιά και στη διήγηση του παντογνώστη αφηγητή παρεμβάλλονται εδώ άλλες φωνές και οπτικές, όπως είναι οι πλάγιοι μονόλογοι των ίδιων των ηρώων (λ.χ. του Άλκη ή της Αιμιλίας Βαλσάμη), έτσι που να σχηματίζεται η εντύπωση –και επίτευξη- ενός πολυφωνικού σχεδόν κειμένου. Δηλαδή ενός κειμένου του οποίου η σκυτάλη της αφήγησης παραδίδεται από τον αφηγητή στους ήρωες. Και αυτοί τότε εκφράζονται μέσα από αφηγηματοποιημένους μονόλογους."     [2]

Αν και αποτέλεσε φιλόδοξη προσπάθεια, πολλοί υποστηρίζουν πως Οι σκλάβοι στα δεσμά τους παρουσιάζουν αδυναμίες στην τεχνική. Σύμφωνα με τον Άγγελο Τερζάκη, κεντρικό πρόσωπο καθαυτό δεν υπάρχει και αυτό κάνει το έργο χαλαρό. Η τεχνική του πολυφωνικού μυθιστορήματος απαιτεί τη δύναμη να οικοδομηθούν πολλοί και άρτιοι εξίσου χαρακτήρες. Εδώ τα πρόσωπα παρουσιάζονται αχνά, με μοναδική ίσως εξαίρεση τον άρχοντα Οφιομάχο. Η ροή του χρόνου δε γίνεται αισθητή.

Το καλλιτεχνικό μέγεθος του Θεοτόκη φαίνεται στα ψυχογραφήματά του, στα έργα Ο κατάδικος και Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα.  Στον Κατάδικο πρωταγωνιστής είναι ο Τουρκόγιαννος, που δουλεύει στο χωράφι του Γιώργου Αράθυμου και της Μαργαρίτας, με την οποία είναι ερωτευμένος. Ο γείτονας και εραστής της Μαργαρίτας, Πέτρος Πέπονας, σκοτώνει τον Αράθυμο και φροντίζει να κατηγορηθεί για το φόνο ο Τουρκόγιαννος. Αργότερα, θα συναντηθούν στη φυλακή, όπου οδηγείται κι εκείνος για χρέη. Η φυσιογνωμία του Τουρκόγιαννου είναι μοναδική. Ένα άνθρωπος φτωχός, αγνός, ένα κλωτσοσκούφι της τύχης που ποτέ δεν απόκτησε τίποτα. Δουλεύει με αυταπάρνηση για τους κυρίους του. Αγαπά τη γη τους σαν μάνα του και τα παιδιά τους σαν δικά του. Ολιγαρκής, ταπεινός, με μια αγαθότητα που προμηνύει την καταστροφή του. Δέχεται μια τιμωρία που δεν του αξίζει, δεν αντιδρά, δε διεκδικεί, διδάσκει στη φυλακή τη συγχώρεση και την ταπεινοσύνη και, όταν ο Πέπονας παραδέχεται το φονικό, ο Τουρκόγιαννος σκέφτεται τη Μαργαρίτα και απαντά "Λέει ψέματα! Εγώ σκότωσα κι ετιμωρήθηκα." Σπάνια στην πεζογραφία πλάθεται ένας τέτοιος απόστολος του καλού και της αγάπης.

Στον αντίποδα του Τουρκόγιαννου βρίσκεται ο Καραβέλας, ένα πρόσωπο γεμάτο κακία και πάθη, που άλλοτε παρουσιάζεται φαιδρό και άλλοτε τραγικό. Σ' αυτή την ηθογραφία ο Θεοτόκης φτάνει τη νατουραλιστική γραφή στα όριά της. Η χαρακτήρες ζωγραφίζονται με λεπτομέρειες, χωρίς να ψυχαναλύονται από τον αφηγητή, χωρίς κανένα σχόλιο να παρεμβάλλεται. Παρουσιάζονται μόνο μέσα από τα λόγια τους και τις πράξεις τους.  Η περιγραφή είναι ωμή: σκηνές μιζέριας, ασχήμιας, εξαθλίωσης, ανεκπλήρωτου πάθους και λαγνείας, άνθρωποι αρρωστημένοι και κερδοσκόποι. 

Κεντρικό πρόσωπο ο Καραβέλας, ένας άνθρωπος άσχημος, αντιπαθής στο χωριό,  που δύο πράγματα πόθησε στη ζωή του: τη Μαρία και να μην τον φωνάζουν Καραβέλα (= μπόγιας). Δεν πέτυχε τίποτα από τα δύο. Η Μαρία τον κορόιδεψε, τον έπαιξε κατά το συμφέρον της και το συμφέρον της οικογένειάς της. Ο Καραβέλας κρεμάστηκε. Στην κηδεία του, η Μαρία γελά πάνω από το πτώμα του και τα παιδιά τον κοροϊδεύουν φωνάζοντας δυνατά το παρατσούκλι του, για να το ακούει και στη μετά θάνατον ζωή του. Το χρήμα δρα και εδώ διαβρωτικά. Οι κάτοικοι του χωριού υποκινούνται πάντοτε από το συμφέρον και το κλίμα της συναλλαγής και του ανταγωνισμού γίνεται αποπνικτικό. 

Ο Θεοτόκης ξεκινά την πορεία του στη νεοελληνική πεζογραφία από την ηθογραφία και καταλήγει στην ηθογραφία. Μια ηθογραφία όμως, πολύ καλύτερα δουλεμένη, πολύ πιο άρτια, πολύ πιο ώριμη από αυτήν που αποτέλεσε αφετηρία του.

Μια κοινωνία που αλλάζει και μέσα σ' αυτήν το άτομο που πάσχει, και τα πάθη του συνιστούν την προβληματική του Θεοτόκη, όχι μόνο ως λογοτέχνη αλλά και ως ανθρώπου που δε δίστασε να ξεριζώσει από μέσα του την ιδεολογία της οικογένειάς του, για να υπηρετήσει αυτό που εκείνος θεωρούσε δίκιο. 

Τα έργα του πολλές φορές μεταφέρθηκαν στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο με μεγάλη επιτυχία.  "Η τιμή της αγάπης" της Τώνιας Μαρκετάκη υπήρξε μια από τις καλύτερες απόπειρες μεταφοράς λογοτεχνικού έργου στη μεγάλη οθόνη και μια από τις καλύτερες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου γενικώς.







[1] Απόστολος Σαχίνης, Το νεοελληνικό μυθιστόρημα, Αθήνα 1975
[2] Massimo Peri, «Ένας γαλλισμός στην ελληνική αφηγηματογραφία», Πόρφυρας, 57-58, Κέρκυρα 1991, σσ. 353-362.

[3] O τίτλος της ανάρτησης αποτελεί τίτλο του βιβλίου του Κώστα Μπαλάσκα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο τραγικός του έρωτα και της ουτοπίας. "Ειρμός", Αθήνα 1993.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου