Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Κωνσταντίνος Θεοτόκης (Σημειώσεις)

Ο δάσκαλός μας, Κώστας Μπαλάσκας, γράφει για τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη.

 

Ο Θεοτόκης «ανάμεσα»
Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης βρέθηκε, έζησε, έγραψε «ανάμεσα». Ανήκει στην κατηγορία του «μεταξύ». Μεταξύ του 19ου και του 20ού αιώνα. Μεταξύ του τέλους της φεουδαρχίας (όπου ανήκε και η οικογένειά του), και της αστικής μετεξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας. Στα όρια του τέλους της αγροτικής κοινωνίας με τις παραδοσιακές δομές της και της χαραυγής της βιομηχανικής κοινωνίας με το πρώτο προλεταριάτο της. Μεταξύ της αστικής διαμόρφωσης και της ανάδυσης των σοσιαλιστικών ιδεών (που ασπάζεται), και των εργατικών κινημάτων. Ακόμα: Μεταξύ του τέλους του ρομαντισμού, της αρχής του ρεαλισμού στην Ελλάδα, με τη σχεδόν ταυτόχρονη νατουραλιστική εκδοχή του, αλλά και τη διαφαινόμενη ήδη στην Ευρώπη υπέρβασή του. Ακόμη περισσότερο, μεταξύ του πραγματικού και του ιδανικού, μεταξύ της εντοπιότηττας και της ουτοπίας· μεταξύ του Πάθους και της Ανάγκης, μεταξύ του Νίτσε και του Μαρξ·  μεταξύ ατομικής λύτρωσης και συλλογικής δράσης. 

Το αριστοκρατικό πρότυπο

Έτσι αναθρεμμένος ο Θεοτόκης, με τις αντιλήψεις της τάξης του και με τον αέρα του Παρισιού, διαμορφώνει, κατά το βιογράφο αδερφό του, μια συνείδηση μακριά από τις ελληνικές παραδόσεις, σχεδόν ανθελληνική. «[...] Ό, τι ήταν ελληνικό» γράφει ο Κώστας Δαφνής, «κυβέρνηση, δικαιοσύνη, παιδεία, όλα ήταν γι’ αυτόν αντικείμενο χλευασμού. Ελληνικός πολιτισμός δεν υπήρχε, οι Έλληνες ήταν Γραικύλοι ή Γρέγουλοι και το Ελληνικό βασίλειο το Γρεγουλιστάν [...]». 



Το πατριωτικό ιδανικό
Ο Μαβίλης ασφαλώς επηρέασε τον Θεοτόκη. Όχι μόνο γιατί τον έστρεψε προς της μελέτη της σανσκριτικής γλώσσας και της ινδικής λογοτεχνίας ή, ακόμα, στην καλλιέργεια του σονέτου, αλλά κυρίως γιατί τον επηρέασε πολιτικά με την αντίληψή του για την έννοια της πατρίδας-Ελλάδας και για τις αξίες που συνέχουν τον Ελληνισμό. Η πατριδολατρία του Μαβίλη, οι ανώτερες ηθικές αρχές του, η προσήλωσή του στο ιδανικό, η στράτευσή του στο εθνικό χρέος, καθάρισαν οριστικά τον Θεοτόκη από τον επίκτητο σνομπισμό του και τον εισήγαγαν στις αξίες της σολωμικής παράδοσης: στις ρίζες του λαού και του τόπου, απ’ όπου αντλεί το νόημά της η ζωή και η τέχνη.


Η σοσιαλιστική ιδεολογία

Ο άτυχος πόλεμος του ’97 –και η συγκλονιστική απήχησή του βιώνεται διαφορετικά από τον Μαβίλη και διαφορετικά από τον Θεοτόκη. Στον Μαβίλη ενισχύει το πείσμα και την αγωνιστική διάθεση. Στον Θεοτόκη, που είναι από διαφορετικό ψυχικό μέταλλο, προκαλεί μια στροφή προς την ενδοχώρα και προς την αναζήτηση άλλων στηριγμάτων ζωής. Τότε στρέφεται προς το έργο του Καρλ Μαρξ, κατά τη συνήθως καλά και από πρώτο χέρι πληροφορημένη Ειρήνη Δενδρινού «[...] Διαβάζει τα βιβλία του Καρλ Μαρξ και πείθεται πως η κοινωνία έχει ανάγκη από μια πλατύτερη δικαιοσύνη, από μια πραγματικότερη ισότητα, υλική και ηθική με την ίδια ευθύνη στην οικονομικήν ύπαρξη και με τα ίδια δικαιώματα».

[...]

Πρόκειται για έναν σοσιαλισμό, κινούμενο –στον Θεοτόκη- από συναισθηματισμό, ανθρωπιστικά ιδεώδη, αγάπη για το λαό, πίστη στη δημοτική γλώσσα, αλτρουισμό. 

Ρεαλισμός και Νατουραλισμός                                              

Η μετάβαση από το ρομαντικό στο ρεαλιστικό τρόπο αφήγησης συνίσταται βασικά στην εγκατάλειψη ή πάντως στη μείωση του ρόλου της φαντασίας και του πάθους, και την αντικατάστασή του με την ακριβή παρατήρηση και περιγραφή του συγκεκριμένου και του πραγματικού. Παράλληλα βαίνει η εγκατάλειψη του παρελθόντος (χωρίς να αποκλείεται η –τεκμηριωμένη όμως- αναπαράστασή του) και η έμφαση στο παρόν, η εγκατάλειψη του υποκειμενικού και του προσωπικού ρόλου και η επιμονή στην, επιστημονικού τύπου, αντικειμενική έκθεση των πραγμάτων (χωρίς, βέβαια,  να αποκλείεται η χρήση προσωπικών η αυτοβιογραφικών στοιχείων ή συγκινήσεων, αρκεί αυτή να ουδετεροποιείται και να μη φαίνεται στη γραφή) και, τέλος, η επίμονη επεξεργασία της γλωσσικής μορφής, ώστε να αποδίδει ακριβώς το περιεχόμενό της και να αναπαρασταίνει, όσο γίνεται πιο πιστά, την πραγματικότητα, κυρίως στην αλληλουχία αιτίας και αποτελέσματος, ώστε να είναι πειστική.

            Η νέα αφηγηματική αντίληψη συστοιχεί στα νέα πολιτικοκοινωνικά δεδομένα (και ζητούμενα) της Ευρώπης  και ανταποκρίνεται στο εν γένει θετικοκρατούμενο πνεύμα του 19ου αιώνα, κυρίως κατά το δεύτερο μισό του. Τόσο ο Φλωμπέρ όσο και ο Ζολά στην αφήγηση, όσο και ο Κοντ και ο Τάιν στη φιλοσοφία της κοινωνίας και της τέχνης αντίστοιχα, θέλουν να υιοθετήσουν και να εφαρμόσουν στους τομείς τους τους τρόπους επιστημονικής έρευνας του Κλοντ Μπερνάρ ή του Δαρβίνου. Προς αυτή την κατεύθυνση περισσότερο προχώρησε, ως θεωρητικός και ως πεζογράφος, ο Εμίλ Ζολά, ο εισηγητής του νατουραλισμού.
            Αν ο ρεαλισμός είναι ένας μάλλον γενικός όρος που δηλώνει τη σχέση που πρέπει να έχει η αφήγηση με την πραγματικότητα, ο νατουραλισμός, επεκτείνοντας τις αρχές του ρεαλισμού ως τις ακραίες συνέπειές τους, φτάνει στην υπερβολή. Νατουραλισμός σημαίνει φυσιοκρατία και νατουραλιστής είναι γενικά αυτός που μελετάει τα φυσικά φαινόμενο ή που εφαρμόζει στην έρευνά του μεθόδους φυσικών επιστημών. Ο ίδιος ο Κοντ είχε ονομάσει τη μελέτη της κοινωνίας, την κοινωνιολογία, «κοινωνική φυσική» και ο Τάιν υποστήριζε ότι τα ανθρώπινα συναισθήματα εξαρτώνται από συγκεκριμένες αιτίες: την κληρονομικότητα, το περιβάλλον και την παρούσα στιγμή·  και οι αιτίες αυτές έπρεπε να βρεθούν και να αναλυθούν στην αφήγηση. Η κακία και η αρετή, έλεγε, είναι προϊόντα, όπως το βιτριόλι και η ζάχαρη. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι η αιτία και η ανάλυση της παραγωγής τους. Αυτές είναι και οι θέσεις του Ζολά.
            Από τη λογοτεχνία ο Ζολά ζητάει να μελετήσει τη σύγχρονη πραγματικότητα με την ακρίβεια των πειραματικών επιστημών, εντοπίζοντας την έρευνα κυρίως στα λαϊκά στρώματα και αναζητώντας την εξήγηση της περιγραφόμενης συμπεριφοράς στον βιολογικό (κληρονομικότητα) ή στον κοινωνικό (περιβάλλον) ντετερμινισμό. Μέτριοι ή κακοί χαρακτήρες, ενστικτώδεις συμπεριφορές, ωμές πραγματικότητες και οι περιγραφές τους, περνούν τώρα στη λογοτεχνία και παίρνουν τη θέση του ρομαντικού ιδανικού και του λυρικού εξωραϊσμού. Ο ρομαντισμός και ο λυρισμός, υποστηρίζει ο Ζολά, είναι φουσκωμένες λέξεις που λυγίζουν κάτω από το ασήκωτο βάρος του παραστολισμένου ύφους, είναι ένα λεκτικό κατασκεύασμα, χτισμένο στο κενό. Και προτρέπει τους νέους: «Φτάνει πια ο λυρισμός, φτάνουν τα μεγάλα λόγια, θέλουμε πράξεις, αποδείξεις [...] να πιστεύετε μονάχα στα γεγονότα [...]».

Η ζωή του χωριού
Ο παράνομος (εκτός γάμου) έρωτας, η τιμή της γυναίκας και οι φυλακές της, η ντροπή, το προξενιό, η πρόληψη, το πάθος της εκδίκησης, η κακία, η σπιουνιά, η ρουφιανιά συνθέτουν εδώ μια πινακοθήκη των  «αγνών ηθών» του χωριού. Σπάζοντας το φαινομενικά «ειδυλλιακό» κέλυφος, ο Θεοτόκης βάζει το νυστέρι του στα ενδότερα της κλειστής κοινωνίας και της ανθρώπινης ψυχής και κάνει να φανεί όλη η μιζέρια και η μικρότητά τους με την αποπνικτική δυσωδία τους.

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του Κώστα Μπαλάσκα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Επικαιρότητα, Αθήνα 1987
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου