Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

Πώς να 'ναι η ζωή στη Ρωσία; - Μέρος 2ο


Αναρωτιόμασταν λοιπόν την περασμένη φορά πώς να είναι πράγματα που δεν τα απαντούν οι τουριστικοί οδηγοί. Δεκάδες απορίες για τα μέρη που θέλουμε να επισκεφτούμε μένουν αναπάντητες. Πώς είναι τα παγκάκια; Σε τι συσκευασίες πουλιέται το γάλα; Ποια είναι η μεγαλύτερη αλυσίδα σούπερ μάρκετ; Πώς είναι οι πινακίδες στου δρόμους; 

Όταν σκέφτομαι λοιπόν τη ζωή στη Ρωσία, αναρωτιέμαι...

Πόσο βαρύς είναι ο χειμώνας; 


Πόσους μήνες διαρκεί το χιόνι;


Πόσοι άνθρωποι ζουν με τετράποδους φίλους; 



Πόσοι ονειρεύονται μια πιο ζεστή χώρα;



Είναι πολλοί οι άντρες που ζουν μόνοι;


Είναι πολλές οι γυναίκες που ζουν μόνες;



Τι κάνουν οι άνθρωποι στα σπίτια τους;




Τι κάνουν άστεγοι και πλανόδιοι για να επιβιώσουν;


Τα κορίτσια εξακολουθούν να αγαπούν το μπαλέτο;


Ποια έθιμα τηρούνται στους γάμους;


Είναι εύκολο να ερωτευτεί κανείς;


Τα ερωτευμένα ζευγαράκια πού συχνάζουν;


***

[1] Τις απορίες μού έλυσε (ή μου δημιούργησε;) ο ζωγράφος Valentin Gubarev. 

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Πώς να 'ναι η ζωή στη Ρωσία; - Μέρος 1ο

The old russian home, 1902

Όσο μεγαλώνω συνειδητοποιώ πως τα ταξίδια που δεν έκανα λίγο λίγο ξεμακραίνουν. Έτσι, βρίσκω άλλους τρόπους να κρυφοκοιτάξω τη ζωή στα μέρη του πλανήτη που μάλλον δεν θα περπατήσω. Τα βιβλία βοηθούν πολύ σ' αυτό. Κι αν είναι εικονογραφημένα, ακόμη περισσότερο. Η εικόνα ενός βιβλίου μεταφέρει μια ατμόσφαιρα που δεν βρίσκει κανείς εύκολα σε μια φωτογραφία. 



The old russian home, 1902

Πάντοτε, που λέτε, αναρωτιόμουν. Πώς να είναι άραγε η ζωή στη Ρωσία; Όταν άρχισα να ασχολούμαι κάπως περισσότερο με την εικονογράφηση, έψαχνα με μανία κλασικούς και σύγχρονους εικονογράφους που, πέρα από εικόνες απ' τον κόσμο των ζώων ή τον κόσμο των παραμυθιών, είχαν στο έργο τους και πολλές εικόνες ρουτίνας. Αυτά που αντικρίζουμε τόσο συχνά, ώστε σχεδόν ποτέ δεν τα παρατηρούμε: το εσωτερικό ενός διαμερίσματος, τη μουντή θέα από ένα παλιό παράθυρο, οτιδήποτε θα μπορούσε να με μεταφέρει σε μιαν άλλη χώρα και να με βοηθήσει να φανταστώ την καθημερινότητα εκεί.


The old russian home, 1914 

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η Ρωσία μού είχε γίνει εμμονή. Αναζητούσα στην εικονογράφηση ό,τι είχε σχέση με την αγαπημένη μου χώρα. Ακόμη και προϊόντα ή συσκευασίες που βρίσκουμε στα σούπερ μάρκετ, πινακίδες στους δρόμους, μικρά αντικείμενα, οτιδήποτε. Συχνά μάλιστα έπλαθα με το μυαλό μου τον χαρακτήρα ενός Μοσχοβίτη και με τη φαντασία μου τον έντυνα, του έδινα όνομα και επάγγελμα, φανταζόμουν το μικρό διαμέρισμά του, τον δρόμο που διανύει για να πάει στη δουλειά, το τραμ ή το λεωφορείο στο οποίο επιβιβάζεται, τα τοπία που παρατηρεί, τη γειτονιά του, τα πεζοδρόμια, τους σκουπιδοτενεκέδες και τα ψιλικατζίδικα, τα περιοδικά και τις εφημερίδες που προτιμά. 


The old russian home, 1919

Οπότε, φανταστείτε τη χαρά μου όταν ανακάλυψα το βιβλίο The appartment: A century of russian history. Η Ρωσίδα συγγραφέας Alexandra Litvina, παρέα με την εικονογράφο Anna Desnitskaya φιλοτέχνησαν ένα πανέμορφο βιβλίο που μεταφέρει τον αναγνώστη στη Μόσχα και του αφηγείται την ιστορία της Ρωσίας μέσα από τις αλλαγές στη ζωή μιας οικογένειας που τα μέλη της κατοικούν πάντοτε το ίδιο διαμέρισμα. Η μια γενιά διαδέχεται την άλλη, τα γεγονότα στη χώρα κάνουν τη ζωή πολύ διαφορετική, αλλά το σπίτι παραμένει το ίδιο. 



Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν μπορώ ακόμη να πω πολλά για την οικογένεια Muromtsev γιατί αυτή τη στιγμή το βιβλίο πετάει προς την πόρτα του σπιτιού μου και δεν ξέρω σε ποιο σημείο του κόσμου βρίσκεται ακριβώς. Είναι η μοναδική φορά που από τον ενθουσιασμό μου γράφω για ένα βιβλίο προτού το πιάσω στα χέρια μου. Έχω όμως διαβάσει τόσα πολλά γι' αυτό, μελέτησα μία προς μία κάθε του εικόνα και νιώθω σαν να το ξέρω απέξω κι ανακατωτά.



Βέβαια, ό,τι είδα μέχρι τώρα ήταν παρμένο από τη ρωσική έκδοση και είναι κάπως δύσκολο να διηγηθώ την ιστορία της οικογένειας ή του σπιτιού: ποιος κατοικεί εκεί κάθε χρονιά, πώς αλλάζουν τα πρόσωπα ή τα αντικείμενα, πώς τους επηρεάζουν τα γεγονότα. Είναι πολύ μαγικότερο, όμως, να υποθέτεις την ιστορία με τη βοήθεια της εικόνας. Και εδώ οι εικόνες βοηθούν πολύ. Το διαμέρισμα που ανήκει σε μία μόνο οικογένεια και το υπηρετικό της προσωπικό, μοιράζονται πολλά περισσότερα πρόσωπα από την επανάσταση και μετά. Το γράμμα από το μέτωπο, η χαρά μετά από τη νίκη της χώρας στον Πόλεμο, ένα οικογενειακό τραπέζι, ένας γάμος, τα γεγονότα της Περεστρόικα στην τηλεόραση, τα δυτικά προϊόντα στις αρχές του 21ου αιώνα είναι μερικά μόνο από αυτά που μπορεί να παρατηρήσει κανείς.


The old russian home, 1941
The old russian home, 1945

Η ιστορία ξεκινά το 1902 και φτάνει ως το 2002 κάνοντας στάσεις σε αρκετές χρονιές. Παρατηρώντας τη διακόσμηση του σπιτιού, τα ρούχα των ανθρώπων και τις ασχολίες τους, μπορεί κανείς να καταλάβει πώς επηρεάζουν τη ζωή μιας οικογένειας οι πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που συμβαίνουν στον κόσμο. Παράλληλα, μέσα από ένα παιχνίδι αναζήτησης, ο αναγνώστης βλέπει ποια αντικείμενα άντεξαν στον χρόνο και κληροδοτήθηκαν από τη μια γενιά στην άλλη. Το γραμμόφωνο αντικαθιστά η τηλεόραση, τη στρατιωτική στολή ένα μπλουζάκι με το λογότυπο στης κόκα κόλας. Από την τσαρική εποχή ως την επανάσταση, από τον πόλεμο ως την Περεστρόικα, και από την πτώση του σοσιαλιστικού καθεστώτος ως τις αρχές του 21ου αιώνα, το μόνο που στέκει ίδιο κι απαράλλαχτο είναι οι τοίχοι του σπιτιού των Muromtsev. 



The old russian home, 1973


Η εικονογράφηση επιμένει σε κάθε μικρολεπτομέρεια: το σαμοβάρι, το γραμμόφωνο, το χαρτί τουαλέτας, τα παιδικά παιχνίδια.  Επιπλέον, η έκδοση συνοδεύεται από χρονολόγιο, γλωσσάρι, βιβλιογραφία και ευρετήριο. 





Ανυπομονώ να το ξεφυλλίσω. Και τότε θα τα ξαναπούμε! 


***

[1] Για το έργο της εικονογράφου Anna Desnitskaya ρίξτε μια ματιά εδώ. 

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

Τα 13 ρολόγια

Ο χρόνος πάγωσε εκεί πέρα. Είναι πάντοτε Τότε.

"Δεν ξέρω τι είναι τα δεκατρία ρολόγια, αλλά ό,τι κι αν είναι, είναι το μόνο που έγινε", λέει ο Νιλ Γκέιμαν στον πρόλογο που έγραψε για το παραμύθι του Τζέιμς Θέρμπερ. Δηλαδή, σαν να λέμε "τίποτε άλλο δεν έχει γίνει". Όσα προβλέψιμα, λογικά κι αναμενόμενα συμβαίνουν στην καθημερινότητά μας δεν συνέβησαν ποτέ στ' αλήθεια. Τα παράλογα και φανταστικά γεγονότα που αφηγείται ο Θέρμπερ είναι τα μόνα πραγματικά. Κι έτσι να μην είναι, "δεν βλέπω πώς μπορεί να ελπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος πως θα διατηρήσει τα λογικά του, αν δεν λοξοδρομεί κάπου-κάπου σ' αυτά τα μονοπάτια", μας θυμίζει ο συγγραφέας, κι έχει το δίκιο του ο άνθρωπος. Τρελαθείτε λιγάκι, γιατί χανόμαστε.

Τα Δεκατρία ρολόγια είναι ένα μοναδικό βιβλίο. "Κάνει τους ανθρώπους πιο ευτυχισμένους, όπως το παγωτό". Υπάρχει πειστικότερη φράση για να παρατήσεις ό,τι έχεις κανονίσει ένα βροχερό και δυσάρεστο απόγευμα και να κουρνιάσεις στον καναπέ σου μ' ένα τέτοιο βιβλίο; 

Η ιστορία πάει κάπως έτσι: Μια φορά κι έναν καιρό σ' ένα λόφο μακρινό ζούσε ένας κακός Δούκας με την ανιψιά του. Ήταν παγωμένος, φορούσε πάντοτε γάντια,  είχε χάσει το ένα του μάτι από τα γαμψά νύχια μιας τσίχλας, είχε πόδια που το ένα ήταν πιο μακρύ από το άλλο, κούτσαινε και περνούσε μέρες και νύχτες κάνοντας κακές σκέψεις. Η ανιψιά του, όμως, η Σαραλίντα, ήταν ολόζεστη, πανέμορφη και όλοι ήθελαν να την παντρευτούν. 

Ήταν ψηλή, με φρέζιες στα μαλλιά της, κι η γαλήνη την κύκλωνε σαν ουράνιο τόξο. Δεν ξεχώριζες εύκολα το στόμα της απ' το τριαντάφυλλο, το μέτωπό της απ' την άσπρη βιολέτα. Η φωνή της ήταν απόμακρη μουσική, τα μάτια της κεριά που λάμπουν σε ήσυχη νύχτα. 

Από τον φόβο του μη χάσει τη Σαραλίντα ο Δούκας δολοφόνησε τον χρόνο, για να μην έρθει το Τώρα ποτέ.

Τα ρολόγια ήταν νεκρά, και στο τέλος, όσο το σκεφτόταν, ο Δούκας αποφάσισε πως είχε δολοφονήσει τον χρόνο, τον είχε σφάξει με το σπαθί του κι είχε σκουπίσει τη ματωμένη λαβή πάνω στα γένια του, και τον άφησε εκεί, να αιμορραγεί ώρες και λεπτά, με τα ελατήρια σπασμένα, σκουριασμένα, και το εκκρεμές σε αποσύνθεση.

Δεκάδες ιππότες φτάνουν στον πύργο που ζει η Σαραλίντα για να ζητήσουν το χέρι της, αλλά κανείς δεν μπορεί να φέρει σε πέρας τους άθλους που τους ζητά ο Δούκας. Κανείς δεν μπορεί να βρει πράγματα που ποτέ δεν υπήρξαν, κανείς δεν μπορεί να χτίσει εκείνα που δεν γίνεται να χτιστούν. Κάποτε, όμως, φτάνει εκείνος που 'ναι γραφτό να νικήσει την κακία, να ξεπαγώσει τον χρόνο, να κάνει τους δείκτες των ρολογιών ν' αρχίσουν πάλι να κυνηγούν ο ένας τον άλλον. "Το παιχνίδι τελείωσε, ο κύβος ερρίφθη, ο κόμπος έφτασε στο χτένι και το φίδι βγαίνει από την τρύπα".

Κι έτσι, ένας τραγουδιστής, ένα ψιθυριστής, ένας αφουγκραστής, ένας ονόματι Γκόλουξ (που μπορεί να είναι και κάποιος απ' τους τρεις προηγούμενους) και η Χάγκα θα συνεργαστούν για να λυθούν τα μάγια κι η Σαραλίντα θα φύγει μακριά απ' την παγωνιά. Γιατί, τελικά, κανένας δεν μπορεί να σκοτώσει τον χρόνο. "Κι ακόμα κι αν μπορεί, υπάρχει και κάτι άλλο: ένα ρολόι στην καρδιά μιας κοπέλας, που χτυπά τις ώρες της αγάπης και της νιότης". 

Εικονογράφηση Daniel Egneus, Καλειδοσκόπιο

Όπως και να 'χει, τα Δεκατρία ρολόγια δεν είναι ένα απλό παραμύθι. Και ο Τζέιμς Θέρμπερ δεν είναι ένα απλός συγγραφέας. Δημοσιογράφος, γελοιογράφος του Νιου Γιόρκερ, και όχι μόνο, ο Θέρμπερ στα κείμενά του κινείται στο σύνορο φαντασίας και πραγματικότητας. Αλλάζει διαρκώς πλευρά, ώσπου τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό  και το φανταστικό χάνονται. Άφταστο χιούμορ, μαεστρική γλώσσα, σπάνιο κέφι, διάθεση για παιχνίδι, και μια ποιητική πνοή που σαν λεπτή δαντέλα χαϊδεύει κάθε φράση. Πανέμορφο, πανέμορφο, πανέμορφο παραμύθι που είχε την τύχη να κερδίσει μια θέση στα έργα καταξιωμένων εικονογράφων.  



***

James Thurber, Τα 13 ρολόγια (Εικόνες Daniel Egneus, μτφρ. Δήμητρα Σίμου, εισαγωγή Neil Gaiman), Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2018. 


Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Όταν θα είμαι γέρος...

Paul Fusco, Belfast 1989.

Το 1669 ο Τζόναθαν Σουίφτ ήταν μόλις τριάντα δύο ετών. Η πρώιμη σοφία του όμως τον έκανε να διαισθανθεί πως μεγαλώνοντας θα ξεχάσει όλα όσα σ' εκείνη την ηλικία θεωρούσε σημαντικά. Και πρώτα πρώτα θα ξεχνούσε αυτό που όλοι ξεχνάμε μεγαλώνοντας: πώς είναι να 'σαι νέος. Σημείωσε, λοιπόν, σ' ένα σύντομο κείμενο δεκαεπτά πράγματα που θα ήθελε να θυμάται όταν θα έχει πια γεράσει. Διαβάζοντάς τα συνειδητοποιεί κανείς πόσο γρήγορα χάνουμε τελικά τη νεότητά μας, πόσο λίγο κατανοούμε τις νεανικές ανησυχίες και συμπεριφορές, κι ας συνηθίζουμε να λέμε όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε πως μέσα μας παραμένουμε παιδιά, "σαν να μην πέρασε μια μέρα" από τον καιρό που κανείς δεν καταλάβαινε τις δικές μας αγωνίες. 

Θέλω λοιπόν να αφιερώσω αυτή την ανάρτηση σε όλους όσους συναναστρέφονται καθημερινά τα νιάτα, είτε είναι γονείς είτε εκπαιδευτικοί, και να δώσω στον καθέναν από μας τη συμβουλή να έχει αυτό το σύντομο κείμενο καθημερινά στην τσάντα του και να ανατρέχει κάθε φορά που η συγκυρία το απαιτεί. 

Kids outside 'The Irish House', Ireland 1962
Να θυμάμαι λοιπόν κι εγώ όταν γεράσω (λέει ο Σουίφτ): 

1. Να μην παντρευτώ νέα γυναίκα.
2. Να μη συναναστρέφομαι νέους εκτός αν εκείνοι το επιθυμούν αληθινά. 
3. Να μην είμαι ευέξαπτος, δύσθυμος, καχύποπτος.
4. Να μην απαξιώνω τους σύγχρονους τρόπους ή τις ιδέες ή τις μόδες ή τους ανθρώπους, τους πολέμους κλπ. 
5. Να μη μου αρέσουν τα παιδιά, ούτε να τ' αφήνω καν να με πλησιάζουν. 
6. Να μη λέω την ίδια ιστορία ξανά και ξανά στους ίδιους ανθρώπους.
7. Να μην είμαι άπληστος.
8. Να μην παραμελώ την ευπρέπεια, την καθαριότητα, για να μην εκπέσω στη ρυπαρότητα. 
9. Να μην είμαι υπερβολικά αυστηρός με τους νέους, αλλά να δείχνω κατανόηση για τις νεανικές τρέλες και αδυναμίες. 
10. Να μην παρέχω αφειδώς συμβουλές, ούτε να γίνομαι φορτικός, εκτός κι αν κάποιοι θέλουν να με ακούσουν. 

Για τα υπόλοιπα μπορείτε να καταφύγετε στο κείμενο του Σουίφτ. "Κάτι ήξερε ο συγγραφέας και κράτησε το κείμενο της νιότης του στα γεράματά του: Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα". 

***

Jonathan Swift, Αποφάσεις για όταν θα είμαι γέρος (μτφρ. Μίλτος Φραγκόπουλος, προλόγισμα Γεράσιμος Βώκος), Άγρα, Αθήνα 2018. 



Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Αισθηματική αγωγή: Ιστορία ενός νέου


Όταν θα έχουμε για κάποιο διάστημα πραγματευτεί την ανθρώπινη ψυχή με την αμεροληψία που χρησιμοποιούμε στις φυσικές επιστήμες για να μελετήσουμε την ύλη, θα έχουμε κάνει ένα τεράστιο βήμα. Είναι το μόνο μέσον που διαθέτει η ανθρωπότητα για να τοποθετηθεί λίγο πάνω από τον εαυτό της. Θα κοιταχτεί τότε ειλικρινά, στον καθρέφτη των έργων της. Θα γίνει κάτι σαν θεός, θα κρίνει τον εαυτό της από ψηλά. Ε λοιπόν, πιστεύω πως αυτό μπορεί να γίνει. Το ζήτημα ίσως είναι, όπως συμβαίνει και στα μαθηματικά, απλούστατα να βρούμε τη μέθοδο. (Γ. Φλομπέρ)

Ό,τι ως τον Φλωμπέρ ήταν δράση γίνεται εντύπωση. 
Μαρσέλ Προυστ


André Dunoyer de Segonzac, L'Education sentimentale
Λίγες αναγνωστικές απολαύσεις είναι τόσο δυνατές όσο το να (ξανα)διαβάζει κανείς την Αισθηματική αγωγή του Γκιστάβ Φλομπέρ παρέα με τους Κανόνες της τέχνης του Πιερ Μπουρντιέ. Ας ξεκινήσουμε από τον δεύτερο. Περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το λογοτεχνικό πεδίο -πάντοτε σε μια θέση κυριαρχούμενη σε σχέση με διάφορα πεδία εξουσίας-, ο Μπουρντιέ μεταφέρει τον αναγνώστη στα λογοτεχνικά σαλόνια της Γαλλίας του 19ου αιώνα. Συστήνει μια πρωτότυπη θεωρία και για την τεκμηρίωσή της παραπέμπει σε κορυφαία έργα της γαλλικής λογοτεχνίας, όπως η Αισθηματική αγωγή και η Μαντάμ Μποβαρί του Φλομπέρ, ή σε ιστορίες ασυναγώνιστης τεχνικής, όπως το Ένα ρόδο για την Έμιλι του Γουίλιαμ Φόκνερ.

Αυτός ο διαρκής παραλληλισμός ανάμεσα στη ζωή από τη μια μεριά και τη μυθοπλασία από την άλλη δημιουργεί μια μεθυστική, καλειδοσκοπική αίσθηση στον αναγνώστη, που χάνεται σ' έναν απολαυστικό λαβύρινθο ρόλων, υποθέσεων και πραγματικοτήτων. Για να βγει απ' αυτόν, θα χρειαστεί να κατανοήσει ένα σύνολο κανόνων και λειτουργιών που πλέκουν τον μίτο. 

Ο κ. Φρεντερίκ Μορώ, απόφοιτος του γυμνασίου, πριν από λίγο, ξαναγύριζε στο Νοζάν-συρ-Σεν, όπου έμελλε να ρεμπελέψει για δυο μήνες, πριν πάει να σπουδάσει νομικά. Η μητέρα του τον είχε στείλει με το απαραίτητο κομπόδεμα στη Χάβρη για να δει κάποιο θείο του, ελπίζοντας να του αφήσει την κληρονομιά. Ο νέος είχε γυρίσει από κει μόλις την προηγούμενη και, καθώς δεν μπορούσε να μείνει στην πρωτεύουσα, αποζημιωνόταν επιστρέφοντας στην επαρχία του από το μακρινότερο δρόμο. [1]

Phyllis Bramson, ‘Flaubert's Collection
Η Αισθηματική αγωγή είναι η ιστορία ενός νέου φοιτητή, του Φρεντερίκ, που ζει στο Παρίσι γύρω στα 1840, γεμίζει τη ζωή του φιλοδοξίες και ψευδαισθήσεις -ερωτικές, λογοτεχνικές, καλλιτεχνικές, κοσμικές-  για να τις αδειάσει μια μέρα στο τίποτα. Πρώτα ερωτεύεται την κυρία Αρνού, υπόδειγμα αξιοπρέπειας και σύζυγο ενός εκδότη που διατηρεί κατάστημα χαρακτικών στη Μονμάρτρη. Αργότερα καταβάλλει προσπάθειες να εισαχθεί στο σαλόνι του κοσμικού τραπεζίτη Νταμπρέζ και ερωτοτροπεί με τη σύζυγό του. Αποκτά παιδί με την εταίρα Ροζανέτ, επιχειρεί να παντρευτεί τη μικρή Λουίζα, κληρονομεί, χρεοκοπεί και πάει λέγοντας. 

Ο Φρεντερίκ μαθαίνει να ζει και αντιλαμβάνεται τη σημασία της ύπαρξης αποκτώντας την εμπειρία του έρωτα. Πολλοί κριτικοί υποστήριξαν πως πρόκειται για το αρσενικό ισοδύναμο της Έμμας Μποβαρί, ενώ η καθεμιά από τις γυναίκες που ερωτεύεται -η κυρία Αρνού, η εταίρα Ροζανέτ, η κυρία Νταμπρέζ- αποτελεί ένα σύμβολο: της ομορφιάς, της  φύσης, του πολιτισμού. 

Οι δρόμοι ήταν έρημοι. Κάπου κάπου ένα βαρύ κάρο περνώντας δονούσε το πλακόστρωτο. Τα σπίτια έρχονταν το ένα μετά το άλλο, με τις προσόψεις τους γκρίζες, τα παράθυρα κλειστά. Κι αυτός σκεφτόταν με περιφρόνηση όλους τους ανθρώπους που πλάγιαζαν πίσω απ' τους τοίχους τούτους, που ζούσαν χωρίς να την βλέπουν, που κανείς τους δεν υποπτευόταν την ύπαρξή της! Δεν είχε πια συνείδηση του περιβάλλοντος, του χώρου, τίποτε. Και, βροντώντας στο έδαφος τα τακούνια του, χτυπώντας με το μπαστούνι του τα ρολά των μαγαζιών, βάδιζε ολοένα μπροστά, στην τύχη, χαμένος, αλλοπαρμένος.

Takahiro Kimura, Madame Bovary 
Στη γεωγραφία της Αισθηματικής αγωγής το Σεν-Ζερμέν της παλιάς αριστοκρατίας αντικαθίσταται από το Καρτιέ Λατέν, συνοικία όπου κατοικούν φοιτητές και μοδιστρούλες, η κοινωνική εικόνα των οποίων έχει μόλις αρχίσει να συγκροτείται. Πρόκειται για έναν τόπο γιορτής και μποέμικης ζωής που αντιπαρατίθεται διαρκώς στον αριστοκρατικό ασκητισμό του παρελθόντος. Σύμφωνα με τον Μπουρντιέ, ολόκληρο το σύμπαν του μυθιστορήματος οργανώνεται γύρω από δύο πόλους: από τη μία πλευρά "η τέχνη και η πολιτική" και από την άλλη "η πολιτική και οι επιχειρήσεις".  

Οι ήρωες λειτουργούν λιγότερο ως χαρακτήρες και περισσότερο ως σύμβολα που εκπροσωπούν καίριες θέσεις του κοινωνικού χώρου και που σηματοδοτούνται από την εμφάνισή τους, τους τρόπους τους, τα ποτά που προτιμούν, τις δεξιώσεις και τις εσπερίδες στις οποίες παρευρίσκονται. Έτσι, ο Νταμπρέζ, άνθρωπος οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, υποδέχεται στο σαλόνι του επιχειρηματίες, ουδέποτε όμως καλλιτέχνες ή δημοσιογράφους. Αντίθετα ο Αρνού, έμπορος έργων τέχνης, εκπροσωπεί το χρήμα μέσα στο καλλιτεχνικό σύμπαν και επομένως υποδέχεται στις δεξιώσεις που παραθέτει καλλιτέχνες με πιο απλούς τρόπους. Οι συζητήσεις που γίνονται στο σαλόνι του είναι ελεύθερες, συχνά πρόστυχες, και οι θαμώνες -αριστεροί, σοσιαλιστές, οπωσδήποτε δημοκρατικοί- ενθουσιάζονται με διάφορες πολιτικές και αισθητικές θεωρίες. Τέλος, στο σαλόνι της Ροζανέτ συγκεντρώνεται ένας άλλος κόσμος, τοποθετημένος ανάμεσα στους μποέμ και την καλή κοινωνία: Κορίτσια των κατώτερων κοινωνικών τάξεων, ελεύθερα ή λαϊκής καταγωγής, χορεύτριες και θεατρίνες συντηρούμενες από τους εραστές τους, γεμίζουν το χώρο με τα καλαμπούρια και τους κομπασμούς τους, επιτρέποντας συμπεριφορές που θα ήταν αδιανόητες οπουδήποτε αλλού. 

Πεδίο πιθανών δυνάμεων οι οποίες ασκούνται σε όλα τα σώματα που μπορούν να εισέλθουν σ'αυτό, το πεδίο της εξουσίας είναι συνάμα και πεδίο αγώνων, και μ' αυτή του την ιδιότητα μπορεί να συγκριθεί μ' ένα παιχνίδι: οι διαθέσεις, δηλαδή το σύνολο των ενσωματωμένων ιδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της κομψότητας, της άνεσης, καθώς και της ομορφιάς, και το κεφάλαιο στις ποικίλες μορφές του -οικονομικό, πολιτισμικό, κοινωνικό- συνιστούν τα "χαρτιά" που θα καθορίσουν τόσο τον τρόπο με τον οποίο θα παίξουν όσο και την επιτυχία στο παιχνίδι, με δυο λόγια όλη την πορεία της κοινωνικής γήρανσης την οποία ο Φλομπέρ ονομάζει "αισθηματική αγωγή". [2]

Σ' αυτό το περιβάλλον σκιαγραφείται λίγο λίγο η προσωπικότητα του Φρεντερίκ, ενός νέου που "θέλει να κληρονομήσει, αλλά αρνείται να κληρονομηθεί", που δεν πληροί τις προδιαγραφές για τίποτα και αρνείται να προσφέρει στον εαυτό του μια θέση, ή έστω μια σύζυγο με εισοδήματα. Του λείπει η σοβαρότητα και καταφεύγει σε μια εκτεταμένη εφηβεία ακριβώς επειδή δεν αποδέχεται ή δεν δρομολογεί την είσοδό του σ' ένα από τα αναγνωρισμένα κοινωνικά πεδία της εποχής του. "Η αισθηματική αγωγή του Φρεντερίκ είναι η προοδευτική μαθητεία στην ασυμβατότητα μεταξύ δύο κόσμων, μεταξύ της τέχνης και του χρήματος, του αγνού έρωτα και του πληρωμένου έρωτα". Αυτό το σχήμα αντιπαλότητας εισάγει ο Φλομπέρ στην Αισθηματική αγωγή, ενώ ο Μπουρντιέ στους Κανόνες της τέχνης μ' έναν τρόπο το επαναδιαπραγματεύεται για να δείξει πως στο καλλιτεχνικό πεδίο αυτοί οι δύο κόσμοι, της αγοράς και της τέχνης, τελικά συνυπάρχουν και επιβάλλονται με διάφορους τρόπους ο ένας στον άλλον. 

Η κυρία Νταμπρέζ τούς δεχόταν όλους με χάρη. Μόλις κανείς μιλούσε για έναν άρρωστο, σούφρωνε τα φρύδια της με οδύνη, κι έπαιρνε ύφος χαρούμενο αν γινόταν λόγος για χορούς και εσπερίδες. Σε λίγο θα ήταν αναγκασμένη να τα στερηθεί όλα αυτά, γιατί θα παραλάβαινε απ' το οικοτροφείο μιαν ανεψιά του άντρα της ορφανή. Κάποιος παίνεψε την αυταπάρνησή της. Αυτό θα πει συμπεριφορά πραγματικής οικοδέσποινας. 

Caterina Baldi, Madame Bovary
Σ' ένα γράμμα του στην Κολέτ, ο Φλομπέρ εκμυστηρεύτηκε πως σ' αυτό το έργο προσπάθησε να συνθέσει δύο διαφορετικές τάσεις του: τη γοητεία για τον λυρισμό και τις υψηλές ιδέες με την αγάπη για την αλήθεια και το ασήμαντο γεγονός. Ο ίδιος θεωρούσε ότι απέτυχε. Ωστόσο, η Αισθηματική αγωγή αποτελεί αναμφισβήτητα ένα προοίμιο για τη σύγχρονη λογοτεχνία.  Εισάγει τον πανταχού παρόντα μα πουθενά ορατό αφηγητή,  την απάθεια, την αντικειμενικότητα στην αφήγηση, την πρόταξη του ύφους έναντι του περιεχομένου. Πριν από το "νέο μυθιστόρημα", ο Φλομπέρ υπήρξε ο πρώτος που θέλησε να γράψει υπέροχα το μέτριο, να συνθέσει ένα μυθιστόρημα για το τίποτα. "Σχετικά με τη λογοτεχνία θα αποδείξω, πράγμα εύκολο, πως η μετριότητα, προσιτή σε όλους, είναι η μόνη νόμιμη και πως πρέπει επομένως να καταπολεμούμε κάθε είδους πρωτοτυπία ως επικίνδυνη, ανόητη κλπ." γράφει στην Κολέτ. Έτσι, πρώτος ο Φλομπέρ υπογραμμίζει πως η λογοτεχνία δεν έχει τίποτα να πει και δεν λέει τίποτα πέρα από τα λόγια των άλλων. Αηδιασμένος από την ανάδυση των αστών, θεσμοθετεί την αδράνεια στο μυθιστόρημα και παραλύει κάθε εξέλιξη στην υπόθεσή του. Ο Ζενέ θαύμαζε σ' εκείνον την απομυθιστοριοποίηση του μυθιστορήματος με την οποία ξεκινά το κεφάλαιο του μοντερνισμού στη λογοτεχνία. Άλλωστε, όπως σωστά προειδοποιούσε ο συγγραφέας", η μωρία έγκειται στο να θέλει κανείς να συμπεραίνει". 

Ταξίδεψε. Γνώρισε τη μελαγχολία των καραβιών, τα κρύα ξυπνήματα κάτω απ' την τέντα, τον ίλιγγο των τοπίων και των ερειπίων, την πίκρα των εφήμερων δεσμών. Ξαναγύρισε. Έκανε κοσμική ζωή, είχε και άλλους έρωτες ακόμη. Μα η αδιάκοπη θύμηση του πρώτου τούς επισκίαζε όλους. Κι έπειτα, η ορμή του πόθου, το άνθισμα των αισθήσεων είχε χαθεί. Οι πνευματικές του φιλοδοξίες επίσης τον είχαν εγκαταλείψει. Πέρασαν τα χρόνια, κι αυτός έσερνε παθητικά τη στειρότητα της σκέψης του και την αδράνεια της καρδιάς του. 


***

[1] Γκυστάβ Φλωμπέρ, Η αισθηματική αγωγή: ιστορία ενός νέου (Χρονολόγια, προλεγόμενα, βιβλιογραφία, μετάφραση, σημειώσεις: Παναγιώτης Μουλάς), Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1992. 

[2] Pierre Bourdieu, Οι κανόνες της τέχνης: Γένεση και δομή του λογοτεχνικού πεδίου (μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου, πρόλογος Νίκος Παναγιωτόπουλος), Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2006. 



Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2019

Τι αγαπάτε; - Κι άλλος δωδεκάλογος


1. Το χιόνι. 



2. Να κρυφοκοιτάζω άλλους κόσμους.


3. Να πετάω.



4. Να χαζεύω τα φύλλα που πέφτουν.



5. Να παίζω μουσική.



6. Να χορεύω.



7. Να μουλιάζω στην μπανιέρα.


8. Να ταξιδεύω με το τρένο.



9. Να τεντώνομαι στο κρεβάτι.



10. Να υποδέχομαι φίλους.



11. Να αποκοιμιέμαι με ένα βιβλίο κι ένα βελανίδι.



12. Να ανθίζω.



[1] Δωδεκάλογος: Ελένη Πούλου.
    Εικονογράφηση: Marco Somà. 

[2] Ένας πορτογαλέζικος δωδεκάλογος εδώ και ένας δωδεκάλογος με το κορίτσι του δάσους εδώ. 

[3] Για οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τον Marco Somà, ρίξτε μια ματιά εδώ.