Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Φιλόζωος αυτόχειρ




Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης από πολύ μικρή ηλικία ένιωσε τρυφερότητα και αγάπη για τα ζώα. Στην αυτοβιογραφία του ωστόσο θυμάται στιγμές παιδικής αναλγησίας, που συχνά δείχνουν οι πιτσιρίκοι στα ανήμπορα ζωάκια γιατί πρέπει κάπου να φανούν δυνατοί. Και δεν φαίνονται δυνατοί ποτέ, παρά μόνο κλοτσώντας τα παιχνίδια τους και βασανίζοντας κατοικίδια. Η ανάμνηση αυτών των πράξεων είναι "κηλίδα σκοτεινή μες στην ψυχή μου", λέει ο Λαπαθιώτης όταν θυμάται τα πρώτα του οικόσιτα.

Είχα και δυο χαριτωμένα κουνελάκια -τό ΄να σταχτί και τ' άλλο κοκκινόλευκο- μες στο σπίτι κι έπαιζα μαζί τους. Αλλά θαρρώ πως ώρες-ώρες τα βασάνιζα κυλώντας τα στη σκάλα, τα καημένα! Μια φορά μάλιστα, που ΄ριξα τό ΄να, το κοκκινόλευκο, απάνω από ένα τεντωμένο σκοινί, για να πηδήσει τάχα, κι εκείνο έπεσε και χτύπησε, κι έμπηξε μια ψιλή φωνούλα, κι είδα μια τσαγγρουνιά στο χειλάκι του, ένιωσα έναν τέτοιο πόνο και μια τέτοια τύψη, που κρατάει ακόμα μέχρι σήμερα. 

Αλλού θυμάται έναν απογευματινό περίπατο με κάποιον θείο του. Θείος κι ανιψιός περπατούσαν καλοσυγυρισμένοι, κορδωμένοι, ατσαλάκωτοι, κι ο νεαρός Ναπολέων αφηρημένος χτύπησε το κεφάλι του σ' ένα σακί αλεύρι που κουβαλούσε ένας γάιδαρος. Κι ο θείος, βέβαια, δεν μάλωσε το ανιψούδι του που το 'χε μη στάξει και μη βρέξει, αλλά τον γάιδαρο και τον αγωγιάτη που ΄ταν αφεντικό του.  "Απονομή δικαιοσύνης κάπως αμφισβητίσιμη, φαντάζομαι", παραδέχεται ο ποιητής.

Και θυμάμαι ακόμα την απαρηγόρητή μου λύπη για ένα πουλάκι -σπουργιτάκι- που το 'χαν βρει στον κήπο, πεσμένο ίσως από τη φωλιά του και με το ποδαράκι πληγωμένο, και το 'βανa για να το περιποιηθώ στο κούφωμα μιας μικρής ντουλάπας, μ' ένα βιβλίο μπροστά για να μη φύγει, κι αφήνοντάς του ένα μικρό άνοιγμα για να παίρνει αναπνοή, και που το βρήκα νεκρό τ' άλλο πρωί, σαν ένα κουρελάκι, το καημένο. 

Η μεγάλη του αγάπη, όμως, ήταν οι γάτες. Τις αγαπούσε "σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος" και θεωρούσε την αγάπη του προς εκείνες "λυδία λίθο πραγματικής ευαισθησίας και ευγένειας αισθημάτων". Η μητέρα του, μάλιστα, παραπονιόταν πως, αντί να νταντεύει εγγόνια, την είχε βάλει να προσέχει και να ταΐζει τα γατάκια του.


Εκεί, σ' αυτό το σπίτι μας, δοκίμασα και την πρώτη μου πραγματική οδύνη: Είχα εν' άσπρο, συμπαθέστατο γατάκι, και τ' αγαπούσα μ' όλη την καρδιά μου. Κάποιο απόγευμα, τα δυο μου ξαδερφάκια που 'παιζαν μόνο στην κρεβατοκάμαρα, το πέταξαν απ΄ το παράθυρο, για να πηδήσει τάχα στο μπαλκόνι, κι εκείνο έπεσε κάτω, στο πεζοδρόμιο, κι έμεινε, καθώς φάνηκε, στον τόπο. Το σπίτι μου αναστατώθηκε, έγινε φασαρία, και ποτέ δε θα ξεχάσω το βαθύ μου σπαραγμό όταν τ' ανέβασαν από τη σκάλα και μου τό 'φεραν, σαν ένα πουπουλένιο κουρελάκι, τεντωμένο κι άψυχο, κι ακίνητο. 

Η λατρεία του για τα ζώα έκανε τον Λαπαθιώτη να αποστρέφεται κάθε γιορτή του χρόνου. Το Πάσχα ήταν για κείνον γιορτή ανυπόφορη, και το Μεγάλο Σάββατο βούλωνε τ' αυτιά του με μπαμπάκι για να μην ακούει τα βελάσματα των προβάτων. Ένιωθε μίσος κι αγανάκτηση εναντίον των ανθρώπων ακόμη και την Πρωτομαγιά, που έβλεπε τόσα και τόσα λουλούδια να τραυματίζονται. Η μόνη γιορτή που προτιμούσε ήταν το Καρναβάλι. Χαιρόταν και τα μασκαρέματα και τις "αισθητικές του απολαύσεις".

Κάνοντας στην αυτοβιογραφία του την προσωπική του ενδοσκόπηση, ο Λαπαθιώτης διαπιστώνει πως εκείνο που περισσότερο τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο είναι η αγανάκτηση απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή αδικίας, και ειδικά σ' εκείνη που στοχεύει τους αδύναμους και απροστάτευτους. 

Κι ένα φυσικό και συνεπές αισθηματικό παρακλάδι η βαθειά, βαθύτατη, ανέκαθεν, αφοσίωση κι αγάπη μου στα ζώα. Τα ζώα, με την όψη που μας δείχνονται, είναι οι πιο αδικημένοι σύντροφοί μας -τόσο αδικημένα απ΄ τη φύση τους, όσο κι απ' τους ίδιους τους ανθρώπους: αδικημένα απ΄ τη φύση τους πρώτα γιατί τους λείπουν τα απαραίτητα εφόδια -τα ηθικά και υλικά μαζί- να αντιμετωπίσουν τους ανθρώπους. Αδικημένα κι από τους ανθρώπους, που τα τυραννούν, τα κατατρέχουν και τα εκμεταλλεύονται σκληρά. Είναι πολύ ελάχιστοι οι άνθρωποι που τα συμπαθούν πραγματικά και που τα σέβονται αυτά καθ' αυτά, χωρίς ιδιοτέλειες και υπολογισμούς. Ένας απ' αυτούς είμαι κι εγώ. 

 Ο Λαπαθιώτης αποκαλεί τα ζωάκια του "καημένα", τους απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά με υποκοριστικά, τα νιώθει ανήμπορα μπροστά στον άνθρωπο, σαν "πουπουλένια κουρελάκια". Μα τα ζώα είναι ανθεκτικά και δυνατά. Αντέχουν πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο στη στέρηση και τις κακουχίες. Είναι μαθημένα να στερούνται την τροφή, το νερό, τη στέγη, την αγάπη. Πουπουλένιο και μαδημένο κουρελάκι ήταν φαίνεται η ψυχή του ίδιου του ποιητή. 

*** 

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η Ζωή μου, Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας (φιλολογική επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας), Κέδρος, Αθήνα 2009.  
 

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Ρουά ματ



Ένας δωδεκάλογος που κάθε βασιλιάς οφείλει να έχει υπόψη του ώστε να αποφύγει, ή τουλάχιστον να επιβραδύνει, τον εκθρονισμό του...


1. Μην ξεχνάς ότι η κορόνα ισορροπεί στο κεφάλι σου. Αν τύχει και λαγοκοιμηθείς, είναι σίγουρο ότι θα κατρακυλήσει και θα γίνει χίλια κομμάτια. Κάθε φορά που νιώθεις ότι θα γλιστρήσει από το κεφάλι σου πρέπει να είσαι έτοιμος να την επαναφέρεις στη σωστή της θέση με μικρά τινάγματα του κεφαλιού.

2. Πρέπει πάση θυσία να διατηρείς την κοσμιότητα που αρμόζει στο βασιλικό πρόσωπό σου. 

3. Μη σκοτίζεσαι για τίποτα. Είσαι ο βασιλιάς, όλα όσα επιθυμείς είναι ήδη δικά σου. Αρκεί να κουνήσεις ένα δάχτυλο και αμέσως σου φέρνουν να φας, να πιείς, τσίχλα να μασήσεις, οδοντογλυφίδες, τσιγάρα της μάρκας που προτιμάς, όλα σ' έναν ασημένιο δίσκο. 


4. Όταν νυστάζεις, ο θρόνος είναι αναπαυτικός, μαλακός, αρκεί να μισοκλείσεις τα μάτια σου και να στηρίξεις το σώμα σου στην πλάτη του θρόνου, μένοντας φαινομενικά στη συνηθισμένη στάση: είτε κοιμάσαι είτε είσαι ξύπνιος το ίδιο είναι, κανείς δεν θα καταλάβει τη διαφορά. 

5. Για τις σωματικές σου ανάγκες, ο θρόνος διαθέτει μια μεγάλη τρύπα, όπως κάθε θρόνος που σέβεται τον εαυτό του. 

6. Όλα έχουν προβλεφθεί κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε μετακίνησή σου. Δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα μετακινούμενος, παρά μόνο να χάσεις (βλ. και παρακάτω).

7. Αν σηκωθείς και απομακρυνθείς έστω και μερικά μόνο βήματα, αν χάσεις το θρόνο από τα  μάτια  σου έστω και μόνο για ένα λεπτό, ποιος σου εγγυάται πως, όταν επιστρέψεις, δεν θα βρεις κάποιον άλλον να κάθεται σε αυτόν; 

8. Ένας βασιλιάς ξεχωρίζει μόνο γιατί κάθεται στο θρόνο, φοράει κορόνα και κρατάει σκήπτρο. Τώρα που αυτές οι ιδιότητες είναι δικές σου, καλό είναι να μην τις αποχωρίζεσαι.

9. Για να ξεμουδιάζεις, μπορείς να τεντώνεις τα πόδια, να ανασηκώνεις τα γόνατα, να κάθεσαι ανακούρκουδα πάνω στο θρόνο, φυσικά για λίγη ώρα, όταν οι υποθέσεις του Κράτους το επιτρέπουν. 

10. Αν θελήσεις να ενδώσεις σε σαρκικές επιθυμίες, Κυρίες της Αυλής, ειδικά επιλεγμένες και εκπαιδευμένες, παχουλές ή αδύνατες είναι στη διάθεσή σου. Αυτά που μπορείτε να κάνετε, εσύ καθισμένος στο θρόνο σου κι αυτές όρθιες μπροστά σου κατά μέτωπο ή με τα νώτα τους ή πλαγίως, είναι πολλά και διάφορα, κι εσύ μπορείς να τα διεκπεραιώσεις σε λίγα μόνο λεπτά ή, αν οι υποθέσεις του βασιλείου σού αφήνουν αρκετό ελεύθερο χρόνο, σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ας πούμε τρία τέταρτα της ώρας.

11. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που στέφεσαι βασιλιάς σε συμφέρει να κάθεσαι συνεχώς στο θρόνο, μέρα και νύχτα, και να μη σηκώνεσαι ποτέ. 

12. Πρόσεχε τους χαφιέδες. Χαφιέδες βρίσκονται πίσω από κάθε πόρτα, κάθε κουρτίνα, κάθε ταπισερί. Είναι οι δικοί σου χαφιέδες, οι πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών, που έχουν την υποχρέωση να συντάσσουν λεπτομερείς αναφορές γύρω από τις συνωμοσίες του παλατιού. Η Αυλή βρίθει εχθρών, τόσο που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να τους ξεχωρίσεις από τους φίλους: είναι σίγουρο πως η συνωμοσία που τελικά θα σε εκθρονίσει, θα είναι οργανωμένη από δικούς σου υπουργούς και αξιωματούχους.

***

Στις φωτογραφίες: ένα εξώφυλλο των Sex Pistols και δυο βασιλιάδες που δεν θα εκθρονιστούν ποτέ.

Ο "δωδεκάλογος" -κείμενο διασκευασμένο και ελαφρώς συντομευμένο- βρέθηκε στο διήγημα του ΄Ιταλο Καλβίνο "Ένας βασιλιάς αφουγκράζεται". Από τη συλλογή:

Italo Calvino, Κάτω απ' τον Ιαγουάρο ήλιο (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1998. 



 

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Αφίσες #5: Ο σουρεαλισμός της Kaja Renkas

 

Σουρεαλισμός στην αφίσα πάει να πει

 

Εξωφρενικά κολάζ...



Γυναίκες-πουλιά, γυναίκες-κλουβιά, γυναίκες με στενούς κορσέδες...

























Γυναίκες- γάτες, γυναίκες-τίγρεις...

























Κίρκες σε τσίρκο...



Μουσικές...

























Μια κινηματογραφική μηχανή...



Μια ανθρωπομηχανή...


Μια μηχανή που μπορεί να λειτουργήσει στη θέση της λογικής...



























***

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Αόρατες πόλεις

Φεδώρα

Άλλη είναι η πόλη για όποιον περνά χωρίς να μπει μέσα, και άλλη για όποιον εγκλωβίζεται σ' αυτή και δεν μπορεί να ξεφύγει· άλλη είναι η πόλη στην οποία φτάνει κανείς για πρώτη φορά, άλλη είναι εκείνη που αφήνει πίσω του για να μην ξαναγυρίσει ποτέ...
 
Μετά από ένα εικοσαετές ταξίδι στις χώρες τις Άπω Ανατολής, ο Μάρκο Πόλο κατέγραψε τις εντυπώσεις του στο "Βιβλίο των θαυμάτων". Το βιβλίο του κίνησε την περιέργεια των Ευρωπαίων για εκείνους τους μακρινούς τόπους, τους γεμάτους αρώματα, χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες. Στις "Αόρατες πόλεις" του, ο Ίταλο Καλβίνο βάζει τον Μάρκο Πόλο να περιγράψει στον Μεγάλο Χαν, αυτοκράτορα των Ταρτάρων, καθεμιά από τις πόλεις που γνώρισε στο ταξίδι του. 

Στη ζωή των αυτοκρατόρων υπάρχει πάντα μια στιγμή κατά την οποία την περηφάνια για την κατάκτηση τόσων απέραντων εκτάσεων έρχεται να διαδεχτεί η μελαγχολική και ανακουφιστική διαπίστωση ότι πολύ σύντομα θα πάψουμε να θέλουμε να τις γνωρίσουμε και να τις κατανοήσουμε· μια αίσθηση κενού μάς πλημμυρίζει τη νύχτα, μαζί με τη μυρωδιά που αναδίδουν οι ελέφαντες μετά τη βροχή και η στάχτη του σανδαλόξυλου που κρυώνει στα μαγκάλια... 
Ο αυτοκράτορας γνωρίζει πως η αχανής αυτοκρατορία του σύντομα θα διαλυθεί, και αναθέτει στον Βενετό εξερευνητή να του περιγράψει κάθε της πόλη. Ο Πόλο μετατρέπεται σε μια νέα Σεχραζάτ που εγκιβωτίζει τη μια πόλη μέσα στην άλλη, τη μια ιστορία μέσα στην άλλη, ώσπου να διαλυθεί η μελαγχολία του αυτοκράτορα. Αφηγείται άλλοτε με νεύματα, φωνές και γρυλίσματα ζώων, άλλοτε με λέξεις, και άλλοτε με κινήσεις στα πιόνια της σκακιέρας.   

Κρεμασμένη πάνω από την άβυσσο, η ζωή των κατοίκων της Οκταβίας είναι λιγότερο αβέβαιη από ό,τι στις άλλες πόλεις. Ξέρουν ότι το δίχτυ δεν θα αντέξει περισσότερο από όσο είναι να αντέξει.
[Rebecca Chappell] 


[David Fleck]
Καμιά από τις πόλεις δεν είναι υπαρκτή. Είναι όλες επινοημένες. Δεν είναι καν πόλεις με τη στενή έννοια του όρου. Η πόλη για τον Καλβίνο δεν είναι ένα σύνολο δρόμων και οικοδομημάτων, αλλά κυρίως ένα σύνολο επιθυμιών, πόθων, φόβων και σκέψεων των ανθρώπων που την ζουν. Ο αναγνώστης μπορεί να πλάσει την εικόνα καθεμιάς από τις 55 πόλεις, μπορεί όμως και να αφουγκραστεί τους ψιθύρους των κατοίκων της.  

Ταξινομημένες  κατά πεντάδες σε 11 διαφορετικές ομάδες,  οι αόρατες πόλεις κινητοποιούν άλλοτε τη μνήμη και άλλοτε την επιθυμία. Αποκαλύπτουν σημάδια, φιλοξενούν ανταλλαγές, συνοδεύουν ονόματα και νεκρούς, χαρακτηρίζονται ως συνεχόμενες, λεπτές, κρυφές. 

Eίναι οι μορφές που η πόλη θα μπορούσε να πάρει αν δεν είχε γίνει, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, αυτό που βλέπουμε σήμερα. Σε κάθε εποχή κάποιος, κοιτάζοντας πώς πραγματικά ήταν η Φεδώρα, είχε φανταστεί τον τρόπο να τη μετατρέψει σε ιδανική πολή· ενώ όμως έφτιαχνε το πρότυπό του σε μινιατούρα, η Φεδώρα δεν ήταν πλέον ίδια με πριν, και εκείνο που μέχρι χθες ήταν ένα πιθανό μέλλον της αποτελούσε πλέον απλώς ένα παιχνίδι σε μια γυάλινη σφαίρα.

Εγκαταλελειμμένη πριν ή μετά την κατοίκησή της, η Αρμίλα δεν μπορεί να θεωρηθεί έρημη. Οποιαδήποτε ώρα, αν ορθώσεις το βλέμμα ανάμεσα στις σωληνώσεις, δεν είναι σπάνιο να διακρίνεις μία ή περισσότερες λυγερόκορμες μα όχι ψηλές νεαρές γυναίκες να χουχουλίζουν στις μπανιέρες...

Το βιβλίο του Καλβίνο θα μπορούσε να είναι ένα στρουκτουραλιστικό παιχνίδι αρχιτεκτονικής, ένα βιβλίο κατασκευών, ένα παιχνίδι λογικής ή αφήγησης. Κάθε πόλη αποτελεί ένα γρίφο πάνω στη σχέση της πραγματικότητας με τη φαντασία, της εικόνας με τους αντικατοπτρισμούς της, ενώ ταυτόχρονα βρίθει από συμβολισμούς που αφορούν την ύπαρξη, τα διλήμματα, τις αντιφάσεις του ανθρώπου, τους τόπους του.

Ο συγγραφέας επισημαίνει στην εισαγωγή του την ανάγκη της πλοκής. Θεωρεί πως ακόμη και ένα μυθιστόρημα χωρίς ιστορία, υπόθεση και χαρακτήρες, έχει ανάγκη την πλοκή. Εδώ ως πλοκή δεν νοείται το στόρι, αλλά η δομή του. Κάθε κείμενο είναι ένας χώρος στον οποίο ο αναγνώστης θα περιηγηθεί, ενδεχομένως και θα χαθεί, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να βρει μια έξοδο, να του δοθεί η δυνατότητα να ανοίξει έναν δρόμο και να ξεφύγει. Ωστόσο, πολλές  πόλεις δεν έχουν εξόδους, δεν έχουν αρχή, μέση και τέλος, δεν προτείνουν ούτε διαδρομές ούτε λύσεις. Άλλες μετεωρίζονται πάνω από την άβυσσο, άλλες μαραζώνουν, διαλύονται και εξαφανίζονται από τον χάρτη, άλλες αναιρούνται από τις επιθυμίες όσων τις επισκέπτονται, άλλες αποσυναρμολογούνται, υφίστανται σεισμικές δονήσεις ή παραμένουν ανολοκλήρωτες.

Βαυκίδα. Τίποτε από την πόλη δεν αγγίζει το έδαφος εκτός από εκείνα τα μακριά, σαν φοινικόπτερου, πόδια στα οποία στηρίζεται και, στις φωτεινές μέρες, εκείνη τη διάτρητη και γεμάτη γωνίες σκιά που σχεδιάζεται πάνω στα φύλλα των δέντρων
Ο αυτοκράτορας διαρκώς εκφράζει την απορία αν ο Μάρκο Πόλο πράγματι γνώρισε τις πόλεις για τις οποίες του μιλά ή αν όλα αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας του. Όταν του ζητά να μιλήσει για τη Βενετία, ο Πόλο παραδέχεται ότι περιγραφές της Βενετίας υπάρχουν στην εικόνα κάθε πόλης. Κάθε πόλη αποτελεί μια άλλη όψη της Βενετίας; Κάθε πόλη είναι ένα από τα πολλά πρόσωπα της πόλης καταγωγής ή της πατρίδας; Αν όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι που μεταξύ άλλων αφορά και την αφήγηση, η Βενετία είναι  η αφετηρία, η οπτική γωνία, ο εαυτός από τον οποίο ο αφηγητής ποτέ δεν ξεφεύγει. Είναι το "εδώ" που αναγνωρίζουμε ως δικό μας σε κάθε ξένο τόπο. Όταν φτάνει σε μια νέα πόλη, καθένας μας ξαναβρίσκει το παρελθόν του. "Το αλλού είναι ένας αντίστροφος καθρέφτης. Ο ταξιδιώτης αναγνωρίζει το λίγο που είναι δικό του, ανακαλύπτοντας το πολύ που ποτέ δεν είχε και που ποτέ δεν θα έχει. [...] Στη ζωή του καθενός φτάνει μια στιγμή κατά την οποία το μυαλό αρνείται να δεχτεί άλλες φυσιογνωμίες, άλλες εκφράσεις, και σε καθετί νέο που συναντά αποτυπώνει κάτι παλιό. Στο καθετί προσαρμόζει τη μάσκα που του ταιριάζει καλύτερα". 

[Paris Koutsikos]
Άλλωστε, το ξένο -όπως και το οικείο- βρίσκεται μέσα μας. Ξένο είναι αυτό που πάψαμε να είμαστε ή δεν υπήρξαμε ποτέ. Οικείο είναι αυτό που αναγνωρίζουμε ως δικό μας, ακόμη και στα πιο άγνωστα μέρη. Άραγε, το ταξίδι του Πόλο στα πέρατα του κόσμου απαντά στο ερώτημα του Πεσσόα: "Γιατί να ταξιδέψω; Πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο";  

Όταν, τέλος, ο αυτοκράτορας αποκαλύπτει τους φόβους του περιγράφοντας τη ζωή που του απομένει σαν μια ρουφήχτρα που τον τραβά προς την κόλαση, ο ταξιδιώτης διασκεδάζει τον φόβο για το μέλλον με έναν λόγο παρηγορητικό για το παρόν: 

Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον· αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. Δύο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχθούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να καταλήξουν να μην τη βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μάθηση: να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο. 
 
*** 
Μια απόπειρα εικονογράφησης των "Αόρατων πόλεων" από την Περουβιανή αρχιτέκτονα Karina Puente εδώ. 

Ίταλο Καλβίνο, Αόρατες πόλεις (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004.