Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Στη χώρα του Ενβέρ Χότζα (συνέχεια)

 
Κοντά στο μεσημέρι παρουσιάστηκε κάποιος "υπεύθυνος" και μας είπε πως πολύ σύντομα θα ντυθούμε με καινούργια ρούχα, στρατιωτικά. Ποιος δεν χαίρεται όταν ακούει τόσο όμορφα λόγια; Ας περιμένουμε λοιπόν.

Ύστερα από μια πρόχειρη έρευνα, διαπιστώσαμε ότι κάπου παράμερα μένουν σε αντίσκηνα δυο λόχοι αντάρτες. Υπάρχει ακόμα και μια ομάδα 30 περίπου στελεχών -στρατιωτικών και πολιτικών- που κάνουν "μαθήματα". Τίποτα το παράξενο. Στελέχη είναι. Η μόρφωση, καθήκον. Το μεσημέρι συσσίτιο. Φυσικά πρόχειρο. Κανονική μερίδα ψωμί, τυρί κασέρι και μαρμελάδα. Στο σύνολό μας για πρώτη φορά δοκιμάζουμε. Εκεί στη Ρούμελη ακούγαμε ότι τα τμήματά μας στο Γράμμο και στο Βίτσι είχαν και μαρμελάδες και σοκολάτες. Ακούγαμε και έτρεχαν τα σάλια μας. Τώρα κρατάμε τη μαρμελάδα κι ακόμα δεν το πιστεύουμε.

Όλα καλά μέχρι τώρα. Μόνο ένα αρνητικό. Δεν έχουμε κοντά μας νερό. Είναι κάπου 300 μέτρα πιο πέρα κι όχι βρύση. Ένα αυλάκι που δεν ξέρει κανένας αν πιο πάνω είναι καθαρό. Ωστόσο εδώ πρέπει να βουτάμε και να πίνουμε. Πιο κάτω να πλενόμαστε. Αυτό είναι και η "προσγείωση" - προσαρμογή υποχρεωτική.

Η πρώτη και η δεύτερη μέρα πέρασαν χωρίς να μας πει κανένας πού πηγαίνουμε, πού είναι το κατάλυμά μας. Κανένας υπεύθυνος. Κατά διαβολική σύμπτωση όλοι είμαστε άγνωστοι ανάμεσα σε αγνώστους και κανένας δεν αποφασίζει να επικαλεστεί το πόστο που είχε στο ΔΣΕ και να αναλάβει μια πρωτοβουλία για τη συγκρότησή μας σε τμήματα. Παρόλα αυτά, όλοι μας είμαστε υποδειγματικοί, πειθαρχικοί και πολιτισμένοι σε όλες μας τις εκδηλώσεις.

***

[1] Απόσπασμα από ανέκδοτο βιβλίο του Κώστα Τσοπανάκη για το ταξίδι και τη ζωή των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στην Πολωνία. 
[2] Στη φωτογραφία, τάξη που λειτουργούσε υπό την εποπτεία του ΔΣΕ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου (1949).

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη: Νικόλας Ανδρικόπουλος



 Από τα "Πολύτιμα παραμύθια" [1]
 
Ο Νικόλας Ανδρικόπουλος έχει εικονογραφήσει παραμύθια αγαπημένων συγγραφέων, όπως ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος, η Βούλα Μάστορη, ο Χρήστος Μπουλώτης, η Λότη Πέτροβιτς Ανδριτσοπούλου, ο Ευγένιος Τριβιζάς, η Λίτσα Ψαραύτη και πολλοί άλλοι, κι έχει γράψει αρκετά. Ξεκίνησε την εικονογράφηση το 1993, πήρε το πρώτο βραβείο στην παγκόσμια έκθεση εικονογράφων στην Τεχεράνη, και έκτοτε έχει βραβευθεί πολλές φορές. Οι εικόνες του σύστησαν στα παιδιά κλασικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και συντρόφεψαν λαϊκά παραμύθια. 


"Η γοργόνα του Ορφέα" [2]
Πότε ξεκινήσατε να ζωγραφίζετε, πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την εικονογράφηση;

Τον εαυτό μου ελάχιστα τον θυμάμαι χωρίς μολύβια και ξυλομπογιές. Με την εικονογράφηση, όμως, άρχισα να ασχολούμαι μεγάλος. Στα 37 μου χρόνια, με αφορμή ένα μήνυμα σε μια διεθνή Biennale εικονογράφησης στην Τεχεράνη. Το μήνυμα ήταν: Discovering the secrets and mysteries of childrens world.” Μου έκανε κλικ τόσο έντονα, που βυθίστηκα στην ουσία του μηνύματος, δεδομένου ότι τα παιδιά μου τότε ήταν 10 και 7 χρόνων αντίστοιχα. Και πήρα το πρώτο βραβείο. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Αυτό το μήνυμα και η κυρίαρχη φιγούρα της αφίσας που φιλοτέχνησα, που ήταν ένας κόκκινος φουσκωτός ανθρωπάκος, με ακολουθούν πάντα. Ο δε φουσκωτός ανθρωπάκος μού το ψιθυρίζει συνεχώς στο αυτί μην τυχόν και το ξεχάσω.

Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας μια ξεχωριστή εμπειρία σας στην εικονογράφηση ενός βιβλίου;

Ξεχωριστή εμπειρία είναι η εικονογράφηση κάθε βιβλίου. Αλλά ακόμα πιο ξεχωριστή εμπειρία είναι όταν εικονογραφώ βιβλίο που το έχω γράψει εγώ.

 Από τα "Πολύτιμα παραμύθια" [3]
Τι υλικά χρησιμοποιείτε συνήθως; 

Πάντα χρησιμοποιώ μεικτή τεχνική. Δηλαδή, ταυτόχρονα διάφορα υλικά. Κυρίως τέμπερες, ακουαρέλες, ξυλομπογιές νερού και ακρυλικά. Ενίοτε και άλλα, όπως αερογράφο στο παρελθόν, κολάζ, και ό,τι άλλο προκύψει ή είναι αναγκαίο κατά την άποψή μου εκείνη τη στιγμή.

Ποιες ώρες της μέρας προτιμάτε να δουλεύετε; Ζωγραφίζετε πάντοτε στο σπίτι;

Σηκώνομαι απ' το κρεβάτι αρκετά πρωί, γύρω στις έξι. Το εργαστήριό μου είναι μέσα στο σπίτι, οπότε καταλαβαίνετε τις ώρες που εργάζομαι. Μερικές φορές, κυρίως το καλοκαίρι, και τις πολύ βραδινές ώρες.

Τι υπάρχει αυτή τη στιγμή πάνω στο γραφείο σας;

Ό,τι υπάρχει πάντα: Ένα κολλημένο χαρτί, έτοιμο προς δημιουργία εικόνας.

"Οι πειρατές της Λιμνοχώρας" [4]
Υπάρχει ένα κείμενο, βιβλίο, παραμύθι, που θα θέλατε να εικονογραφήσετε και δεν το έχετε κάνει ακόμη;

Δεν νομίζω, γιατί δεν μου μένει χρόνος για να επιθυμήσω, αφού αυτά που εικονογραφώ σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό με καλύπτουν διανοητικά και συναισθηματικά. Αυτό όμως που επιθυμώ είναι να μου μείνει χρόνος να τελειώσω ένα έργο που έχω ξεκινήσει και έγραψα εγώ.

Στη χώρα μας υπάρχει δυνατότητα βιοπορισμού από την εικονογράφηση;

Υπάρχει, αλλά τώρα με την οικονομική κρίση είναι δύσκολο.

Από ποιους εικονογράφους (κλασικούς ή σύγχρονους) έχετε εμπνευστεί; Υπάρχει κάποια τάση ή κίνημα στην τέχνη που σας έχει επηρεάσει ιδιαίτερα;

Από κανέναν. Θαυμάζω βέβαια αρκετούς, όπως τον Γενάντι Σπίριν, τον Στάσις Εϊντριγκρβίσιους, τον Ντούσαν Κάλαϊ τη Λίζμπεθ Ζβέργκερ και άλλους. Όσο για τα εικαστικά κινήματα που με επηρεάζουν, είναι ο εξπρεσιονισμός και ο σουρεαλισμός.

"Γραμματομαχίες" [5]

Η εικόνα διαμορφώνει τη φαντασία. Όταν ζωγραφίζετε, σκέφτεστε ότι οι εικόνες θα ζωντανέψουν στη φαντασία των παιδιών;

Μα φυσικά. Και όχι μόνο των παιδιών. Η αισθητική, η εικαστικότητα και γενικώς η τέχνη απευθύνεται σε όλους. Η εικόνα ως τέχνη δεν διαμορφώνει μόνο τη φαντασία, αλλά και τη σκέψη, ακόμα και τη συνείδηση.

 "Ο αρκούδος Αρθούρος" [6]
Τι σχέση έχει ένας εικονογράφος με την παιδικότητα; Πόσο καθορίζουν τη δουλειά του οι παιδικές του αναμνήσεις;

Εμένα προσωπικά, απόλυτα. Θέλω να εικονογραφώ με τη γνώση και εμπειρία του ενήλικα εικαστικού, αλλά με τη ματιά ενός παιδιού.

Η εικονογράφηση είναι ίσως για τη ζωγραφική ό,τι η στιχουργική για την ποίηση. Πολλές φορές οι στίχοι θεωρούνται ποιήματα. Τι σχέση έχει η εικονογράφηση με τη ζωγραφική τέχνη;

Μα η εικονογράφηση είναι ζωγραφική. Η πηγή έμπνευσης είναι ένα κείμενο, που μπορεί να είναι μια κατάσταση της καθημερινότητας, όπως ισχύει και στη ζωγραφική. Στην περίπτωση δε που εικονογράφος και συγγραφέας είναι το ίδιο πρόσωπο, είναι ακόμα πιο πλήρης η σχέση τους, και ίσως η εικονογράφηση είναι λίιιιγο πιο πάνω.

Έχετε εικονογραφήσει αρκετά κλασικά κείμενα των νεοελληνικών γραμμάτων (πχ. Παπαδιαμάντης, Καρκαβίτσας κ.ά.), καθώς και λαϊκά παραδοσιακά παραμύθια. Πώς η ηθογραφία του παρελθόντος μπορεί μέσα από τη σύγχρονη εικονογράφησή της να γίνει προσιτή στα παιδιά μιας εποχής νέων ανοιχτών οριζόντων;

Ανδρέα Καρκαβίτσα, "Το γιούσουρι" [7]
Α, η ερώτηση αυτή είναι δύσκολη. Στην προκειμένη περίπτωση, οι παιδικές μνήμες παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο. Είναι σαν να αφηγείσαι με εικόνα μια ιστορία του παρελθόντος που την έχεις ζήσει εσύ ή κάποιο κοντινό σου πρόσωπο, η γιαγιά, ο παππούς, οι γονείς ή κάποιος γείτονας.

Η εικόνα ασκεί μιας μορφής διαπαιδαγώγηση. Πώς μπορεί μέσα από το έργο ενός εικονογράφου να καλλιεργηθεί στο παιδί η ευαισθησία απέναντι στα σύγχρονα προβλήματα του κόσμου;

Αν μιλάμε για εικόνα βιβλίου, που γι αυτή μιλάμε, είναι τέχνη, όπως είπαμε πιο πάνω, και ως τέχνη διαπαιδαγωγεί, διαμορφώνει.

"Δυο παπούτσια με καρότσι" [8]
Ποια είναι η θέση του παιδικού βιβλίου στον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο; Πώς βλέπετε το μέλλον του;

Το λογοτεχνικό βιβλίο και το δοκίμιο θα υπάρχουν για αρκετά χρόνια ακόμα. Γιατί στη χρήση του βιβλίου ενεργοποιούνται όλες, και οι πέντε αισθήσεις. Μέχρι στιγμής έχουν υποκατασταθεί ηλεκτρονικά κάποιες. Αυτές που δεν μπορούν ποτέ να υποκατασταθούν, και αν συμβεί πάντα θα υπάρχει διαφορά από την πραγματικότητα, είναι η αφή και η όσφρηση. Επομένως, για πολλά χρόνια ακόμα θα μας παίρνει ο ύπνος με το βιβλίο πάνω στο πρόσωπό μας, και θα μας συντροφεύει στα όνειρά μας το άρωμα του τυπωμένου χαρτιού.

***

Οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενo είναι έργα του Νικόλα Ανδρικόπουλου για τα βιβλία: 

[1]  Από το "Μικρό παραμύθι" του Αλφρέντ Ντεμπλίν. Πολύτιμα παραμύθια, Άγκυρα, Αθήνα 2006. 
[2] Νικόλας Ανδρικόπουλος, Η γοργόνα του Ορφέα, Διάπλαση, Αθήνα 2014. 
[3] Από το "Παραμύθι του Αμπού" του Άντον Βαλ, Πολύτιμα παραμύθια, Άγκυρα, Αθήνα 2006.
[4]  Μάνια Καπλάνογλου, Οι πειρατές της Λιμνοχώρας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998.
[5] Μαρίνα Κούτρα, Γραμματομαχίες, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2010.
[6] Νικόλας Ανδρικόπουλος, Ο αρκούδος Αρθούρος, Παπαδόπουλος, Αθήνα 1998.
[7] Ανδρέα Καρκαβίτσα, Το γιούσουρι, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2006. 
[8] Νικόλας Ανδρικόπουλος, Δυο παπούτσια με καρότσι, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2007 

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Ομορφιά και θλίψη


Στα μυθιστορήματα του Γιασουνάρι Καουαμπάτα υπάρχει πολλή ζωή και πολύς θάνατος. Ίσως επειδή ο Ιάπωνας νομπελίστας έζησε τον θάνατο περισσότερο από κάθε άλλο λογοτέχνη. Μεγάλωσε χωρίς μητέρα, έχασε μικρός τον πατέρα του και ακολούθησαν οι θάνατοι της γιαγιάς του, της αδερφής του και του παππού του. Έμεινε απόλυτα μόνος, χωρίς κανέναν συγγενή ζωντανό, και μπήκε εσωτερικός σε οικοτροφείο στα δεκάξι του. Έζησε τον θάνατο της κόρης του, τον θάνατο της παλιάς Ιαπωνίας, την καταστροφή που προκάλεσε η ατομική βόμβα, την τελετουργική αυτοκτονία του μεγάλου συγγραφέα Γιούκιο Μίσιμα, και κατά πάσα πιθανότητα οδηγήθηκε στην αυτοχειρία και ο ίδιος, αφήνοντας το γκάζι να γεμίσει τον χώρο του γραφείου του. 

Ακόμη κι όταν δεν πρόκειται για ολοκληρωτικό θάνατο, αλλά για μια αλλαγή που δεν σταματά τη ζωή, τότε πάλι ως θάνατος αντιμετωπίζεται. Ως θάνατος αντιμετωπίζονται το τέλος της αθωότητας, ο εξευρωπαϊσμός της ιαπωνικής κοινωνίας, η σίγαση της ερωτικής επιθυμίας, το γήρας, η φθορά, η ασχήμια.

Το τελευταίο  μυθιστόρημα του Καουαμπάτα, "Ομορφιά και θλίψη", είναι μια ώριμη σπουδή στον έρωτα και τη ζήλια. Ο Όκι, ένας μεσήλικας συγγραφέας, αποφασίζει να ταξιδέψει από την Καμάκουρα στο Κιότο για να ακούσει εκεί τις καμπάνες της πρωτοχρονιάς. Στο Κιότο κατοικεί η Οτόκο, ο μεγαλύτερος έρωτας της νιότης του. Το πάθος που αισθάνθηκε ο Όκι "για μια τέτοια γυναίκα", και το βίαιο τέλος της σχέσης τους -που είχε ξεκινήσει είκοσι πέντε χρόνια νωρίτερα, ενώ η Οτόκο ήταν ανήλικη κι εκείνος ήδη παντρεμένος και πατέρας-, μετατρέπουν σε ασήμαντο πρόσχημα τη βαθιά επιθυμία του να ακούσει τις καμπάνες. Ο Όκι αισθάνεται αγωνία, αλλά και τύψεις, που καταδίκασε αυτή τη γυναίκα να στερηθεί το γάμο και τη μητρότητα.

Δεν μπορούσε να διώξει απ΄την ψυχή του την οδύνη στη σκέψη ότι είχε σπείρει τη διάλυση στον κόσμο αυτής της κοπέλας, στερώντας της τη δυνατότητα να γίνει σύζυγος και μητέρα. [...] Στις αναμνήσεις του Όκι η Οτόκο παρέμενε η πιο παθιασμένη γυναίκα που είχε γνωρίσει ποτέ του. Αλλά και η τόση αμεσότητα της ανάμνησης της Οτόκο ακόμα και σήμερα δεν ήταν σημάδι ότι στην πραγματικότητα δεν είχαν χωρίσει ποτέ τους; Μολονότι ο Όκι είχε γεννηθεί στο Τόκιο, τα φώτα της νύχτας που έπεφτε στο Κιότο συνδαύλιζαν μέσα του μια αίσθηση καταγωγής. 

Η Οτόκο θα δεχτεί να δει τον άντρα που λεηλάτησε τη νιότη της. Αλλά δεν θα τον δει μόνη. Θα τη συνοδέψουν σ΄εκείνο το πρωτοχρονιάτικο δείπνο δύο γκέισες και η Κέικο, μαθήτριά της στη ζωγραφική, με την οποία συζεί. Εκείνο το πρωτοχρονιάτικο βράδυ, τέμνονται για πρώτη φορά οι πλευρές ενός ιδιότυπου ερωτικού τριγώνου, οι κορυφές του οποίου θα κατασπαράξουν σαν λεπίδες την οικογένεια του Όκι. Η αγάπη της Οτόκο για τον Όκι θα γεμίσει ζήλια την ερωτευμένη Κέικο, που θα θελήσει να πάρει εκδίκηση από την οικογένεια του άντρα για όλα όσα έμειναν ανεξίτηλα στην ψυχή της δασκάλας της

Η Κέικο πήρε το χέρι της Οτόκο, έβαλε στο στόμα της το μικρό της δάχτυλο, το δάγκωσε και την κοίταξε με πλάγιο βλέμμα. Ύστερα μουρμούρισε: [...]  
"Οτόκο, σας είμαι αφιερωμένη και ζω μόνο για σας" [...] 
"Η ιδέα ότι θα μπορούσα πολύ εύκολα να στραγγαλίσω τον Όκι Τοσίο στον μακάριο ύπνο του με ηδόνιζε, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο..."


Η Κέικο θα ξετυλίξει κάθε σαγήνη της νιότης της, κάθε χαρακτηριστικό της δαιμονικής γυναικείας της φύσης, καθώς αργά και τελετουργικά, με μια ιεροτελεστία παρόμοια με αυτή του τσαγιού, θα σερβίρει το πιάτο της απολάνησης και της εκδίκησης τόσο στον Όκι όσο και στον γιο του. 

Η Οτόκο είχε αποτύχει στην απόπειρα αυτοκτονίας της μετά τον χωρισμό με τον Όκι, πάντα όμως ευχόταν να τα είχε καταφέρει και συλλογιζόταν ότι, αν είχε πεθάνει τότε, η ζωή της θα είχε υπάρξει σύντομη, αλλά όμορφη. Ακόμη καλύτερα θα ήταν να είχε πεθάνει στη γέννα, πριν την απόπειρα αυτοκτονίας που κατέληξε σε αποτυχία, και πριν το μωρό της πεθάνει, γιατί μ' αυτόν τον τρόπο θα είχε γλιτώσει κι από τα σιδερόφρακτα παράθυρα του ψυχιατρικού τμήματος του νοσοκομείου και όλα θα είχαν τελειώσει όμορφα. 

Εκτός από μια πραγματεία στον έρωτα -τον έρωτα ως εμμονή και ασθένεια- το μυθιστόρημα του Καουαμπάτα θίγει συχνά το θέμα του χρόνου, της ανάμνησης και της εξιδανίκευσής της στην ανθρώπινη συνείδηση. Η δεκαεπτάχρονη Οτόκο στο τέλος του μυθιστορήματος είναι πια σαράντα, αλλά ο χρόνος δεν έχει κυλήσει στη ζωή της. Παρέμεινε αμετακίνητος, όπως και ο έρωτάς της για τον Όκι. Ο χρόνος λιμνάζει μέσα της και η ίδια παραδίδεται με αυταρέσκεια στις αναμνήσεις ενός θλιμμένου έρωτα. Η αγάπη της έχει κάτι ναρκισσιστικό. Ακόμη και η ερωτική της σχέση με την Κέικο είναι σαν να μεταμορφώνεται σε έρωτα για τον ίδιο της τον εαυτό. Ή σε έρωτα για ό,τι υπήρξε ο Όκι για κείνη. Μαθαίνει στην Κέικο ό,τι το δικό της σώμα έμαθε από τον Όκι. Παίρνει τη θέση του, γίνεται εκείνος, κι έτσι παραμένει ο έρωτάς της στη ζωή. 

Όλα ρέουν με ρυθμούς τόσο αργούς που φτάνουν να γίνουν αισθησιακοί. Ο αισθησιασμός χαρακτηρίζει και τις περιγραφές της φύσης, νεκρής ή ζωντανής. Η περιγραφή παραμένει εξίσου ζωντανή, είτε αναφέρεται σ' ένα λουλούδι, μια λίμνη, μια οροσειρά, έναν βουδιστικό ναό, είτε στον ήχο του σαμισέν, της καμπάνας, το σχέδιο ενός κιμονό, το δέσιμο ενός όμπι.

Μετά το τέλος της ανάγνωσης παραμένει ένα ερωτηματικό, που συχνά γεννά η ιαπωνική τέχνη. Πώς είναι δυνατόν η φιλοσοφία του ζεν, η έννοια του σάμπι, αυτή η βαθιά εσωτερικότητα και εναρμόνιση με τους ήχους και τους ρυθμούς της φύσης, να συνδυάζονται με την απόλυτη βιαιότητα και παραφροσύνη σε ό,τι αφορά τον έρωτα;

***

Το κείμενο συνοδεύουν φωτογραφίες του Masao Yamamoto.

Γιασουνάρι Καουαμπάτα, Ομορφιά και θλίψη (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης), Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004.



Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Αρνάκι άσπρο και παχύ


 Otto Hütter


Έχω ένα πράμα πραματάκι, περπατεί,
περπατεί κι όλο ψαλίδια κάνει στο δρόμο του [1].
(Αίνιγμα για το πρόβατο, Λάμπρος 1871)



Κριάρι Νορβηγίας
Έχω τρία αγαπημένα πράματα. Πράματα λέγοντας εννοώ ζώα, όπως το αίνιγμα. Πρώτο έρχεται το πρόβατο. Ακολουθούν η χελώνα κι ο βάτραχος, αλλά δεν είναι της παρούσης. Το πρόβατο πάντοτε τ' αγαπούσα πρώτο πρώτο. Και το κατσικάκι μού αρέσει, αλλά έχει ατίθασους γονείς. Ο τράγος και η κατσίκα είναι σίγουρα ζώα πιο ζωηρά από το κριάρι και την προβατίνα. Έπειτα, ο τράγος τι έχει για να τον ξεχωρίζει από τη θηλυκιά του; Κυρίως το μούσι του. Αν κάποιος έχει άσχημο μούσι τού λέμε πως είναι σαν  τραγί. Ενώ το κριάρι έχει όμορφα κέρατα. Και εσωστρεφή, σε αντίθεση με όλα τα άλλα ζώα -και τον τράγο μαζί- που επίσης φέρουν βαρέως το κεφάλι τους, αλλά εξωστρεφώς.  
Το κριάρι, όπως και να το κάνουμε, είναι πιο μεγαλοπρεπές. Έπειτα, το μικρό αρνάκι έχει κι άλλα όμορφα ονόματα. Σε πολλά μέρη το λένε μανάρι ή μαναράκι, ενώ σε άλλα το λένε καμάρι, ειδικά αν είναι άσπρο και παχύ, που συνήθως είναι. 


Πρόβατο Ισλανδίας
Οι παροιμιώδεις φράσεις το αδικούν το πρόβατο, ενώ το λαϊκό παραμύθι και οι μύθοι του Αισώπου βοηθούν το παιδί να ταυτιστεί μαζί του και να το αγαπήσει, σε αντίθεση με τον λύκο που τα παιδιά τον φοβούνται ή και τον μισούν. Συχνά όμως λέμε κάποιον πρόβατο όταν είναι άβουλος, λέμε για τους ανθρώπους πως "πάνε σαν τα πρόβατα" όταν έχουν τη συμπεριφορά της μάζας, του όχλου. Το κατηγορούμε δηλαδή το ζώο που μας υπακούει και δεν πράττει κατά δική του βούληση, αλλά του βοσκού που το κατευθύνει. Εκτός κι αν πρόκειται για τον καλό ποιμένα που κατευθύνει το ποίμνιό του, ήτοι το εκκλησίασμα, στην ευχή του Θεού. 

Στην Αργεντινή και στη Χιλή, οι περιοχές της Παταγονίας στα νότια του Νότου της αμερικανικής ηπείρου είναι μια ατέλειωτη έκταση από επίπεδη γη που τη μαστιγώνει ο άνεμος και που με δυσκολία αναπτύσσεται ελάχιστη βλάστηση. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα εκτροφεία κρέατος στον κόσμο. Τα ζώα βόσκουν ελεύθερα σ' εκείνη την απέραντη πάμπα, χωρίς να υποπτεύονται πως ο μοναδικός σκοπός τους σε τούτη τη ζωή είναι να προμηθεύουν τις βιομηχανίες κρέατος, γάλακτος, και, στην περίπτωση των προβάτων, μαλλιού [2].


Το πρόβατο επίσης θεωρείται ζώο που δεν παρουσιάζει ποικιλία, καθώς οι φιλόζωοι της πόλης μόνο ράτσες γάτων και σκύλων γνωρίζουν. Μα πρόβατα υπάρχουν σε πάμπολλα μέρη του κόσμου και παρουσιάζουν εξαιρετική ποικιλομορφία.

Πέρα από το γάλα, το γιαούρτι και τα λοιπά γαλακτοκομικά προϊόντα, το πρόβατο είναι χρήσιμο πρωτίστως για το μαλλί του. Ήθελε τέχνη και δύναμη το κούρεμα του προβάτου και γινόταν από κουρείς δεξιοτέχνες. Τέχνη θέλει όμως και το γνέσιμο του μαλλιού, που το αναλαμβάνουν οι γυναίκες γνέθοντας με υπομονή στη ρόκα τους τις νύχτες του χειμώνα.


O παππούς μου έβγαζε το ψωμί του εκτρέφοντας πρόβατα στην Παταγονία για να στέλνει μαλλί στην Αγγλία, απ' όπου συχνά αυτό επέστρεφε μεταμορφωμένο σε γιλέκα και κουβέρτες. Την εποχή του κουρέματος των προβάτων χρειάζονταν πολλά χέρια και οι άντρες περνούσαν κατά εκατοντάδες τα σύνορα για να δουλέψουν. Τα σκυλιά μάζευαν τα τρομοκρατημένα πρόβατα από τα λιβάδια στα μαντριά, όπου μπολιάζονταν και ύστερα περνούσαν στα χέρια των κουρευτών. Οι πιο έμπειροι κουρευτές έκοβαν το μαλλί στο άψε σβήσε, ακινητοποιώντας το ζώο με το ένα μπράτσο, ενώ χειρίζονταν το ψαλίδι με το άλλο χέρι. Οι ηλεκτρικές ξυριστικές μηχανές δεν χρησιμοποιούνταν ακόμη σ' εκείνα τα μέρη την εποχή του παππού μου. 

Και για τον μηρυκασμό του το κατηγορούμε το καημένο το πρόβατο και λέμε ότι κάποιος μηρυκάζει όταν αναμασά τα ίδια και τα ίδια, παρόλο που όλοι γνωρίζουμε πως είναι καλό για την υγεία μας να μασάμε καλά την τροφή μας.

Κριάρι Σκοτίας

Το κούρεμα ήταν επίσης ευκαιρία για να μαρκάρουν και να μετρήσουν το κοπάδι, να διαλέξουν τους επιβήτορες και να χωρίσουν τα νέα αρσενικά ζώα, μερικά για το σφαγείο και άλλα για να τα ευνουχίσουν και να τα παχύνουν, ώστε να εξακολουθήσουν να παράγουν μαλλί και κρέας. Οι ιδιοκτήτες και οι επιστάτες των κτημάτων μαζεύονταν για να επιβλέπουν τους εργάτες, να επιδεικνύουν τα γαλαζοαίματα άλογά τους, με τα στολίδια από αληθινό ασήμι, και να πίνουν. 

Στο παρελθόν συχνά μου αποδιδόταν ο χαρακτηρισμός "πρόβατο", καθότι άνθρωπος ήσυχος και όχι ιδαίτερα αντιδραστικός. Στη ζωή, λένε, είσαι ή πρόβατο ή λύκος. Υπάρχει, όμως, κατά την παραβολή και το μαύρο πρόβατο ή το απολωλός πρόβατο. Πρόβατο μεν, αλλά ξεφεύγει από τον ποιμένα του. 

Πρόβατο Ιρλανδίας
Οι εργάτες άρχιζαν τη μέρα τους με ένα κομάτι ψωμί chincharrones (τηγανητή πέτσα, λίπος και έντερα) και μάτε, ένα πράσινο πικρό τσάι, που αγαπούν πολύ σ' εκείνη την περιοχή. Δεν έτρωγαν τίποτε άλλο μέχρι το απόγευμα, όταν έφτανε η ώρα της ξεκούρασης. Όταν βασίλευε ο ήλιος, άναβαν φωτιές για να ψηθούν τα ζώα, έβγαιναν μερικές κιθάρες και μοιραζόταν αρκετό οινόπνευμα για να ξαλαφρώσει την ψυχή και να ζεστάνει τα κόκκαλα, αλλά όχι τόσο που να τους μεθύσει, μια κι έπρεπε ν' αρχίσουν το άλλο πρωί με μυαλό καθαρό. Τα αμελέτητα των ευνουχισμένων ζώων, ψημένα στη σούβλα, θεωρούνταν νοστιμότατα. Ο Λουίς Σεπούλβεδα, στο βιβλίο του "Patagonia Express", περιγράφει την ανατριχιαστική σκηνή, όπου οι εργάτες, για να δείξουν το αντριλίκι τους, ευνούχιζαν τα πρόβατα με τα δόντια, αλλά εγώ δεν είδα ποτέ κάτι τέτοιο. Το κούρεμα είναι αντρική δουλειά, οι γυναίκες δεν είχαν θέση σ' εκείνη την άγρια τελετή της πάμπα. 

Στο δημοτικό, που είχα πλούσιες μπούκλες, πήγα μια φορά να κουρευτώ και η κομμώτρια μου έκοψε παρά τη θέλησή μου το μαλλί καρέ, για να δροσίζεται ο σβέρκος μου, αφού ερχόταν καλοκαίρι. Το καρέ, όμως, δεν ενδείκνυται για σγουρό μαλλί γιατί οι μπούκλες ζωηρεύουν περισσότερο. Ήμουν έτοιμη να βάλω τα κλάματα και, για να με προλάβει, η κομμώτρια είπε: "Ορίστε, είσαι σαν προβατάκι!"

***


[1]Χρυσούλα Χατζητάκη-Καψωμένου, Θησαυρός νεοελληνικών αινιγμάτων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

[2] Ιζαμπέλ Αλιέντε, Αφροδίτη. Ιστορίες, συνταγές και άλλα αφροδισιακά (μτφρ. Παντσίτα Λιόνα), Ωκεανίδα, Αθήνα 1997.