Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυστριακή Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυστριακή Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2016

Το χρώμα της Δευτέρας Παρουσίας

 Ένα τραγικό κυνήγι φαντασμάτων...

Στο μυθιστόρημα του Λέο Πέρουτς "Ο Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας", τη νύχτα τις 26ης Σεπτεμβρίου 1909, στην έπαυλη του αυλικού ηθοποιού Ευγένιου Μπίσοφ μια παρέα ευγενών κυρίων συγκεντρώνονται για να παίξουν μουσική δωματίου. Την παρέα αποτελούν ο Ευγένιος Μπίσοφ, η σύζυγός του Ντίνα Μπίσοφ, ο αδερφός της Φέλιξ, ο δόκτωρ Γκόρσκι, ο μηχανικός Σόλγκρουπ και ο βαρόνος φον Γιος, που αναλαμβάνει και τον ρόλο του αφηγητή. 

Κατά τη διάρκεια της βραδιάς, ο Ευγένιος Μπίσοφ μιλάει στους καλεσμένους του για τη γνωριμία του με έναν αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού. Αφηγείται πώς βρέθηκε νεκρός μετά την προσπάθειά του να εξιχνιάσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε αυτοκτονήσει ο αδερφός του. Λίγη ώρα αργότερα, ακούγεται ένας πυροβολισμός και ο Ευγένιος Μπίσοφ πέφτει στον κήπο νεκρός. Αυτοκτονία. 

Ο Φέλιξ κατηγορεί τον βαρόνο φον Γιος για τον θάνατο του Μπίσοφ. Η αντιζηλία μεταξύ τους κρατούσε από τότε που ο ηθοποιός παντρεύτηκε την Ντίνα, τη γυναίκα που αγαπούσε παράφορα ο βαρόνος. Η ομάδα των συνδαιτυμόνων ξεκινά μια έρευνα για να εξιχνιάσει το έγκλημα, και ο βαρόνος μια αφήγηση που στοχεύει περισσότερο να αποδείξει την αθωότητά του, παρά να αποκαλύψει την αλήθεια. 

Ένα ονειροπόλημα με παραπλάνησε! Μια άγνωστη βούληση με ανάγκασε να πάρω πάνω μου μια πράξη για την οποία δεν ευθυνόμουν. Όχι, δεν είχα έρθει εδώ! Δεν είχα μιλήσει με τον Ευγένιο Μπίσοφ, δεν είμαι δολοφόνος! Όλα ήταν όνειρο και φαντασίωση, που αναδύθηκαν από την Κόλαση και τώρα ξαναγύρισαν εκεί.

Οι εσωτερικοί χώροι, τα λίγα πρόσωπα, η σκοτεινή ατμόσφαιρα προσδίδουν θεατρικότητα στο έργο, ενώ το αμφιλεγόμενο ποιόν των χαρακτήρων τούς μετατρέπει σε καρικατούρες, και ο αναγνώστης αισθάνεται άλλοτε ότι διαβάζει ένα μυθιστόρημα αγωνίας και άλλοτε μια μαύρη κωμωδία.  

Μια διαβολική παγίδα! Καταλαβαίνετε; Το κέντρο της φαντασίας είναι συγχρόνως το κέντρο του φόβου. Αυτό είναι! Φόβος και φαντασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ανέκαθεν οι μεγάλοι ονειροπόλοι ήταν δέσμιοι του φόβου και της φρίκης. 

Τελικά, στην εξιχνίαση του εγκλήματος οδηγεί ένα αντικείμενο -κάτι συνηθισμένο στα αστυνομικά μυθιστορήματα- ενώ για την αυτοκτονία του Μπίσοφ και όσων προσπαθήσουν να την ερμηνεύσουν ευθύνεται ένα κείμενο εγκιβωτισμένο στην αφήγηση του βαρόνου.

Πώς συνδέονται όλα αυτά με τη Δευτέρα Παρουσία, το χρώμα "του αίματος, της αμαρτίας και της φωτιάς" και τον φόβο της Κόλασης; Τι σχέση μπορεί να έχει ο τρόμος του ανθρώπου πριν από τη στιγμή της κρίσης, με τον τρόμο του δημιουργού μπροστά στο ανολοκλήρωτο ή αγέννητο έργο τέχνης;

Το βιβλίο ξεκινά με έναν "πρόλογο αντί επιλόγου" από τον αφηγητή, και κλείνει με έναν επίλογο αντί προλόγου από τον πρώτο εκδότη του, που απαντά σε αρκετά από τα ερωτηματικά που γεννώνται στον αναγνώστη. Έτσι κι αλλιώς, όλα παραμένουν ρευστά. Η αφήγηση του βαρόνου άλλοτε προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά του και άλλοτε μοιάζει με ομολογία ενοχής. 

Όπως πολλά σπουδαία έργα, έτσι και το έργο του Πέρουτς φεύγει πέρα από τις προθέσεις του δημιουργού του. Ο Μπένγιαμιν και ο Μπόρχες το χαρακτήριζαν αστυνομικό μυθιστόρημα, αν και ο ίδιος ο συγγραφέας του επέμενε πως ποτέ του δεν είχε ασχοληθεί με την αστυνομική λογοτεχνία.

Το βιβλίο του Πέρουτς κινείται ελεύθερα ανάμεσα στο αστυνομικό και το ψυχολογικό μυθιστόρημα, χωρίς να είναι τίποτα από τα δύο. Αν υποθέσουμε ότι καθένα από τα είδη αυτά περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα, τότε αυτός για το αστυνομικό είναι η αλήθεια, για το ψυχολογικό οι προθέσεις και το ποιόν των πρωταγωνιστών. Το μυθιστόρημα αυτό ούτε ακολουθεί κατά βάση την εξωτερική πραγματικότητα, ώστε να είναι καθαρά αστυνομικό, αλλά ούτε και εμβαθύνει ιδιαίτερα στις εσωτερικές εντάσεις, ώστε να χαρακτηριστεί ψυχολογικό. 

Είναι ένα στοχαστικό, αλληγορικό μυθιστόρημα μυστηρίου, που μας υπενθυμίζει την άποψη της Beate Pinkerneil: "Το να θέλει κανείς να αποκρυπτογραφήσει τα παράδοξα συμβάντα στην αφήγηση του Πέρουτς είναι σαν να αναζητεί τη σαφήνεια εκεί που βασιλεύει η αμφιβολία".

Σε τελική ανάλυση, πόσα γνωρίζουμε ο ένας για τον άλλον; Κάθε άνθρωπος κουβαλάει μέσα του τη δική του "Ημέρα της Κρίσεως". Ποιος ξέρει;

***

[1] Οι εικόνες που συνοδεύουν την ανάρτηση είναι εξώφυλλα του γερμανικού περιοδικού Der Orchiddengarten, του πρώτου περιοδικού για τη λογοτεχνία του φανταστικού (1919-1921).

[2] Leo Perutz, Ο Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας (μτφρ. Ρόζα Ιωαννίδου), Κίχλη, Αθήνα 2016. 
 




Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

Αδελφική αγάπη



Aπό τις πιο αγνές μορφές αγάπης θεωρείται η αδελφική. Μακριά από ιδιοτέλειες, ζηλοτυπίες και υπολογισμούς. Γεννιέται ερήμην μας και συντηρείται ακούσια, χάρη σε δεσμούς συγγενικούς, που καλώς ή κακώς κανείς μας δεν επιλέγει. 

Στη νουβέλα του "Φυγή στο σκοτάδι", ο Άρτουρ Σνίτσλερ αφηγείται την ιστορία της σχέσης δύο αδερφών, του Ρόμπερτ και του Όττο. Στην πραγματικότητα, γράφει ένα σπαρακτικά εξομολογητικό κείμενο για τη δική του σχέση με τον αδερφό του και με τον εαυτό του.

[...] η αδελφική σχέση δεν ήταν μόνο ό,τι καλύτερο και αγνότερο κατείχε στη ζωή του, αλλά και από μια γενικότερη θεώρηση των πραγμάτων, το μοναδικό πράγμα που του πρόσφερε μια φυσική σταθερότητα. 
[...] ήταν μια σχέση απαλλαγμένη από τη θολή ταραχή που εμφανίζεται απρόσμενα από τα σκοτεινά βάθη της ψυχής και συνηθίζει να σκιάζει τις επαφές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες.  

Κι όμως, η σχέση του ήρωα με τον αδερφό του ήταν ακριβώς αυτό: μια σχέση ταραγμένη, γεμάτη αγάπη αλλά και έναν υπόγειο ανταγωνισμό, μια βαθιά ζήλια που οδηγούσε τον Όττο σε πρόοδο και διακρίσεις και τον Ρόμπερτ σε μανία καταδίωξης, σύνδρομα κατωτερότητας, εμμονές, ψυχαναγκασμούς και υποχονδρίες

Οι δραστηριότητες του Ρόμπερτ είναι περιορισμένες. Εργάζεται σε μια κρατική υπηρεσία, και αυτό είναι όλο. Θεωρεί πως δεν έχει κανένα κύρος σε σχέση με τον αδερφό του, που είναι γιατρός καταξιωμένος. Στις άδειές του, ταξιδεύει για να κατακτήσει τη γαλήνη που βρήκε εύκολα ο αδερφός του στην ασφαλή οικογενειακή ζωή. Χωρίζει από τη γυναίκα του, μόνο και μόνο γιατί η πραότητα και η καλοσύνη της τον ενοχλούν, ενώ δεν μπορεί με τίποτα να υποφέρει τον τρόπο με τον οποίο παίζει στο πιάνο τις σονάτες του Μπετόβεν. Αμέσως μετά το διαζύγιό του, κατακλύζεται από την έμμονη ιδέα ότι σκότωσε τη γυναίκα του και δεν το θυμάται. Η μανία κατιαδίωξης γίνεται ολοένα και εντονότερη, ώσπου αναγκάζεται να ζητήσει από τον αδερφό του να υπογράψει ως γιατρός πως, μόλις αρχίσουν να γίνονται εμφανή τα συμπτώματα φρενοβλάβειας, θα τον ξεκάνει με τρόπο γρήγορο και ανώδυνο, για να μην κατανήσει αναξιοπρεπής.

Έτσι καθώς ήταν παρατημένος από την ίδια του τη ζωή και στερημένος εσωτερικά, άρχισε να υποδύεται με ξεχωριστό ζήλο και αρκετή αυταρέσκεια κάποιο ρόλο, που καθώς περνούσε ο καιρός τον εξουσίαζε όλο και περισσότερο, απειλώντας να αφανίσει τον πυρήνα της ύπαρξής του. 

Είναι πράγματι φρενοβλαβής ο Ρόμπερτ; "Μερικοί άνθρωποι έχουν τον χρόνο να τρελαθούν", του λέει ειρωνικά  ο γιατρός Λάινμπαχ. Αυτή η μορφή "φρενοβλάβειας", κατά την οποία ο ασθενής ελέγχει την κατάστασή του τόσο ώστε να μπορεί να την περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια και ταυτόχρονα να συγκαλύπτει όποια αλήθεια δεν τον εξυπηρετεί, να παρακάμπτει τα προβλήματα της ζωής, να αποποιείται διαρκώς τις ευθύνες του, να αποφεύγει κάθε τι δυσάρεστο και να φέρεται με άκρατο εγωισμό, είναι μια κατάσταση νοσηρή μεν, που απέχει πολύ όμως από την πραγματική τρέλα, συμπληρώνει ο Λάινμπαχ. Όπως και να ΄χει, η επιστολή που αναγκάζεται να υπογράψει ο αδερφός του αποτελεί τη θανατική καταδίκη του Ρόμπερτ.  

Έπρεπε επιτέλους να μιλήσει με τον Όττο -για την επιστολή και για πολλά άλλα... Για όλα εκείνα που είχαν συσσωρευθεί ανάμεσά τους, ίσως από τα παιδικά χρόνια ακόμα, και είχαν ριζώσει με τρόπο αινιγματικό και βαθύ σ' εκείνο το περίπλοκο παιχνίδι το γεμάτο κατανόηση και ασυνεννοησία, αδελφική τρυφερότητα και αποξένωση, αγάπη και μίσος. Πρέπει να βρεθεί μια λύση.

Τη λύση θα δώσει ο τρυφερός εναγκαλισμός των δύο αδερφών, από τον οποίο όμως δεν θα επιβιώσει κανένας τους

Ο Άρτουρ Σνίτσλερ αγάπησε αυτή τη νουβέλα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έργο του. Είχε αμφιβολίες, όμως, τόσο για τον τίτλο της (Η νουβέλα του τρελού, Η νουβέλα της τρέλας, Η τρέλα, Ο κυνηγημένος, Το σύνορο, Τα αδέρφια, Φυγή στο σκοτάδι) όσο και για την ανάγκη να εκδοθεί. Στο ημερολόγιό του άλλοτε απέρριπτε το έργο ("φλύαρο και το ύφος που χρησιμοποίησα απαράδεκτο") και άλλοτε παραδέχεται πως "η νουβέλα με τα δυο αδέρφια βρίσκεται πιο κοντά στην καρδιά μου από οποιαδήποτε άλλη". Η έκδοση καθυστέρησε 13 χρόνια.

Στα φύλλα του ημερολογίου του Σνίτσλερ, η αδελφική σχέση περιγράφεται ως σχέση ερωτική. Ο Ρόμπερτ αγαπά τον αδερφό του, αλλά δεν καταφέρνει να τον κάνει δικό του, κερδίζει την αγάπη του, αλλά όχι την αποδοχή του. Το κείμενο εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τον Ζίγκμουντ Φρόιντ, που θαύμαζε την ευαισθησία του Σνίτσλερ για τις αλήθειες του ασυνείδητου και την παρορμητική φύση του ανθρώπου. Οι οριακές καταστάσεις που βιώνει ο ήρωας της νουβέλας γλίτωσαν τον συγγραφέα από δικές του προσωπικές ήττες. Μόνο η επαφή με τη λογοτεχνία επούλωνε αυτές τις πληγές

***

Arthur Schnitzler,   Φυγή στο σκοτάδι (Εισαγωγή - Μετάφραση - Χρονολόγιο: Αλέξανδρος Ίσαρης), Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1995.