Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

"Έθιμα ταφής": ένα σκοτεινό γράμμα αγάπης στην Ισλανδία




They say it's the last song,
they don't know us you see.
It's only the last song if we let it be.

"Dancer in the Dark", Lars von Trier (2000) 


[...] είμαστε όλοι φλόγες κεριών που φέγγουν θαμπά, τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι και στο φύσημα του αέρα, και μέσα στην ησυχία της κάμαρας ακούω βήματα, βήματα τρομερά που έρχονται, έρχονται να με σβήσουν και να διώξουν τη ζωή μου μακριά από μένα σε μια γκρίζα τολύπα καπνού. Θα χαθώ, θα σκορπίσω στον αέρα και στη νύχτα[1] 

Στα "Έθιμα ταφής" η νεαρή συγγραφέας Χάνα Κεντ αφηγείται την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, τελευταίας κατάδικης που εκτελέστηκε στην Ισλανδία. Η Άγκνες κατηγορήθηκε για τον φόνο δύο αντρών και εκτελέστηκε το 1829. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, το μυθιστόρημα αποτυπώνει τη διφορούμενη φύση της γυναίκας που άλλοι θεώρησαν έκλυτη και άλλοι αντιμετώπισαν ως μάγισσα. Παράλληλα, διεισδύει στην ψυχολογία κάθε θανατοποινίτη, ξεσκεπάζοντας τις συνθήκες του σωφρονιστικού συστήματος του 19ου αιώνα. 

Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέμαι μήπως έχω κιόλας πεθάνει. Δεν είναι ζωή αυτήνα περιμένω στο σκοτάδι, στη σιωπή, σ' ένα δωμάτιο τόσο βρωμερό και τρισάθλιο, που έχω ξεχάσει τη μυρωδιά του καθαρού αέρα. Το καθίκι κοντεύει να ξεχειλίσει από τις ακαθαρσίες μου, τόσο που αν δεν έρθει κάποιος σύντομα να τ' αδειάσει, θ' αρχίσει να χύνεται κατάχαμα. 
Πότε ήρθαν τελευταία φορά; Όλα έχουν γίνει μια νύχτα πια. 

Μετά την καταδίκη της, και ώσπου να οριστεί η ημερομηνία εκτέλεσής της, η Άγκνες  επιλέγει  έναν εφημέριο που θα αναλάβει την καθοδήγησή της, ώστε η ψυχή της να επιστρέψει στους κόλπους του Θεού. Μέχρι να εκτελεστεί, θα φιλοξενηθεί στο υποστατικό μιας οικογένειας αγροτών. Την αποκαλούν "φόνισσα" και την αντιμετωπίζουν σαν δολοφονικό οικόσιτο ζώο. 

Αφότου αποφάσισαν ότι θα φύγω, οι άντρες του Στόρα Μποργκ μου δένουν τα πόδια το βράδυ, όπως κάνουν με τα άλογα∙ για να 'ναι σίγουροι ότι δεν θα το σκάσω. Φαίνεται ότι μέρα τη μέρα που περνάει, γίνομαι όλο και πιο ζώο στα μάτια τους: ένα ζωντανό με άδειο βλέμμα, που πρέπει να το ταΐσουν αποφάγια και να το προστατέψουν από την παγωνιά. Μ' αφήνουν στα σκοτεινά, μου αρνούνται το φως και τον αέρα. Κι όταν είναι να με μετακινήσουν, με δένουν και με πάνε όπου θέλουν. 

Αρχεία και μαρτυρίες στα οποία είχε πρόσβαση η συγγραφέας ενσωματώνονται στο μυθιστόρημα ως διαφορετικά είδη αφήγησης. Επίσημα έγγραφα και ιστορικά τεκμήρια συνδυάζονται με τη φωνή ενός αμέτοχου αφηγητή και τους εξομολογητικούς (μονο)λόγους της κατάδικης, που άλλοτε απευθύνονται στον εφημέριο και άλλοτε στον εαυτό της. Ο ταξιδιωτικός χαρακτήρας της ισλανδικής σάγκας εναλλάσσεται με αυτόν του κοινωνικού μυθιστορήματος. Η Άγκνες υπήρξε πρόσωπο-θρύλος στην Ισλανδία και η ατμόσφαιρα των θρύλων είναι και αυτή παρούσα. Ο κόσμος την βλέπει σαν πόρνη, σαν τρελή που στάζει αίμα από το στόμα της και τρώει χώμα, ενώ εκείνη μιλά για τον Νάταν -τον άντρα που δολοφόνησε- σαν να πρόκειται για μάγο που είχε κάνει συμφωνία με τον Διάβολο.

Η Άγκνες αισθάνεται ευγνώμων που επιστρέφει στις κοιλάδες για να δουλέψει, έστω και μελλοθάνατη. Οι ισορροπίες στην οικογένεια που την φιλοξενεί σιγά σιγά αλλάζουν. Οι σιωπές του παγωμένου αγροτόσπιτου, οι σχέσεις μεταξύ των μελών, οι σκληρές αγροτικές εργασίες, όλα μοιάζουν πιο υποφερτά. Τα γιατροσόφια για την ετοιμόγεννη γειτόνισσα, ο θερισμός και το αλώνισμα, το σφάξιμο των προβάτων, το γνέσιμο του μαλλιού, το χτύπημα του βούτυρου, οι περιγραφές των παγωμένων λόφων και της χιονοθύελλας, κάνουν τη ζωή στην Ισλανδία να φαίνεται σκληρή και κρύα, αλλά κάποτε κοντινή και οικεία.  
 
Ποιο ήταν τελικά το έγκλημα της Άγκνες; Που τόλμησε να αποτινάξει τα στερεότυπα; Που επιθύμησε τον έρωτα; Που πόθησε να αλλάξει τη θέση της στον κόσμο Που δε δέχτηκε ούτε τη στάμπα της νόθης ούτε το ρόλο της παραδουλεύτρας, ούτε τη κατηγορία της φόνισσας; Φόνισσα. Η λέξη μένει μετέωρη ανάμεσά μας. Βαριά. Δεν την παίρνει ο αέρας. Θέλω να κουνήσω το κεφάλι μου. Αυτή η λέξη δεν είναι για μένα, θέλω να πω. Δεν είναι δική μου, δεν μου ανήκει. Είναι μια λέξη που ανήκει σε άλλον. Μια ξένη λέξη. Αλλά τι νόημα έχει να τα βάζει κανείς με τις λέξεις;


O Ντοστογιέφσκι στον "Ηλίθιο" υποστηρίζει πως η θανατική ποινή αποτελεί ύβρη εναντίον της ανθρώπινης ψυχής και είναι τιμωρία δυσανάλογα φρικτότερη από το έγκλημα. Αν βάλεις έναν φαντάρο μπροστά σ' ένα κανόνι, μέχρι τη στιγμή που θα του ρίξεις ελπίζει ακόμα. Αν του διαβάσεις την καταδίκη του, τρελαίνεται από τον φόβο.
  
[...] Όταν ανέβαινε στο ικρίωμα έκλαιγε, ήταν άσπρος σαν το πανί. Είναι ποτέ δυνατό; Δεν είναι φρίκη; Όχι, πέστε μου, ποιος κλαίει από φόβο; Ως τα τότε νόμιζα πως από φόβο κλαίνε μόνο τα παιδιά, νόμιζα πως είναι αδύνατο να κλάψει ένας άνδρας που δεν έκλαψε ποτέ του, ένας άνδρας σαρανταπέντε χρονώ. Τι θα πρέπει να γίνεται εκείνη τη στιγμή στην ψυχή του, μέχρι ποιο σημείο τρόμου τη σπρώχνουν;[2]

Αυτός ο φόβος μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον φόβο των πρωτόπλαστων μόλις μαθαίνουν πως είναι (πια) θνητοί και κάποια στιγμή θα πεθάνουν. Η 'Αγκνες είχε το θράσος να γευτεί τον καρπό της γνώσης και κηρύχθηκε έκπτωτη. Έκπτωτη, όμως,  από έναν κόσμο που έμοιαζε περισσότερο με κόλαση, παρά με παράδεισο. Συνοδευόμενη από τους ανθρώπους που τη φιλοξένησαν όσο βρισκόταν "μεταξύ θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης" και ντυμένη με γιορτινή παραδοσιακή φορεσιά που βγαίνει από το οικογενειακό σεντούκι ειδικά για αποτελέσει τα ρούχα του "ταξιδιού" της, οδεύει προς τον τόπο της εκτέλεσης.  Δικαίως εκτελείται; 

Ο εφημέριος πιστεύει πως εν Θεώ υπάρχει αλήθεια. "Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς". Για την Άγκνες, όμως, η αλήθεια μοιάζει με τη γυαλάδα του πάγου. Πολύ εύθραυστη για να την εμπιστευτείς. 

***

[1] Χάνα Κεντ, Έθιμα ταφής (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου), Ίκαρος, Αθήνα 2015.
[2] Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο ηλίθιος (μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου), Εκδόσεις Γκοβόστης, Αθήνα 1991.  

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου