Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Ο επαναστατημένος άνθρωπος

 "Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε".
  
Επαναστατημένος είναι ο άνθρωπος που λέει "όχι", υποστηρίζει ο Καμύ. Αρνείται, αλλά δεν παραιτείται. Το "όχι" του σημαίνει πως συνειδητοποιεί το δικαίωμα να μην καταπιέζεται. Μέχρι να αποκτήσει επίγνωση αυτού του δικαιώματος, βρισκόταν σε απελπισία. Με την επανάσταση ο εξεγερμένος ξεπερνά το παράλογο  και ταυτίζεται με ένα αγαθό, ένα όλον, μια αξία που δεν αφορά μόνο τη δική του μοίρα, αλλά και των άλλων. Επαναστατώ σημαίνει λέω "όχι" στην καταπίεση και τη μοναξιά, και εδώ έγκειται η διαφορά μεταξύ εξέγερσης και μνησικακίας. Στην εξέγερση ο πόνος του ενός γίνεται συλλογικός. Ο επαναστάτης δεν επαναστατεί ενάντια στον αφέντη του, αλλά ενάντια στους αφέντες όλων των σκλάβων: “Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε”. 
[Τ]ο επαναστατικό πνεύμα εκφράζεται δύσκολα σε κοινωνίες όπου οι ανισότητες είναι πολύ μεγάλες (καθεστώτα με ινδικές κάστες) ή, αντίθετα, σ' εκείνες όπου η ισότητα είναι απόλυτη (κάποιες πρωτόγονες κοινωνίες). Στο κοινωνικό σύνολο, το επαναστατικό πνεύμα μπορεί να υπάρξει μόνο σε ομάδες στις οποίες η θεωρητική ισότητα καλύπτει μεγάλες πραγματικές ανισότητες.

Η μεταφυσική εξέγερση διαφέρει από την ιστορική. Είναι καθολικότερη, με την έννοια ότι αμφισβητεί τους σκοπούς του ανθρώπου και της δημιουργίας. Ο μεταφυσικός επαναστάτης πιστεύει ότι η έμφυτη δικαιοσύνη που τον χαρακτηρίζει έρχεται σε αντίθεση με την αδικία που κυβερνά τον κόσμο. Σ' αυτή την κατηγορία ανήκει ο Προμηθέας πρώτα, κι ύστερα ο Χριστός, γιατί θέλησε να νικήσει το κακό και τον θάνατο. Εδώ όμως ο Καμύ εντάσσει και τον Μαρκήσιο ντε Σαντ, του οποίου η εξέγερση είναι διπλή: ενάντια στη φυσική τάξη του κόσμου και ενάντια στον εαυτό του. Ο ντε Σαντ αρνείται τον άνθρωπο και την ηθική του στο όνομα ενός σεξουαλικού ενστίκτου που κυβερνά και ορίζει τα πάντα. Ονειρεύεται μια δημοκρατία όπου θα δικαιολογείται κάθε έκλυση ηθών, κάθε κλοπή, κάθε συκοφαντία, κάθε δολοφονία, και κυβερνήτης του σύμπαντος θα είναι ο πόθος. Η ακολασία είναι η πιο αχαλίνωτη εξέγερση.

Μεταφυσικοί επαναστάτες χαρακτηρίζονται και οι ρομαντικοί ήρωες, καθότι μοιραίοι: "ο ρομαντικός ήρωας, για να πολεμήσει το κακό, μια και κρίνει τον εαυτό του αθώο, απορρίπτει το καλό και γεννά πάλι το κακό". Μπορεί, δηλαδή, να νοσταλγεί το καλό, αλλά αισθάνεται υποχρεωμένος να διαπράξει το κακό. Χαρακτηρίζεται, έτσι, από ένα είδος μηδενισμού και δικαιολογεί το έγκλημα. Στους μεταφυσικούς επαναστάτες προβάλλει η φιγούρα του Ιβάν Καραμαζόφ.

Ο Ιβάν μάς προσφέρει μόνο το αλλοιωμένο μες στην απελπισία πρόσωπο του επαναστάτη, ανίκανου για δράση, διχασμένου ανάμεσα στην ιδέα της αθωότητάς του και τη θέληση του εγκλήματος. Μισεί τη θανατική ποινή, γιατί είναι η απεικόνιση της ανθρώπινης μοίρας, και συνάμα βαδίζει προς το έγκλημα. Παίρνοντας το μέρος των ανθρώπων, συμμερίζεται τη μοναξιά τους. Με αυτόν, η εξέγερση της λογικής καταλήγει στην τρέλα.

Ο μηδενισμός οδηγεί τον αναγνώστη στον Νίτσε και τον θάνατο του Θεού. Η ηθική είναι η τελευταία όψη του Θεού και πρέπει να καταστραφεί. Για να (ξανα)υπάρξει Θεός, πρέπει ο άνθρωπος να αποφασίσει να δράσει και, προτού δράσει, να αναγάγει τη μη πίστη σε μέθοδο εξέγερσης. Ο Νίτσε πιστεύει ότι ο Θεός πέθανε γιατί ο χριστιανισμός τον εκκοσμίκευσε και ο σοσιαλισμός είναι ένας εκφυλισμένος χριστιανισμός όπου η ισότητα των ψυχών αντικαθίσταται από την ισότητα των ανθρώπων. Ο άνθρωπος καλείται να γκρεμίσει αξίες και να χτίσει νέες, να δημιουργήσει έναν νέο Θεό. 
 
Το κεφάλαιο των μεταφυσικών επαναστατών τελειώνει με τους ποιητές: απ' τη μια τους ρομαντικούς και απ' την άλλη τους υπερρεαλιστές. Ο υπερρεαλισμός, παιδί του ντανταϊσμού στις αρχές του, έχει ρομαντικές καταβολές και χαρακτηρίζεται από έναν "αναιμικό δανδισμό": χιούμορ, παράλογο, σαμποτάζ, ανυποταξία, είναι μερικές από τις αγάπες αυτών των "μηδενιστών του σαλονιού" που, όπως και οι ρομαντικοί, αναζητούν έναν κανόνα δομής στην παραφροσύνη. Ωστόσο, η επανάσταση για τους υπερρεαλιστές δεν είναι  δράση. Είναι παρηγοριά. Επανάσταση εδώ σημαίνει αγάπη για τον άνθρωπο που δεν έχει υπάρξει ακόμη. 
 
Ο μεταφυσικός επαναστάτης είναι ένας "αντίζηλος του πλάστη", που θέλει να γκρεμιστούν όλα και στη θέση τους να χτιστεί το βασίλειο τη δικαιοσύνης. Ώσπου η απόλυτη ελευθερία μετατρέπεται σε μια φυλακή καθηκόντων. "Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε. Και υπάρχουμε μόνοι".


Στην ιστορική εξέγερση συναντάμε τριών ειδών επαναστάτες: τους βασιλοκτόνους, τους θεοκτόνους και τους τρομοκράτες. Ιστορική εξέγερση σημαίνει αγάπη για την ελευθερία -απαραίτητη προϋπόθεση της δικαιοσύνης. Έρχεται καιρός, όμως, που η δικαιοσύνη απαιτεί την αναστολή της ελευθερίας κάποιων και η τρομοκρατία ανανοηματοδοτεί την επανάσταση.
 
[Η] επανάσταση είναι μια προσπάθεια προσαρμογής της πράξης σε μια ιδέα για τη διαμόρφωση του κόσμου, σ' ένα θεωρητικό πλαίσιο. Γι' αυτό η εξέγερση σκοτώνει ανθρώπους, ενώ η επανάσταση καταστρέφει και ανθρώπους και αρχές. 
 
Στους βασιλοκτόνους ανήκουν οι επαναστάτες του 1789. Δε θέλουν απλώς να σκοτώσουν τον βασιλιά, αλλά μια ελέω Θεού βασιλεία, που αποτελούσε προσφυγή για εκείνους που υπέφεραν από την αδικία. Και όσο ο κόσμος προσφεύγει στον βασιλιά, δεν του εναντιώνεται. Τώρα στο όνομα του Κοινωνικού Συμβολαίου τον βασιλιά πρέπει να αντικαταστήσει ο λαός, που εξαναγκάζεται στην ελευθερία. Η ιδεολογία είναι μια νέα θρησκεία που οι Γάλλοι Επαναστάτες προσπαθούν να ταυτίσουν με την Αρετή. Όποιος δεν υποστηρίζει το επαναστατικό δίκαιο είναι προδότης ή ύποπτος. Αφού λοιπόν οι άνθρωποι δεν κατορθώνουν να θεμελιώσουν μια ενότητα, θα το κάνει η λαιμητόμος. Η αστική τάξη νικά, κυβερνά και τρομοκρατεί βάσει αφηρημένων αρχών που πολλές φορές, για να επιβληθούν, αντικαθίστανται από αξίες αντίθετές τους. Τους βασιλοκτόνους του 19ου αιώνα θα διαδεχθούν οι θεοκτόνοι του 20ού, και αποτέλεσμα της θεοκτονίας που επιχειρούν είναι η αντικατάσταση της Εκκλησίας από τη Λογική και του Θεού από το Κράτος. Σ' αυτόν τον κόσμο της απόλυτης κυριαρχίας της λογικής ο Χέγκελ βλέπει τη δυστυχία να αντικαθιστά την κόλαση και την εργασία να αντικαθιστά την προσευχή. Οι ιδεολόγοι προσπαθούν με διάφορους τρόπους να διαπαιδαγωγήσουν τους σκλάβους που δεν είναι ικανοί να διεκδικήσουν την ελευθερία τους. Βέβαια, σύμφωνα με τον Χέγκελ, ο σκλάβος απελευθερώνεται μόνο αφού κι αυτός με τη σειρά του υποδουλώσει.

Όταν μιλά για τρομοκράτες, ο Καμύ διαχωρίζει την ατομική τρομοκρατία από την κρατική. Στην πρώτη περίπτωση αναφέρεται στους Δεκεμβριστές, στον αγώνα τον ναρόντνικων για την απελευθέρωση των μουζίκων, στους επαναστάτες-τρομοκράτες του 1905 που συναντάμε στους Δίκαιους, στη ρωσική ιντελιγκέντσια, στον Ρασκόλνικοφ, στους τρεις Δαιμονισμένους (Πισάρεφ, Μπακούνιν, Νετσάγεφ), που αρχικά επηρεάζονται από τη γερμανική ιδεολογία μέχρι που ο Μπακούνιν ανακαλύπτει τον γαλλικό σοσιαλισμό και τις αρχές του αναρχισμού, ταυτίζει το Κράτος με το έγκλημα και την επανάσταση με το καλό και αντιδρά σφοδρά σε μια “κυβέρνηση διανοουμένων”.

Η κληρονομιά του Νετσάγεφ και του Μαρξ θα γεννήσει την ολοκληρωτική επανάσταση του 20ού αιώνα και η τρομοκρατία του Κράτους θα καταστρέψει οριστικά το δίκαιο. Ο τρόμος του κράτους είναι άλλοτε παράλογος -τέτοια ήταν η τρομοκρατία που άσκησαν ο ναζισμός και ο φασισμός- και άλλοτε ορθολογικός. 
 
Η προφητεία του Μαρξ είναι επαναστατική γιατί ολοκληρώνει τη διαδικασία άρνησης που άρχισε με τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού. Οι Ιακωβίνοι καταστρέφουν την υπερβατικότητα ενός θεού με πρόσωπο, αλλά την αντικαθιστούν με την υπερβατικότητα των αρχών. Ο Μαρξ εδραιώνει το σύγχρονο αθεϊσμό καταστρέφοντας και την υπερβατικότητα των αρχών. 
 
Ο αθεϊσμός καταργεί τον Θεό, ο κομμουνισμός καταργεί την ιδιοκτησία, αλλά οι κοινωνικές ανισότητες εξακολουθούν να υπάρχουν. Το προλεταριάτο υποτίθεται πως έχει στα χέρια του τα μέσα παραγωγής, αλλά δεν ξέρει να τα χρησιμοποιεί για το καλό του, κι έτσι αναδύονται νέοι ιεραρχικοί διαχωρισμοί. Η εργασία ταυτίστηκε με την αθλιότητα και η ποιότητα που θέλησε να εξασφαλίσει ο Μαρξ για τον άνθρωπο δεν κατοχυρώθηκε ποτέ. Η διεκδίκηση της δικαιοσύνης κατέληξε στην αδικία και το έγκλημα έγινε καθήκον. Το προλεταριάτο προδόθηκε, σε άλλες περιπτώσεις από στρατιωτικούς και σε άλλες από διανοούμενους, ο Λένιν αρνήθηκε τον αυθορμητισμό της λαϊκής μάζας και ισχυρίστηκε πως η σοσιαλιστική ιδεολογία έχει ανάγκη από μια επιστημονική βάση που μόνο οι διανοούμενοι μπορούν να προσφέρουν. Τα συμφέροντα του προλεταριάτου, άλλωστε, τα γνωρίζουν καλύτερα αυτοί που δεν είναι προλετάριοι. Το Κράτος, λοιπόν, δεν αφανίστηκε, και μετά την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής νομιμοποιήθηκε μια νέας μορφής δικτατορία. 
 

Τελικά η επανάσταση είναι μια υπόσχεση που δεν εκπληρώνεται ποτέ; Το μέλλον της ταυτίζεται με την τραγωδία του μηδενισμού και τον ακρωτηριασμό του ανθρώπου; Είχε δίκιο ο Καμύ όταν με τον Επαναστατημένο άνθρωπο συμβούλευε τον αναγνώστη να πιστέψει με άλλους τρόπους στο αγαθό της ζωής;

Αντί να πεθαίνουμε για να δημιουργήσουμε τον άνθρωπο που δεν είμαστε, μπορούμε να ζήσουμε και να δίνουμε ζωή για να δημιουργήσουμε αυτό που είμαστε. 

Ο Επαναστατημένος άνθρωπος προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις σε κομμουνιστές, υπαρξιστές, χριστιανούς και στάθηκε μια από τις αφορμές για να διαφωνήσει ο Σαρτρ με τον "αντίζηλό" του. Το κείμενο παραμένει επίκαιρο, διατυπώνει σκέψεις που στην εποχή της κυκλοφορίας του δεν ήταν καθόλου δεδομένες και, σε κάθε περίπτωση, εξακολουθεί να αποτελεί και σήμερα ένα σπουδαίο μανιφέστο ανθρωπισμού. 


***

[1] Αλμπέρ Καμύ, Ο επαναστατημένος άνθρωπος (μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Douge, Μαρία Κασαμπάλογλου-Roblin), Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου