Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τασκένδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τασκένδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

Άλκη Ζέη: Αναμνήσεις από την Τασκένδη ΙΙ

Τασκένδη, 1956


Έγινε το 20ό συνέδριο και ξαφνικά ο κήπος αυτός κι όλο το σπίτι μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Στο 20ό συνέδριο  του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης ο Στάλιν, που σαν πέθανε το 1953 τον έκλαψε όλη η Σοβιετική Ένωση, για να μην πω όλος ο προοδευτικός κόσμος πάνω στη γη, γκρεμίστηκε από το βάθρο του. Μάθαμε για εγκλήματα, για στρατόπεδα συγκέντρωσης. Βέβαια, στην  Τασκένδη τα νέα έφταναν πιο αργά και τμηματικά. 

Σε ένα μεγάλο θέατρο ετοίμαζαν μια γιορτή για τον Ζαχαριάδη και ξαφνικά θόρυβος και αναμπουμπούλα. Διαδίδεται πως ο Ζαχαριάδης έφυγε κρυφά. Ο κόσμος σκορπίζεται, τρέχει στις πολιτείες του και πολλοί στην 14η, που βρίσκεται η διοίκηση του Κ.Κ Τασκένδης, να μάθουν τι συμβαίνει. Η κεντρική επιτροπή έχει ταμπουρωθεί στο κτίριο που είναι τα γραφεία. Ο κόσμος που είναι μαζεμένος απ' έξω φωνάζει: "Να φύγετε, να φύγετε. Τώρα θα τα μάθουμε όλα, γιατί μας φέρατε ως εδώ". Οι ταμπουρωμένοι πετάνε από τα παράθυρα τούβλα και καρεκλοπόδαρα. Μα και οι κάτω αρχίζουν να δέρνονται μεταξύ τους. Άγριο ξύλο. "Πώς τολμάτε να βρίζετε τον αρχηγό!" Αμέσως χωρίζονται σε ζαχαριαδικούς και αντιζαχαριαδικούς. 

Η Άλκη Ζέη στην Πράγα
Ήρθε στο σπίτι μας ο Ιάκωβος που έμενε στο διπλανό μας δωμάτιο και μας έφερε τα νέα. "Σκοτώνονται στη δέκατη τέταρτη πολιτεία". Κι εκεί, στον ήρεμο κηπάκο μας, παραταχτήκαμε ξαφνικά σε δυο στρατόπεδα. Ζαχαριαδικοί και αντιζαχαριαδικοί, δηλαδή δογματικοί και αντιδογματικοί. Οι μισοί πιστέψαμε πως αρχίζει καινούργια ζωή και οι άλλοι θέλανε με πείσμα να κρατηθούν σε ό,τι και σε όποιον πιστέψανε ως τα τώρα. Ο Γιώργος πήγε στους φίλους μας, τους καθηγητές τους Σοβιετικούς, να μάθει τα νέα και τα έμαθε, για τον Στάλιν, τα στρατόπεδα, και τότε αυτοί ομολόγησαν πως ήταν εξορία στην Τασκένδη. 

Γύρισε γρήγορα γιατί ανησυχούσε. Στους δρόμους οι δικοί μας δέρνονται, η αστυνομία τα έχει χάσει και μαζεύει να περιθάλψει τους δαρμένους. Οι Ουζμπέκοι, αυτοί πια τα έχασαν εντελώς. Είχαν τους Έλληνες για φιλήσυχο λαό, με τα τραγούδια τους και τις γιορτές τους. Τι πάθανε ξαφνικά; Τι πάθαμε; 

Μεσάνυχτα. Στο σπίτι μας μπαινοβγαίνει κόσμος. Ο Ζαχαρίας, ο Γιαννίδης και όλο το θεατρικό τμήμα, που όλοι είναι αντιδογματικοί. Οι πόρτες όλων των δωματίων είναι ανοιχτές. Μπαινοβγαίνει ο ένας στο δωμάτιο του άλλου και βρίζονται. Στο δικό μας έρχονται και βρίζουν. Βρίζουν εμένα δηλαδή. Τον Γιώργο τον σέβονται όλοι. Ήρθε και η Κλάρα που θυμήθηκε πως, όταν ήρθα στην Τασκένδη, της πήρα το δωμάτιό της. Ποια νομίζω ότι είμαι. Αυτή πολέμησε στο βουνό και έχει και τραύμα. Εγώ που κατέφτασα σαν κυρία και ρώτησα πού είναι το μπάνιο; Έκανε να με αρπάξει από τα μαλλιά, μα τη σταμάτησαν οι άλλοι κι ο Γιώργος την έβγαλε από το δωμάτιο. Ξαφνικά η κόρη μου, τεσσάρων μηνών, άρχισε να κλαίει, ξέχασα να τη θηλάσω! Η νύχτα προχωράει, μα κανείς δε λέει να φύγει. 

***

[1] Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, Πρακτικά Ημερίδας, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2011.

Άλκη Ζέη: Αναμνήσεις από την Τασκένδη Ι


Κόσμος παράξενος κυκλοφορεί, σαν να βγήκαν από παραμύθια της Χαλιμάς. Άντρες και γυναίκες ντυμένοι με καφτάνια πολύχρωμα. Κοπέλες με τα μαλλιά πλεγμένα σε αμέτρητες κοτσίδες. Όλοι με λοξά μάτια και εξογκωμένα μήλα. Οι Ουζμπέκοι. Ανάμεσά τους άλλος κόσμος, ξανθοί και γαλανομάτηδες με παλιομοδίτικα ρούχα και οι περισσότερες γυναίκες, φορούν παπούτσια χοντροτάκουνα κι αυτά που φορούσαν στην Ελλάδα πριν από τον πόλεμο. Είναι Ρώσοι. 

Εκτός από την κεντρική λεωφόρο και λιγοστούς δρόμους ακόμα που είναι ασφαλτοστρωμένοι, οι υπόλοιποι είναι χωματόδρομοι. Μεγάλα άχαρα κτίρια που μοιάζουν περισσότερο με στρατώνες. Στην κεντρική πλατεία, όμως, ένα τεράστιο δαντελωτό κτίριο, η Όπερα. Πιο πέρα η παλιά πόλη με μικρά σπίτια από πλίνθες, τριγυρισμένα όμως από κηπάκια γεμάτα λουλούδια, κυρίως τριαντάφυλλα και λαχανικά. Ακόμα σε μικρές πλατείες υπάρχουν κάτι ξύλινα περίπτερα με σκεπή και κολόνες. Οι ταϊχανάδες, όπως τους λένε, που αντιστοιχούν με τα δικά μας καφενεία. Κατάχαμα κάθονται άντρες με μακριές γενειάδες, φορούν καφτάνια σφιγμένα στη μέση, ανοιχτά μπροστά, αφήνοντας το στήθος γυμνό, χειμώνα καλοκαίρι. Στο χέρι κρατούν μια κούπα με αχνιστό τσάι και με το άλλο διώχνουν νωχελικά τις μύγες. 

Ένα πρωί, ξύπνησαν οι Ουζμπέκοι και είδαν ξαφνικά έναν περίεργο λαό να κυκλοφορεί ανάμεσά τους, πολλοί άντρες, λιγότερες γυναίκες, όλοι ντυμένοι στρατιωτικά να μιλούν μια παράξενη γλώσσα που σε τίποτα δεν θύμιζε όλες όσες είχαν ακούσει, που δεν ήταν και λίγες. 

Η Άλκη Ζέη στη Ρώμη (1952-1954)
Περίπου δεκαπέντε χιλιάδες υπολογίζουν τους Έλληνες που έφτασαν στην Τασκένδη. Τους μοίρασαν σε 14 πολιτείες όπως τις έλεγαν. Κάθε πολιτεία περιμαντρωμένη σαν στρατόπεδο και μέσα είχε ομοιόμορφα τσιμεντένια κτίρια. Τα είχαν παλιά για Γιαπωνέζους αιχμαλώτους. Τα περιποιήθηκαν όσο μπορούσαν για να δεχτούν δεκαπέντε χιλιάδες κόσμο. Βέβαια έμεναν πολλοί σε κάθε δωμάτιο, μα βρήκαν κρεβάτια με καθαρά σεντόνια. Τα αντρόγυνα έμεναν τρία τρία και χώριζαν τα κρεβάτια και λίγο χώρο ακόμα ίσα ίσα να χωρά μια καρέκλα, με κρεμασμένες κουβέρτες. 

Οι περισσότεροι ήταν από χωριά της Ελλάδας, λίγοι από πιο μεγάλες πόλεις και μετρημένοι στα δάχτυλα Αθηναίοι. Τον πρώτο καιρό κυκλοφορούσαν με στρατιωτικά. Τους έδωσαν ρούχα, μα ίσως ένιωθαν πως ντυμένοι στρατιώτες ήταν έτοιμοι να φύγουν με το πρώτο πρόσταγμα, να γυρίσουν στην Ελλάδα. Δεν είχαν παραδεχθεί πως είχαν νικηθεί. Οι γυναίκες, μάλιστα, δεν ήθελαν καθόλου να βγάλουν τα στρατιωτικά και αναγκάστηκαν οι Σοβιετικοί να πούνε στην καθοδήγηση των Ελλήνων της Τασκένδης να δώσει εντολή να φορέσουν το φόρεμα και το πανωφόρι που πρόσφεραν σε κάθε γυναίκα. "Μ' αυτό το φόρεμα γεννήθηκε η γυναίκα μέσα μας", μου διηγήθηκε η Έλλη, μια γυναίκα από τη Νάουσα. "Όσες ήξεραν να ράβουν διόρθωναν πάνω μας τα φουστάνια που μας έδωσαν. Πολλές ήταν στο βουνό δύο και τρία χρόνια. Τα μαλλιά κοτσίδες, πού καιρός για χτένισμα. Αρχίσαμε να κόβουμε τα μαλλιά μας, να τα τυλίγουμε σε ρολά, να περιποιόμαστε". 

Η Τασκένδη είχε πολλά εργοστάσια. Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την παραγωγή και επεξεργασία βαμβακιού. Υπήρχε εργοστάσιο, εκκοκκιστήριο, υφαντουργείο, κλωστοϋφαντουργείο, αλλά και εργοστάσιο για ράδιο, λάμπες αεροπλάνων, υποβρυχίων. Εργοστάσιο βαριάς βιομηχανίας, εργοστάσιο παραγωγής μπύρας, σαμπάνιας και άλλα πολλά. Το Ουζμπεκιστάν είναι πλούσιο σε πρώτες ύλες, φυσικό αέριο, πετρέλαιο, πλούσιο σε γεωργικά προϊόντα. 

Εγώ έφτασα στην Τασκένδη τον Απρίλη του 1954. Ύστερα από δύο χρόνια που έμεινα στη Ρώμη περιμένοντας τη σοβιετική βίζα. Πολύ αργότερα κατάλαβα πως αν ήθελε ο Ζαχαριάδης θα μιλούσε στους Σοβιετικούς και θα την έπαιρνα σε λίγες μέρες. Αλλά δεν μίλησε γιατί ο Γιώργος δεν ήτανε από τους κολλητούς του. 

Μια φορά τον συνάντησα στη ζωή μου τον Ζαχαριάδη, λίγο αφού έφτασα στην Τασκένδη. Ήρθε για ένα συνέδριο. Καθόμουνα κοντά στον διάδρομο, στην αίθουσα του συνεδρίου. Ο Ζαχαριάδης πέρασε από δίπλα μου. Κάποιος φαίνεται τον πληροφόρησε ποια είμαι. Κοντοστάθηκε, με κοίταξε και είπε: "Σου ψήσαμε το ψάρι στα χείλι για να σε φέρουμε". 

***

[1] Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, Πρακτικά Ημερίδας, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2011.