Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Η καρδιά κυνηγάει μονάχη


Heart is a lonely hunter when there's no sign of love in sight.
Carson MCullers

Emanuel Romano (1897–1984)
Portrait of Carson McCullers
Σε μια μικρή πόλη του Αμερικάνικου Νότου, γύρω από μια χρεωκοπημένη πανσιόν και ένα παλιό καφέ-μπαρ, μια ομάδα ανθρώπων που ζουν και ονειρεύονται: δυο κωφάλαλοι, μια έφηβη γεμάτη μουσική, ένας μαρξιστής γιατρός, ένας σιωπηλός καφετζής, ένας αλκοολικός πρώην συνδικαλιστής. Λευκοί και νέγροι, ευκατάστατοι και φτωχοί, έχουν όλοι τους ένα κοινό χαρακτηριστικό· τη μοναξιά.  

Τα μέρη που κινούνται αλλάζουν, αλλά το σκηνικό παραμένει πάντοτε ίδιο. 

Μια λουρίδα παρατημένης έκτασης, που συνόρευε με σειρές σάπια καλύβια, και κάπου κοντά μια βαμβακουργία, μια υφαντουργία ή ένα εργοστάσιο εμφιάλωσης. Και οι άνθρωποι ήταν ίδιοι, εργάτες και νέγροι οι περισσότεροι. Με τα κίτρινα φώτα του το λούνα παρκ ήταν φανταχτερό και κακόγουστο τα βράδια. Τα ξύλινα αλογάκια έκαναν κύκλους στο ρυθμό της μουσικής. Οι τροχοί γύριζαν, ο πάγκος γύρω από τους πλαστικούς κρίκους ήταν πάντα γεμάτος κόσμο. Στις δυο παράγκες πουλούσαν αναψυκτικά, καφετιά χάμπουργκερ και ζαχαρωτά. 

Για τους ήρωές της η Μακ Κάλερς λέει πως δεν είναι ούτε παλαβοί, ούτε αλλόκοτοι, παρόλο που σου δίνουν αυτή την εντύπωση όταν τους πρωτογνωρίζεις. Νομίζεις πως κάτι δεν πάει καλά, κάτι στραβό έχουνε πάνω τους ή κάτι κρύβουν. Αλλά τελικά διαπιστώνεις πως είναι φυσιολογικοί άνθρωποι. Το κορμί τους είναι κανονικό. Αυτό που τους κάνει να διαφέρουν είναι το μυαλό τους.  Θα μπορούσαν να έχουν κάνει φυλακή ή να έχουν σπουδάσει στο Χάρβαρντ, να είναι εγκληματίες ή σοφοί, φθονεροί ή άκακοι, νέγροι ή λευκοί. Όπως όλοι οι άνθρωποι. 

Οι ίδιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι οτιδήποτε. Ακόμη και το φύλο τους μοιάζει να είναι θέσει και όχι φύσει δοσμένο.

Γιατί δεν έβλεπαν, ούτε κι οι έξυπνοι ακόμα, πως ο άνθρωπος ανήκει και στα δύο φύλα; Έτσι που να μην είναι ο γάμος ή το κρεβάτι το παν στη ζωή. Η απόδειξη; Τα ίδια τα νιάτα και τα γερατιά. Γιατί οι άντρες αποκτάνε συχνά φωνή διαπεραστική σαν γεράσουν και γίνεται ναζιάρικη η περπατησιά τους, Κι οι γριές χοντραίνουν πολύ μερικές φορές και έχουν φωνές βαθιές και τραχιές και βγάζουν χνούδι πάνω από τα χείλια τους, σαν  μικρό μουστάκι. 

Η θέση μας στον κόσμο λοιπόν είναι αυτή που καθορίζει τα πάντα; Μπορούμε να την αλλάξουμε; Γιατί οι νέγροι αυτής της μικρής πολιτείας δεν μπορούν να διεκδικήσουν την αξιοπρεπή διαβίωσή τους στον "κόσμο των λευκών"; Γιατί δεν μπορούν πουθενά να αδελφωθούν παρά μόνο στην εκκλησία; Ο γιατρός Κόουπλαντ γυρίζει από δω κι από κει, κηρύττει "την αλήθεια του μαρξισμού" και τελικά δεν καταφέρνει να πείσει ούτε την οικογένειά του. Η γυναίκα του τον εγκαταλείπει και τα παιδιά του τον αποστρέφονται. Βρίσκουν παρηγοριά στο κήρυγμα της Κυριακής. Και ο πρώην συνδικαλιστής Τζέηκ, που είναι ομοϊδεάτης του γιατρού, δεν συμφωνεί σε τίποτα μαζί του. 

Βλέπει να έρχεται πόλεμος. Βλέπει πως όταν υποφέρουν έτσι οι άνθρωποι γίνονται κακοί κι άσκημοι και κάτι πεθαίνει μέσα τους. Το κυριότερο όμως είναι που βλέπει ότι ολόκληρο το σύστημα του κόσμου είναι χτισμένο πάνω σ' ένα ψέμα. Κι είναι ένα ψέμα ολοφάνερο, μα αυτοί που δεν ξέρουν έχουν ζήσει τόσο καιρό μαζί του που δεν μπορούν να το δουν.

Henri Cartier Bresson
Κι έτσι όλοι παλεύουν, ο καθένας με τον τρόπο του. Κι όταν δεν τα καταφέρνουν, έχουν όλοι τους ένα κοινό καταφύγιο. Τον κωφάλαλο κύριο Σίνγκερ. Έναν άνθρωπο που δεν απαντά στα αδιέξοδά τους, αλλά δείχνει να καταλαβαίνει όλα όσα εκείνοι αισθάνονται. Ίσως και περισσότερα. 

Το μόνο που μας  μένει είναι να γυρνάμε και να λέμε την αλήθεια. Και μόλις μάθουν αυτή την αλήθεια αρκετοί από τους μη γνωρίζοντες, τότε δε θα χρειάζεται να πολεμάμε. 

Λίγο προτού ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κάρσον Μακ Κάλερς  ζωφραφίζει με πρωτότυπη ποιητική ευαισθησία μια αμερικανική μικροκοινωνία του Νότου. Σήμερα, πόσα έχουν αλλάξει εκεί κάτω; 

***

Κάρσον Μακ Κάλερς, Η καρδιά κυνηγάει μονάχη (μτφρ. Βικτώρια Τράπαλη), Εξάντας, Αθήνα 1981. 

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου