Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

305: Νομισματοκοπείο - Άρτεμις (Αγ. Νικόλαος)



'Ωρα εβδόμη πρωινή ξεκινώ από το σπίτι, για να πάρω το 305. Γραμμή Νομισματοκοπείο - Άρτεμις. Τον χειμώνα, οι διαδρομές προς το διακόνημά μου  είναι ζοφερές. Περίοικοι σιγοπερπατούν με τα μικρά τους τετράποδα στις αλάνες της γειτονιάς. Περνώ μέσα από τις καλαμιές, αισθάνομαι την υγρασία από τα μπαζωμένα ρέματα, μυρίζω τα καμένα λάστιχα του καταυλισμού των Γύφτων και μετά από ένα δεκάλεπτο φτάνω στη Μεσογείων. 

Ώρα εβδόμη και δέκα πρώτα λεπτά. Στη λεωφόρο τα φώτα είναι ακόμη αναμμένα. Το φανάρι είναι πάντοτε κόκκινο, περιμένω στη διάβαση, ανάβει Γρηγόρης, τα φώτα σβήνουν, περνώ απέναντι. 

Ώρα εφτά και τέταρτο. Στο λεωφορείο οι γνωστοί-άγνωστοι. Χειμερινές κολυμβήτριες και χειμερινοί κολυμβητές. Κύριοι και κυρίες του Χολαργού με αθλητικές τσάντες και περιποιημένο μαλλάκι συνεχίζουν τα μπάνια τους στη Λούτσα. Συναντιούνται στις εκδηλώσεις τις ενορίας τους τα Σαββατοκύριακα και στο 305 τις καθημερινές. Φτάνουν στη θάλασσα στις οκτώ και τέταρτο. Κάνουνε μπάνιο μέχρι τις εννιά και τέταρτο. Στεγνώνουν μέχρι τις δέκα παρά τέταρτο. Παίρνουν το λεωφορείο της επιστροφής στις δέκα. Έντεκα η ώρα είναι σπίτια τους. Στις δώδεκα το φαγητό στον φούρνο. Το αυτό μέχρι τα Χριστούγεννα. 

Πολλές φορές επιβαίνουν κυρίες διαφόρων αδελφοτήτων ή μάρτυρες του Ιεχωβά. Με ρωτούν για τους νέους σήμερα και πώς τους διδάσκω να "φεύγουν τον πειρασμόν" τώρα με τα κομπιούτερ. Μου έχουν χαρίσει δύο φορές προσευχηταράκια και μία φορά εκκλησιαστικό περιοδικό για νέους, με άρθρα για τις θέσεις της εκκλησίας σχετικά με ελληνοτουρκικές σχέσεις, ανέκδοτα για νεολαίους και προσευχούλες.

Κάθε πρωί ένας μαυρούλης κύριος κάθεται στη δεύτερη σειρά του λεωφορείου. Τα ρούχα του μοσχοβολούν, φορά ένα ελαφρύ άρωμα και είναι καλοντυμένος. Η θέση δίπλα του είναι πάντοτε άδεια, όσοι κι αν είναι οι όρθιοι επιβάτες. Οι κυρίες θα σκότωναν για μια θέση στο λεωφορείο, αλλά ευχαρίστως παραχωρούν τη θέση "δίπλα στον μαύρο". Καλημεριζόμαστε χαμογελαστοί, σηκώνεται και με αφήνει να καθίσω πλάι στο παράθυρο. Είναι ο διπλανός μου. 

Στην επιστροφή το μεσημέρι, εργάτες με ροζιασμένα χέρια και μαύρα νύχια, άστεγοι, άνθρωποι που δεν έχουν τόπο να πλυθούν, γιαγιάδες που προσέχουν εγγόνια και επιστρέφουν με άδεια τάπερ, μια τρελή που μασάει τα δάχτυλά της, πολλά γυφτάκια που παίζουν με τα κινητά τους και τραγουδούν δυνατά μέχρι να φτάσουμε στο Νομισματοκοπείο. Όλοι παραμιλούν.  Όλο το λεωφορείο παραμιλά. Μέχρι το Νομισματοκοπείο. Μετά κατεβαίνουμε αμίλητοι. Όλοι ξέρουμε πως θα ξανασυναντηθούμε.

***


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου