Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Φθινόπωρο


Κάτω στης λαγκαδιάς το χάσμα άγρια περικοκλάδια πλεγμένα σε κουμαριές και σκίνα και σε ρείκια σχημάτιζαν λόχμες, μικρούς θόλους που έφεγγαν βιολετοκόκκινοι όταν άνοιγαν τα ρείκια, έλαμπαν ασπριδεροί με μουντούς, παρδαλούς τόνους όταν άνθιζαν τα περικοκλάδια.

Το δειλινό έβαψε ρόδινα, ρόδινα  ωχρά τα τζάμια μια στιγμή, έπειτα έριξε μια θολοκίτρινη χλομάδα που κρεμάστηκε σταχτιά, μουντή κ’ έμοιαζε και ήταν σα να κρεμάστηκε και να σταμάτησε σταχτιά, μουντή και η ώρα απάνω τους·  

Το χειμώνα κάποιες φορές το κρύο γίνεται τσουχτερό. Και στην Αθήνα. Μια από τις πιο δύσκολες αποφάσεις της ημέρας, να ανάψεις το καλοριφέρ. Αν το ανάψεις θα κάψει πετρέλαιο. Τα λιγοστά  δέντρα της πόλης είναι γυμνά, τα φώτα ανάβουν νωρίτερα, η μέρα μικραίνει. Ρίχνεις κλεφτές ματιές στα σπίτια που δεν έχουν κλείσει τις κουρτίνες. Σε πείσμα όλων, οι αμυγδαλιές επιμένουν ν’ ανθίζουν.

 Την άνοιξη αρχίζουν οι πρώτες μυρωδιές, η ανθοφορία είναι αισθητή παντού. Αλλάζεις την ώρα, περιμένεις το καλοκαίρι. Οι πιο τολμηροί βουτούν τα πόδια στη θάλασσα. Κι όταν το καλοκαίρι έρθει, βυθίζεσαι στη ραστώνη του. Τζιτζίκια, τριζόνια, ζέστη, φρούτα πολλά. 

Και το φθινόπωρο; Φοράς μια ζακέτα παραπάνω. Οι λογαριασμοί αρχίζουν να φουσκώνουν. Στη λαϊκή, τα ρόδια και τα κάστανα σου υπενθυμίζουν ότι τελείωσε το καλοκαίρι. Υποχρεώσεις. Νιώθουμε την αλλαγή της εποχής επειδή ο κόμπος αρχίζει να ανεβαίνει στο λαιμό και να μας σφίγγει. Όσοι ζούμε στην πόλη δεν έχουμε τη χαρά να δούμε τη φύση να κοκκινίζει. Ο ερχομός του φθινοπώρου γίνεται αισθητός με το χειρότερο δυνατό τρόπο: φέρνοντας άγχος. Κακή συνήθεια που άφησε το σχολείο. 

Τέτοιες σκέψεις και συνειρμοί μού έφεραν στο μυαλό το Φθινόπωρο του Κωσταντίνου Χατζόπουλου. Ξεκινάς να διαβάζεις και δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις ποιος είναι ποιος, τι σχέση έχουν τα πρόσωπα μεταξύ τους. Ο Στέφανος είναι ερωτευμένος με τη Μαρίκα, κόρη αποθανόντος νομάρχου. Ένας πόθος σιγοκαίει μέσα του για την ξαδέρφη Ευανθία, αδυναμία της μητέρας του, της Κατίγγως που για κάποιον ανείπωτο λόγο εχθρεύεται η Αγλαΐα, μητέρα της Μαρίκας. Μια γιαγιά, ένας παππούς κρυμμένος πίσω από το παράθυρο -«αγωγός του φόβου και του αγνώστου» κατά τον Τέλλο Άγρα-, ένας νομάρχης που προσφέρεται για γάμο, ένας στρατηγός, μια ατμόσφαιρα υποβλητική. Φθινόπωρο. Υγρασία, πλήξη,  μελαγχολία, οδύνη και ένας θάνατος.  

Στο βιβλίο οι διάλογοι είναι πολλοί. Τα πρόσωπα συχνά συνομιλούν μεταξύ τους. Και δε λένε τίποτα. Υπονοούμενα, υπαινιγμοί, μυστικά που πονάνε. Πίσω από τα κουτσομπολιά για τη ζωή της μικρής επαρχιακής πόλης νιώθεις ότι κρύβεται κάτι άλλο. Και διαβάζεις, διαβάζεις, περιμένεις κάποιος να το ξεστομίσει, να το ψιθυρίσει, νιώθεις ότι κρυφακούς, αλλά τελικά η Μαρίκα πεθαίνει. Δεν ξέρεις γιατί, ξέρεις όμως ότι κάποιο μυστικό παίρνει μαζί της. Και μέσα σε όλα αυτά, η μικρή Ευανθία ξεχωρίζει. Τρέχει, παίζει, γελάει σα μικρό κορίτσι, κοροϊδεύει. Μια ηχηρή παραφωνία. Η χαρά της μοιάζει με φάλτσο. 

Το Φθινόπωρο αποτέλεσε σταθμό στα ελληνικά γράμματα ως το μοναδικό συμβολιστικό πεζογράφημα. Ο λόγος του Χατζόπουλου εδώ γίνεται «ποιητικότερος, [...] μουσικότερος, με τάσεις προς τη συμβολιστική ασάφεια, αοριστία και υποβλητικότητα». 

Τελειώνεις την ανάγνωση, νιώθεις ότι έχει σκοτεινιάσει. Έξω έχει ομίχλη, πλησιάζει φθινόπωρο. Κι αυτό που σου μένει είναι ένας καμβάς γεμάτος θαμπές αποχρώσεις.

 
Έξω, εμπρός στο παράθυρο μια λεύκα σιγοκινούσε τα φύλλα της κοκκινισμένα. Τα πεύκα πλάι ίσκιωναν την αυλή βαριά.

Ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναφύσηξε τον καπνό, κι ο καπνός σκόρπισε ωχρογάλανος γύρω στο πρόσωπο της Ευανθίας· έπειτα χρωματίστηκε μενεξεδένιος κ΄έσβησε σταχτοκίτρινος, πρασινωπός.

Σώπασαν λίγες στιγμές. Από κάτω ανέβαινε η υγρασία της νοτισμένης γης. Η μισομαδημένη λεύκα έμενε ακίνητη· μόνο σε μια άκρη ενός κλαδιού σάλευαν δυο καρδερίνες. Στην αντικρινή ταράτσα παρδαλές πλατειές κουβέρτες απλωμένες έμοιαζαν σημαίες που με το κόκκινό τους βάθος έδιναν όψη φαιδρή την ερημιά του μικρού δρόμου. 

Ο αέρας σφύριζε μελαγχολικά στα κιτρινισμένα βούρλα και στη μαδημένη καλαμιά. Η γιαγιά έφερνε τότε τα παιδιά έξω στους λόφους πίσω από το κάστρο, όπου ο ήλιος έλαμπε χαρωπά στη νέα χλόη.



*** 

Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Φθινόπωρο, Νεφέλη, Αθήνα 1987.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου