Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Τι είναι η Ιστορία;


          
Τι είναι η Ιστορία; Ένα μάθημα που διδάσκουμε στο σχολείο; Αυτή η περίφημη πρώτη ανάθεση των φιλολόγων, δεύτερη ανάθεση των ξενόγλωσσων; Το μήλον της έριδος μεταξύ συναδέλφων; Τα παιδιά μιας επαρχιακής πόλης προβάρουν στον ελεύθερο χρόνο τους τον εικονικό πνιγμό της δασκάλας τους γιατί κατά τη γνώμη αυτών και των γονιών τους δε διδάσκει την αληθινή Ιστορία. Ποια αληθινή Ιστορία έχουν στο μυαλό τους άραγε; Πόσο αληθινή ήταν η Ιστορία του σχολικού βιβλίου της ΣΤ' τάξης του Δημοτικού που επιμελήθηκε η κυρία Ρεπούση και για το οποίο έγινε τόσο σούσουρο και πόσο αληθινή η Ιστορία του βιβλίου που αυτό αντικατέστησε; 

Στο μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου, Απόψε δεν έχουμε φίλους το θέμα της Ιστορίας είναι κυρίαρχο. Ο Ντόκος λίγο πριν εγκαταλείψει οριστικά τις σπουδές του επισκέπτεται τον κρατούμενο καθηγητή Νικοφορίδη και συζητούν.        

Τον ίδιο  μήνα, ο Ντόκος αποφάσισε να επισκεφθεί τον Νικηφορίδη στο στρατόπεδο. Δεν είχε πια τη φοιτητική ιδιότητα, πράγμα που, όπως φάνηκε, διευκόλυνε τα πράγματα. Του πήγε πεσκέσι λάχανο βρασμένο κι ένα μήλο, κόκκινο, τραγανό, Κύριος oίδε πού το βρήκε και το έφερε. Είχε ακούσει πως οι κρατούμενοι δεν έτρωγαν το φαγητό του στρατοπέδου, εκτός κι αν ήταν σε απόγνωση.  Στην πόλη κυκλοφορούσε η φήμη πως, παρ’όλη την πείνα που τους θέριζε, έχυναν στους νεροχύτες τα ζουμιά που τους τάιζαν, μαζί με κάτι γκρίζα βρομερά κομμάτια που οι Γερμανοί βάφτιζαν άλλοτε φασόλια, άλλοτε μακαρόνια κι άλλοτε ντομάτες ή παντζάρια.
-Τι κάνετε, κύριε καθηγητά;
Ο Ντόκος  τού απευθυνόταν πάντα με σεβασμό που περίσσευε. Όταν τον έβλεπε στο δρόμο, έσπευδε να τον χαιρετίσει με χαμηλωμένο το κεφάλι. Μέριαζε να περάσει ο καθηγητής, ύστερα τον ακολουθούσε με το βλέμμα του.
- Έχω περάσει και καλύτερα, παιδί μου.
 Ο Νικηφορίδης χαμογέλασε. Τα μάτια του πίσω από τους χοντρούς φακούς έδειχναν κουρασμένα.
- Θα βγείτε γρήγορα, κύριε καθηγητά. Θα καταλάβουν ότι είναι παρεξήγηση.
- Ου μπλέξεις, ήταν η απάντηση του Νικηφορίδη. Εσύ τι κάνεις, παιδί μου; Προσπάθησα να επανορθώσω το πρόβλημα που σου δημιούργησαν, αλλά στάθηκε αδύνατο. Δεν υπήρχε σύννομος τρόπος αντιμετώπισης.
- Εγκατέλειψα τη σχολή. Δεν έχω τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσω τις σπουδές μου.
Ο Νικηφορίδης δε σχολίασε. Του έσφιξε το χέρι.
- Κύριε καθηγητά, ο Ντόκος χαμήλωσε με αγωνία τη φωνή, εσείς πιστεύετε πως ο κομμουνισμός είναι η λύση; Έτσι θα αντιπαλέψουμε το ναζισμό; 
Ο Νικηφορίδης  έβγαλε τα γυαλιά του και χνότισε. Τα σκούπισε στο πουκάμισό του.
- Δεν ξέρω, παιδί μου, είπε στο τέλος.
Και συνέχισε:
- Θα σου πω κάτι, που δε γνωρίζουν πολλοί. Κατάγομαι από το Βατούμ της Ρωσίας. Πριν από λίγα χρόνια, τον Δεκέμβριο του 1937, ξεκίνησε η «Ελληνική Επιχείρηση». Το διάταγμα υπέγραψε ο Στάλιν, τη διαταγή εξόντωσης ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Γέζοφ.  Όσοι άρρενες Πόντιοι είχαν πατήσει τα δεκάξι συνελήφθησαν. Αιτιολογία σύντομη και σαφής: Θεωρήθηκαν ύποπτοι για κατασκοπεία, σαμποτάζ, επαναστατική και εθνικιστική αντισοβιετική δραστηριότητα.  Οι πιο πολλοί θανατώθηκαν, ελάχιστοι κατάφεραν να γυρίσουν. Ο Μεταξάς σιώπησε, δεν ήθελε να πλημμυρίσουν Έλληνες «κομμουνιστές» τη χώρα του. Εγώ είχα φύγει από χρόνια για σπουδές, είχα ανδρωθεί στην Ευρώπη, ήμουν καθηγητής σε ελληνικό πανεπιστήμιο, γλίτωσα. Όμως η μάνα μου πέθανε στα γκούλαγκ. Ομαδικός τάφος. Κανεί δεν ξέρει πού την πέταξαν 
Σώπασε για λίγο.
- Θέλω να πω, σχολίασε κοιτώντας στα μάτια το φοιτητή του, εγώ, παιδί μου, δεν μπορώ να γίνω κομμουνιστής. Αδύνατον. Μου σκότωσαν τη μάνα.
Έσφιξε τα χείλη και συμπλήρωσε πικρά:
- Όπως καταλαβαίνεις, παιδί μου, η Ιστορία είναι υπόθεση πολύ προσωπική. Πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα σου και ύστερα διαλέγεις πλευρά. (σσ. 107-108)

Σε κάποιο άλλο σημείο, ο καθηγητής, αφού έχει ακούσει προσεκτικά ένα φοιτητή του να αγορεύει παθιασμενα για το καθήκον του ιστορικού, αναφέρει τα εξής:   
 
 [...] Γράφουμε ό, τι γράφουμε. Αν έχει κάποια απήχηση, καλώς. Αν ασκεί κάποια επιρροή, ακόμα καλύτερα. Αν βοηθά ανθρώπους, υπέροχα. Αλλά δεν μπορείς να ξεκινάς λέγοντας «θα τους ανοίξω το μυαλό». Όταν παράγεις μανιφέστα, παιδιά μου, τίποτα από όσα λες δε μετράει. Ο ιστορικός οφείλει να έχει συνείδηση ότι θα ξοδέψει μέρος της ζωής του εξερευνώντας πολύ οδυνηρά πράγματα. Ίσως καταφέρει να διαφωτίσει τους αναγνώστες του, όπως λες. Αυτό δε θα κρατήσει παρά ελάχιστα. Σε μια βδομάδα θα έχουν επιστρέψει στη ρουτίνα τους. Λυπάμαι που το λέω, παιδί μου. Αλλά ο κόσμος δε θα αλλάξει ό, τι κι αν πουν οι ιστορικοί. (σελ. 156)

Πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις σχετικά με το τι είναι Ιστορία μπορεί να βρει κανείς και στο εξαιρετικό μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς, Ένα κάποιο τέλος. Σε μια συζήτηση μεταξύ του καθηγητή Ιστορίας και των μαθητών του διαβάζουμε τα εξής:


Στο τελευταίο μάθημα Ιστορίας της χρονιάς, ο γερο-Τζο Χαντ, που είχε οδηγήσει τους μισοκοιμισμένους μαθητές του από τους Τυδόρ και τους Στιούαρτ, στους Βικτοριανούς και τους Εδουαρδιανούς και στην Άνοδο και τη μετέπειτα Πτώση της Αυτοκρατορίας, μας ζήτησε να κάνουμε μια αναδρομή σε όλους αυτούς τους αιώνες και να προσπαθήσουμε να βγάλουμε συμπεράσματα.
«Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με τη φαινομενικά απλή ερώτητηση: τι είναι η Ιστορία; Τι λες εσύ Γουέμπστερ;»
«Ιστορία είναι τα ψέματα των νικητών» απάντησα μάλλον υπερβολικά βιαστικά.
«Ναι, το φοβόμουν ότι αυτό θα έλεγες. Εντάξει, αρκεί να έχεις κατά νου ότι είναι επίσης και οι αυταπάτες των ηττημένων. Σίμπσον;»
Ο Κόλιν ήταν καλύτερα προετοιμασμένος απ’ ό,τι εγώ. «Η Ιστορία είναι ένα άψητο σάντουιτς με κρεμμύδι, κύριε».

«Για ποιο λόγο;»
«Γιατί επαναλαμβάνεται, κύριε. Σαν ρέψιμο. Το είδαμε ξανά και ξανά τούτη τη χρονιά. Πάντα η ίδια ιστορία, η ίδια ταλάντωση ανάμεσα στην τυραννία και την εξέγερση, στον πόλεμο και στην ειρήνη, στην ευημερία και την ένδεια».

«Δεν νομίζεις ότι είναι κάπως πολλά όλα αυτά για να χωρέσουν σ’ ένα σάντουιτς;»

Γελάσαμε πολύ περισσότερο απ’ όσο απαιτούσε η περίσταση, μ’ εκείνη την υστερία του τέλους της σχολικής χρονιάς.

«Φιν;»
«Ιστορία είναι η βεβαιότητα που δημιουργείται στο σημείο που οι ατέλειες της μνήμης συναντούν τις ανεπάρκειες της τεκμηρίωσης».
«’Ωστε έτσι; Πού το βρήκες αυτό;» 
«Το είπε ο Λαγκράνζ, κύριε. Ο Πατρίκ Λαγκράνζ· ένας Γάλλος».
«Ναι, το φαντάζομαι. Θα ήθελες να μας δώσεις ένα παράδειγμα;»

«Η αυτοκτονία του Ρόμπσον, κύριε».

Πολλοί πήραν βαθιά ανάσα, πράγμα που έγινε αισθητό, ενώ μερικά κεφάλια στράφηκαν ασυλλόγιστα προς το μέρος του. Ωστόσο ο Χαντ, όπως έκαναν και οι άλλοι καθηγητές, επιφύλασσε ειδική μεταχείριση στον Έιντριαν. Όταν οι υπόλοιποι από εμάς προσπαθούσαμε να προκαλέσουμε, αυτό αγνοούνταν σαν παιδιάστικος κυνισμός –κάτι ακόμη από το οποίο θα απαλλασσόμασταν μεγαλώνοντας. Οι προκλήσεις όμως εκ μέρους του Έιντριαν ήταν κατά κάποιο τρόπο ευπρόσδεκτες σαν αδέξιες αναζητήσεις της αλήθειας. 

Τόσο προσωπική υπόθεση είναι η Ιστορία λοιπόν; Πάντως, μάλλον δεν είναι ένα άψητο σάντουιτς με κρεμμύδι...

*** 


Σοφία Νικολαΐδου, Απόψε δεν έχουμε φίλους (μτφρ. Θωμάς Σκάσσης), Μεταίχμιο 2010, σελ.272
Τζούλιαν Μπαρνς, Ένα κάποιο τέλος, Μεταίχμιο 2011, σελ. 216


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου