Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019

Κενός έρωτας
















Η Κούλα τραβήχτηκε λίγο κατά πάνω και με κοίταξε. "Άιντε, ξεντύσου" μου 'πε.
Εγώ τότε αρχίνισα κι έβγαζα τα ρούχα μου. Η Κούλα έσβησε το τσιγάρο, έκανε μια φου! στη λάμπα, κι ύστερα μ' άρπαξε δυνατά απ' το χέρι και με τράβηξε μες στα σκεπάσματα. 
Εκεί από κάτω, ζεστά πολύ ήταν, κι απόξω ακούγονταν ο αέρας που χτύπαγε τα τσίγκια στις σκεπές. 
Η Κούλα τότε με πήρε και με τράβηξε κατά τα μέσα της. Εκεί πού 'χε τα ποδάρια της μ' έχωσε, κι εμένα μου 'ρχόταν ανατριχίλα. 
Όλα μαλακά ήταν εκεί μέσα και γλιστερά. Εγώ στη μέση ήμουν, κι αποδώ κι αποκεί ήταν η Κούλα. Απ' όλες τις μπάντες, η Κούλα ήταν! Κι εγώ, από μέσα μου έβγαινα και πεταγόμουν! Σαν την κότα που τη σφάζουν πεταγόμουν, και μέσα στην Κούλα πήγαινα. Μέσα της πήγαινα με δύναμη κι έσβηνα, γιατί μοναχά η Κούλα ήταν εκεί. 
Μετά όμως η Κούλα έκανε μια έτσι και τραβήχτηκε, κι εγώ σα μοναχός μου έμεινα. Πιο πολύ μοναχός μου κι από τα πριν ήμουν, και κρύωνα. [1]

***

[1] Νίκος Χουλιαράς, Ο Λούσιας, Νεφέλη, Αθήνα 1987. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου