Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Λισσαβώνα, Λισαβόνα


Έξω ελλοχεύει η ατλαντική νύχτα, με ανέμους το καλοκαίρι, με ομίχλες τις υπόλοιπες εποχές του χρόνου. Είναι καιρός να επιστρέψουμε στη Λισαβόνα, είναι σχεδόν μεσάνυχτα[1]. 

Λισσαβώνα, Λισαβώνα, Λισσαβόνα, Λισαβόνα... Μια πόλη που προβληματίζει με την ορθογραφία της. Απαντά σε όλες τις μορφές, σωστές ή λανθασμένες. Μια πόλη-παραίσθηση, όπως το όνειρο που βλέπει εκείνο το καλοκαιριάτικο απόγευμα ο πρωταγωνιστής του Αντόνιο Ταμπούκι στο "Ρέκβιεμ". Μπαίνει στο όνειρό του, μεταφέρεται σε έναν από τους μόλους του λιμανιού, περνά μέσα από τον καθρέφτη και τότε το όνειρο γίνεται πραγματικότερο από κάθε πραγματικότητα. 

 
Aρχίζει η διαδρομή. Από την Αλκάνταρα στο καφέ Μπραζιλέιρα, στο Νεκροταφείο των Απολαύσεων, σ' ένα παλιό διαμέρισμα δίπλα στο Σε, στη συνοικία του Σάου Ζορζέ και πάει λέγοντας. Μια πολύχρωμη μάζα σπιτιών σκαρφαλωμένη σε επτά λόφους, ανηφορικοί δρόμοι, κίτρινα τραμ, ταπεινά σπίτια, φτωχικές συνοικίες, γεράκοι που ξαποστένουν στα παγκάκια, μπιλιαρδάδικα, ιερόδουλες, τα νερά του Τάγου, απόκρημνα βράχια, φάροι που περιμένουν.  Ιστορίες θαλασσοπόρων που τις ψιθυρίζει ο βρυχηθμός του ωκεανού.

...η πόλη είναι πλατιά, όπως πλατιά είναι και η ψυχή του ανθρώπου που στην ιστορία μου την διατρέχει αναζητώντας αναμνήσεις και φαντάσματα [2].


 



 Ω, ξανά ιδωμένη λύπη, Λισαβόνα του άλλοτε
και του σήμερα!
Τίποτα μη μου δίνετε, τίποτα μη μου 
παίρνετε,
τίποτα δεν είσθε που να νιώθω.

Αφήστε με ήσυχο! Δε θ' αργήσω, εγώ ποτέ
δεν αργώ...
Κι όσο αργεί η Άβυσσος κι η Σιωπή θέλω να 
μείνω μόνος! [3]

Ύστερα, ένας ποιητής. Ένας ποιητής που έζησε στα όρια της ανυπαρξίας. Που εφάρμοσε το "λάθε βιώσας" όσο κανείς άλλος. Που φύλαξε στο μπαούλο του χιλιάδες αδημοσίευτες σελίδες. Που μας ανησύχησε με το "Βιβλίο της ανησυχίας" του, ένα βιβλίο τόσο μικρό και τόσο μεγάλο. 










Πάλι σε ξαναβλέπω
Πόλη των παιδικών μου χρόνων, τρομαχτικά 
χαμένη... 
Πόλη της λύπης, πόλη της χαράς, που πάντα ονειρεύομαι...
Εγώ; Είμαι εγώ αυτός που έζησα εδώ, κι εδώ
γύρισα πάλι;
Και γύρισα, και ξαναγύρισα και πάλι
ξαναγύρισα; 
Ω, όλα μου τα εγώ που ήτανε εδώ
Ήτανε μια σειρά λογαριασμών, με κλωστή
μνήμης ραμμένη
Μια σειρά από όνειρα δικά μου ή κάποιου 
άλλου
Έξω από μένα; [4]











Πολύχρωμα azulejos κοσμούν ιστορικά κτίρια, μνημεία, εκκλησίες, σπίτια και τραμ. Καραβέλες, σκηνές από υπερατλαντικά ταξίδια, σκηνές από την καθημερινή και τη θρησκευτική ζωή, μυθικά όντα και μαντόνες προστατεύουν την πόλη από το αγιάζι και τα χτυπήματα του ωκεανού, κάνοντάς τη να μοιάζει με καλειδοσκοπική παραίσθηση. Κάθε ματιά στη Λισαβόνα κι ένα κρυφοκοίταγμα στα χρωματιστά γυαλιά, τα συμμετρικά κάτοπτρα, το ψυχεδελικό παιχνίδι της.



Γυρίζω στους δρόμους μέχρις ότου πέσει η νύχτα, με μια αίσθηση ζωής που μοιάζει σ' αυτούς τους δρόμους. Τη μέρα είναι γεμάτοι με μια οχλοβοή που δεν σημαίνει τίποτα. Τη νύχτα είναι γεμάτοι από μια απουσία οχλοβοής που επίσης δεν σημαίνει τίποτα. Εγώ, την ημέρα είμαι ένα τίποτα και τη νύχτα είμαι εγώ. Δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε μένα και τους δρόμους του λιμανιού, εκτός από το ότι αυτοί είναι δρόμοι κι εγώ ψυχή, διαφορά που μπορεί να μην έχει κανένα νόημα μπροστά σ' αυτό που είναι η ουσία των πραγμάτων [5].


Τραγούδια που μιλούν για τους φτωχούς, τους ναυτικούς, τη θάλασσα. Τραγούδια που γέννησε μια λέξη που λίγοι μπορούν να ερμηνεύσουν.

Saudade: "Μελαγχολία που οφείλεται στην ανάμνηση ενός χαμένου πλέον αγαθού. Πόνος που προκαλείται από την απουσία ενός αγαπημένου αντικειμένου. Γλυκιά και ταυτόχρονα θλιβερή ανάμνηση ενός αγαπημένου προσώπου". 

Λέξη που παντρεύει το πιο σπαρακτικό με το πιο τρυφερό συναίσθημα. Λέξη όπου συναντιούνται η νοσταλγία για το παρελθόν με την επιθυμία για το μέλλον.


Για να καταλάβουμε, επομένως, τι είναι η saudade τίποτα το καλύτερο από το να τη νιώσουμε άμεσα. Η καλύτερη στιγμή είναι προφανώς το δειλινό, που είναι η κανονική ώρα της saudade, αλλά καλά είναι και κάποια βράδια γεμάτα με ατλαντική ομίχλη, όταν πάνω στην πόλη κατεβαίνει ένα πέπλο και ανάβουν τα φώτα. Εκεί, μόνοι σας, κοιτάζοντας αυτό το πανόραμα μπροστά σας, ίσως σας καταλάβει μια αίσθηση σπαραγμού. Η φαντασία σας, κάνοντας ένα άλμα στον χρόνο, θα σας κάνει να σκεφτείτε πως όταν πια έχετε επιστρέψει στο σπίτι σας και τις συνήθειές σας, θα σας πιάσει η νοσταλγία της προνομιακής στιγμής της ζωής σας, όταν βρισκόσασταν σε ένα πανέμορφο και μοναχικό δρομάκι της Λισαβόνας και κοιτάζατε ένα σπαρακτικό πανόραμα. Να, ο κύβος έχει ριχτεί: νιώθετε νοσταλγία της στιγμής που ζείτε ακριβώς αυτή τη στιγμή. Είναι μια νοσταλγία του μέλλοντος. Έχετε δοκιμάσει στο πετσί σας τη saudade [6].


Για να καταλάβουμε, επομένως, τι είναι η Λισαβόνα, τίποτα το καλύτερο από το να τη νιώσουμε άμεσα. Ή να νιώσουμε τη νοσταλγία, τον σπαραγμό και τη saudade κάθε δικής μας Λισαβόνας.


***

[1], [2] Αντόνιο Ταμπούκι, Ταξίδια, κι άλλα ταξίδια (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Άγρα, Αθήνα 2011.
[3],[4] Φερνάντο Πεσσόα, Λισαβόνα (μτφρ. Γιάννης Σουλιώτης), Ροές, Αθήνα 2011.
[5] Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας (μτφρ. Άννυ Σπυράκου), Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997.
[6]  Αντόνιο Ταμπούκι, Ταξίδια, κι άλλα ταξίδια (μτφρ. Ανταίος Χρυσοσομίδης) Άγρα, Αθήνα 2011.
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου