Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Τα καλά παιδιά



Θυμάμαι στο "Ταξιδεύοντας στην Αγγλία" τον τρόπο με τον οποίο ο Καζαντζάκης περιέγραφε το Ήτον, το ξακουστό κολέγιο όπου σπούδαζε η αριστοκρατία της Αγγλίας: "Οι τοίχοι στις αίθουσες, στους διαδρόμους, είναι από πάνω έως κάτω ταπετσαρισμένοι με ξύλο, κι απάνω στο ξύλο πυκνά, κολλητά, σκαλισμένα, χιλιάδες ονόματα, οι μαθητές που περνούσαν, αιώνες, απάνω από τα θρανία τούτα. Χιλιάδες ψυχές σα να πυκνώνουν τον αγέρα και δυσκολεύεσαι ν' ανασάνεις". Ο αγέρας στο Ήτον ήταν πηχτός από ψυχές. 

Στο "Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά" του Πατρίκ Μοντιανό, το μυαλό του αφηγητή είναι πηχτό από αναμνήσεις. Η ανάσα δυσκολεύει και πάλι. Ο αφηγητής θυμάται τα χρόνια που πέρασε στο δικό του κολέγιο, το Βαλβέρ, τις ψυχές των δικών του συμμαθητών, καλά παιδιά όλοι τους, που για κάποιο λόγο, αν και οικότροφοι σ' ένα τέτοιο κολέγιο, απέτυχαν. 

Οι οικότροφοι του Ήτον, του Βαλβέρ, του κάθε κολεγίου, ασκούνται πάνω απ' όλα στον αθλητισμό, στα ομαδικά παιχνίδια, στην καλλιέργεια του ομαδικού πνεύματος, στη συνεργασία, τη συμβίωση, τη συγκατοίκηση στους εφηβικούς κοιτώνες. "Τα ομαδικά παιχνίδια υπηρετούν μεγάλο ηθικό σκοπό: σε συνηθίζουν να υποτάξεις την ατομικότητά σου σε μια γενική ενέργεια. Να μη νιώθεις πως είσαι άτομο ανεξάρτητο, παρά μέλος μιας ομάδας. Να υπερασπίζεσαι όχι μονάχα την ατομική σου τιμή, παρά ολόκληρη την τιμή της ομάδας που ανήκεις: σχολή, Πανεπιστήμιο, πόλη, έθνος", γράφει πάλι ο Καζαντζάκης.  

Πιστεύω πως ο κ. Ζανσμίτ ήθελε να μας εθίσει, εμάς τα παιδιά της τύχης και του πουθενά, στα αγαθά μιας πειθαρχίας και στην παρηγοριά μιας πατρίδας.

Οι συμμαθητές μου κι εγώ μεγαλώσαμε κάτω από τη μελαγχολική αιγίδα αυτού του ανθρώπου, και ίσως μερικοί από μας, χωρίς καν να το ξέρουν, διατηρούν ακόμη αυτά τα σημάδια.  
 
Αυτοί οι νέοι μαθαίνουν πως η ζωή είναι ένα παιχνίδι. Σαν το τένις, σαν το γκολφ. Δεν παίζεις μόνος σου, παίζεις με τους άλλους και έχεις ευθύνη απέναντί τους. Όταν το παιχνίδι, όμως, βγαίνει από το χώρο του κολεγιακού γηπέδου και τοποθετείται στην αρένα της ζωής, αποδεικνύονται κακοί παίκτες. Τι δεν πήγε καλά; Όταν οι οικότροφοι εγκαταλείπουν το βασίλειο Βαλβέρ, που το κυβερνά ο Πέδρο, ο διευθυντής τους, απειλούνται από έναν κόσμο σκληρό και ακατανόητο. Κι εκεί, ο Πέδρο δεν μπορεί να κάνει τίποτα πια γι' αυτούς. 

Τι να της πω; Πως ο Μπομπ δεν ήταν κακός άνθρωπος -κάθε άλλο- μα ένα ευαίσθητο και αθώο αγόρι κι αυτός, και πως αναζητούσε μια ισορροπία, διαφορετικά δεν θα είχε διαλέξει μια κοπέλα σαν κι αυτήν; Δυστυχώς, όλους εμάς τους παλιούς του Βαλβέρ μας ταλαιπωρούσαν κατά καιρούς ανεξήγητες μελαγχολίες και εκρήξεις θλίψης, που ο καθένας μας πάσχιζε να αντιμετωπίσει με τον τρόπο του. Όλοι μας είχαμε μια "βίδα", όπως έλεγε συχνά ο καθηγητής μας της χημείας, ο κ. Λαφόρ.

Ο αφηγητής συναντά κάποιους από τους συμμαθητές του περίπου είκοσι χρόνια μετά. Εγκαταλελειμμένοι από τις οικογένειές τους οι περισσότεροι, βρίσκονται στην ηλικία που επιχειρούν τη δική τους οικογένεια, την οποία τελικά εγκαταλείπουν με τη σειρά τους. Άλλοι επειδή δεν έχουν μάθει να συνυπάρχουν παρά μόνο με τους έφηβους συμμαθητές τους (Μισέλ), άλλοι επειδή παραμένουν κακομαθημένα παιδιά των εξαφανισμένων μπαμπάδων τους και αντιμετωπίζουν τη ζωή σαν ένα ατέλειωτο σαρπράιζ πάρτι (Φιλίπ Γιολάντ), άλλοι γιατί απλά δεν τα καταφέρνουν μ' αυτή την πολυπόθητη ισορροπία (Μπομπ Φόουλς), άλλοι γιατί παραμένουν για πάντα ανώριμοι έφηβοι και αναγκάζονται να διορίσουν έναν γιατρό-κηδεμόνα για να τους συμβουλεύει (Ντανιέλ Ντεζοντό).


Ύστερα σκέφτομαι κι άλλα καλά παιδιά, άλλων λογοτεχνικών "κολεγίων"... Τα παιδιά της "Λέσχης των τιποτένιων" του Τζόναθαν Κόου, τα παιδιά από το "Ένα κάποιο τέλος" του Τζούλιαν Μπαρνς, που δεν ξεπερνούν ποτέ την αυτοκτονία του συμμαθητή τους, τα παιδιά του "Θολού βυθού" που μεγαλώνουν στις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης μαζί με τον Γιάννη Ατζακά. Όλα τους καλά παιδιά, που δεν μπορούν όμως να συνυπάρξουν με τους πραγματικούς άλλους. 

Τελικά το πείραμα της ανατροφής μόνο στο εργαστήριο της οικογένειας έχει πιθανότητες να πετύχει; 

"Θα προτιμούσα να μην ξαναδείτε τον Ντανιέλ", είπε κοφτά.
"Γιατί;"
"Γιατί πιστεύω πως δεν του κάνει καλό". Το φιδίσιο βλέμμα του με διαπερνούσε. Ήθελε, δίχως άλλο, να με τρομοκρατήσει. Εμένα όμως μου 'ρχόταν να βάλω τα γέλια."
"Σε τι του κάνω κακό; Είμαι παιδικός του φίλος".
"Ακριβώς, μόλις είπατε τη σωστή λέξη". 

***

Πατρίκ Μοντιανό, Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά... (μτφρ. Βάσω Νικολοπούλου - Νίκη Ντουζέ), Πόλις, Αθήνα 2014.

Οι εικόνες είναι από την ταινία "Tα 400 χτυπήματα" του Φρανσουά Τρυφώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου