Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Ματίλντα


Κοιμήσου για πάντα
φτωχή, κουρασμένη καρδιά.
Όχι μόνον η ελπίδα αλλά
και η επιθυμία έχει σβήσει.
Κοιμήσου για πάντα. Αρκετά χτύπησες.
Τίποτε δεν αξίζει για να 
σπαρταράς κι η γη είναι ανάξια των
αναστεναγμών.
Πίκρα και πλήξη είναι η ζωή
και τίποτε άλλο
κι ο κόσμος μονάχα λάσπη.

Τζιάκομο Λεοπάρντι, Εις εαυτόν

Η Ματίλντα, ρομαντική νουβέλα που γράφτηκε το 1820, υπήρξε το δεύτερο έργο της Mary Shelley, μετά τον Φρανκενστάιν. Το βιβλίο συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις για το προκλητικό θέμα του, και τελικά κυκλοφόρησε το 1959, σχεδόν ενάμιση αιώνα μετά τη συγγραφή του.

Η Ματίλντα, σε μια επιστολή που απευθύνει σε αγαπημένο της φίλο, ξεκινά να αφηγείται τα νεανικά χρόνια του πατέρα της, τη φοίτησή του στο Ήτον, τις εμπειρίες του στο Λονδίνο, τη σταδιακή διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, τη γνωριμία και τον έρωτά του για τη μητέρα της, που πέθανε λίγο μετά τη γέννησή της, και την ανάθεση της ανατροφής της στη θεία της.

Η παραμάνα μου με άφηνε να τρέχω ελεύθερη στο πάρκο και στους γειτονικούς αγρούς και το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μέσα μου από πολύ νωρίς μεγάλη ευαισθησία. Είναι αδύνατον να περιγράψω το πάθος με το οποίο αγάπησα ακόμα και τα άψυχα που με περιτριγύριζαν. Πιστεύω πως ένιωθα ιδιαίτερη αγάπη για κάθε δέντρο, στο πάρκο μας, ξεχωριστά· κάθε ζώο που ζούσε εκεί και με γνώριζε, εγώ τ' αγαπούσα.

Μεγαλώνοντας πλάι σε μια ψυχρή καρδιά, η Ματίλντα βρίσκει παρηγοριά στη φύση και στην άρπα της, που της κρατά συντροφιά τα βροχερά βράδια. Όταν κλείνει τα δεκάξι της χρόνια, η θεία της λαμβάνει ένα γράμμα από τον πατέρα της νεαρής Ματίλντας, που τους ανακοινώνει ότι ύστερα από μακρόχρονη περιπλάνηση αποφάσισε να επιστρέψει. Το κορίτσι αδημονεί για την άφιξη του πατέρα κι αισθάνεται μια πρωτόφαντη ευδαιμονία. Το γράμμα του ανοίγει την πόρτα της προσμονής και μαζί μ' αυτήν έναν επίγειο παράδεισο, που επισκιάζεται όμως από τις προδρομικές νύξεις της αφηγήτριας στην κόλαση που θα τον ακολουθούσε. 

Το μυστικό του το έμαθα και αυτό στάθηκε ο οριστικός χαμός μας.

Ο πατέρας αντικρίζει την κόρη του ως μετενσάρκωση της μητέρας της. Είναι σίγουρος ότι το νεανικό της σώμα κατοικείται από το πνεύμα της γυναίκας που αγάπησε, και την ερωτεύεται παράφορα. Η αιμομιξία δεν τελείται παρά μόνο νοερά, αλλά ακόμη κι αυτό ωθεί τον πατέρα στην εγκατάλειψη της κόρης του και την αυτοχειρία. Η νεαρή κοπέλα καταδικάζει τον εαυτό της σε ισόβιο μαρασμό και άρνηση του έρωτα.

"Με κάθε προσπάθεια ν' αποτινάξω από πάνω μου την αγάπη, εκείνη κολλούσε, θαρρείς, περισσότερο, αυτή η ένοχη αγάπη, πιο αφύσικη κι από το μίσος, που αφάνισε τις ελπίδες σου και με κατέστρεψε οριστικά".


Ο πατέρας υποφέρει από ενοχές. Ο έρωτάς του δε γεννά στη Ματίλντα αποστροφή, αν και αισθάνεται εκτεθειμένη στα μάτια μιας κοινωνίας που δε θα την αποδεχόταν. Σαν να φέρει κι εκείνη στον κόρφο της το άλικο γράμμα της Έστερ Πρυν.

Πίστευα πως η άνομη αγάπη που του είχα εμπνεύσει με είχε μολύνει, πως ήμουν ένα καταραμένο πλάσμα, αποκομμένο από ό,τι είναι φυσικό. Νόμιζα πως είχα, σαν άλλος Κάιν, ένα σημάδι στο μέτωπο, που φανέρωνε στον κόσμο ότι υπάρχει ανάμεσά μας κάτι που μας χωρίζει.

Εγωτισμός, υπερβολική αισθαντικότητα, μελαγχολική ή απελπισμένη ανθρώπινη φύση, σκότος, το πένθιμο ως αποτέλεσμα πνευματικού ανικανοποίητου. Η φύση εγκαταλείπει το διακοσμητικό της ρόλο. Η Ματίλντα αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μιας ρομαντικής ψυχής που καταδυναστεύεται από ένα παρά φύσιν πάθος. Στον κυκεώνα των διλημματικών αντιθέσεων που κυριαρχούν στο έργο (φυσικό-αφύσικο, εξωτερικός χώρος-εσωτερικός χώρος, λογική-πάθος, πραγματικότητα-όνειρο, ζωή-θάνατος), μοναδική λύση αποτελεί η ολίσθηση προς το δαιμονικό, το μεταφυσικό ή προς το θάνατο.

***

Mary Shelley, Ματίλντα (μτφρ. Ισμήνη Καπάνταη), Νεφέλη, Αθήνα 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου