Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

"Ζωή, την άλλη φορά"


Τη ζωή μου την έχασα ήσυχα -χωρίς κανένα άρπαγμα- εξόν από κάτι γλέντια με φίλους, κι από τα ξεστρατίσματα που έκανε συχνά ο νους μου. Πολλές φορές ήταν που σάλεψε μες στο μυαλό μου η εικόνα από μι' αλλιώτικη ζωή, αλλά δεν το κατάφερα ποτέ μου να τη ζήσω [1].

'Eφυγε από τη ζωή ένας "oλόκληρος άνθρωπος". Ζωγράφος, μουσικός, πεζογράφος και ποιητής, ο Νίκος Χουλιαράς αμφισβήτησε τα καλά της εξειδίκευσης, και σε καιρούς που άλλοι επιμένουν να κοιτάζουν το δέντρο εκείνος ονειρευόταν ολόκληρα δάση. 

Έχουν μείνει από κείνον τα όμορφα χαρτόδετα βιβλία της Νεφέλης που επιμελήθηκε, τα εξώφυλλα με τα έργα του, οι καρβουνιασμένες σκιούλες που κοσμούν την αρχή κάθε κεφαλαίου, το κλασικό πια λογότυπο, όλο το καλλιτεχνικό του έργο.

Ο μοναδικός "Λούσιας", έργο γραμμένο με ευαισθησία για την ανισορροπία που υπάρχει στον καθένα μας. Κοφτός λόγος, σύντομες φράσεις, γρήγορος ρυθμός, λαγαρή σκέψη. Αφηγητής ένα παιδί με νοητική υστέρηση, που η φαινομενική απλοϊκότητά του δείχνει πως μάλλον υπερτερεί από όλους εμάς, τους "ισορροπημένους".

Την άλλη μέρα, πάλι μοναχός μου ήμουν στο σπίτι, κι είπα από μέσα μου. Καλά που είμαι και μοναχός μου, είπα. Γιατί κι ο Στέργιος να 'ταν, κι ο Βαγγέλης, εγώ πάλι μοναχός μου είμαι, κι όλα μες στο κεφάλι μου βρίσκονται. Ακόμα και τα Γιάννενα, κι αυτά, μες στο κεφάλι μου τα 'χω. Αλλά κι αυτοί που είναι απόξω απ’ το κεφάλι μου, καλοί είναι, λέω, γιατί κι αυτοί μες στο δικό τους το κεφάλι, πάλι μοναχοί τους θα 'ναι [2]

Οι ήρωες. Θυμίζουν τους πρωταγωνιστές του Σκαρίμπα. Μόνο που εκείνοι έχουν ταχθεί ηθελημένα με το περιθώριο. Αυτοί όχι.

Τα σύντομα μαθήματα ιστορίας  στο "Ζωή, την άλλη φορά", όπου ο αφηγητής διατρέχει την ιστορία της οικογένειάς του από την εποχή της Επανάστασης του 1821 έως και τη Μεταπολίτευση. Λες και συνομιλούν με τη γραφή του Νίκου Τσιφόρου, κάνουν την πορεία της χώρας να μοιάζει μια ατέλειωτη τραγική γελοιογραφία.

Άνθρωποι σφαγμένοι, κι από τις δυο μεριές, ήταν πεταμένοι με το σωρό, έξω στους δρόμους και σάπιζαν, είπε, κι είχαμε, από πάνω, και τον Τσώρτσιλ με το πούρο, που ήρθε, τάχα, να μας σώσει, και καθόταν στο ξενοδοχείο το μεγάλο, στο Σύνταγμα, κι άκουγε απόξω τους πυροβολισμούς και τα κανόνια, και το 'ξερε ότι σκοτώνονται αδέρφια μεταξύ τους, αλλά αυτόν τι τον ένοιαζε! [...]
Έτσι έγινε και ζήτησε ο Τσώρτσιλ την Ελλάδα, γιατί οι Εγγλέζοι μας αγαπάν κιόλας. Από παλιά ακόμα μας αγαπάγαν, κι οι σχέσεις μας πατροπαράδοτες ήσαν, αφού κι ο λόρδος Βύρωνας, που είχε έρθει εδώ στην Ελλάδα, τότε με την επανάσταση, σχέσεις πολλές είχε.[...]
Ο πόλεμος, όμως, αυτός, δεν ήταν καλός γιατί πολύ είχε παρατραβήξει και στοίχιζε. Σε αίμα στοίχιζε και σε λεφτά, και οι Εγγλέζοι δεν το 'θελαν αυτό το πράμα. [...]
Έτσι κι έγινε και μας ανέλαβαν οι Αμερικάνοι που είχαν πολλά λεφτά, και δεν τους ένοιαζε να δώσουν λίγα για την Ελλάδα, αφού κιόλας, μετά απ' αυτό, η Ελλάδα θα ΄ταν υποχρεωμένη. Και χρεωμένη θα έμνησκε σ' αυτούς πάντα. [...]
Γι' αυτό και του 'χουν φτιάξει τώρα και άγαλμα του Τρούμαν, και στις εφημερίδες γράφουν: "Πωλείται τεσσάρι ρετιρέ, έναντι αγάλματος Τρούμαν", αλλά τότε μαζί με τα τυριά και τις κονσέρβες ο Τρούμαν έστειλε και δικούς του ανθρώπους να βοηθήσουν... [3]

Μικρές αυτοτελείς ιστορίες, όπως η ιστορία του Βασίλη Σουλικιά στο κεφάλαιο "Ο σφαγμένος", που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ανεξάρτητα διηγήματα, πολύ ολοκληρωμένα από πλευράς χαρακτήρων. 

Η αγάπη για τον τόπο, την ντοπιολαλιά, το τραγούδι και τη μουσική, που συγκρατεί κάτι από την προφορικότητα της λαϊκής αφήγησης και το ρυθμό του δημοτικού τραγουδιού.

Όταν γύρισε, βρήκε το σπίτι ανοιχτό και το σκυλί λυμένο να γαυγίζει. Είδε τα κρέπια ν΄ ανεμίζουν στην πόρτα και στα παραθύρια κι αρχίνισε να τρέχει σαν παλαβός και να ρωτάει τι είχε συμβεί. Του 'παν πως πέθανε ο γιος του και πως τον έθαβαν, την ώρα εκείνη, πέρα στο νεκροταφείο. 
Δεν πήγε κατά κει, ούτε κι έκλαψε καθόλου. Κατέβηκε κάτω στο λιμάνι και χώθηκε σ' ένα καταγώγιο. Ήπιε σπίρτα πολλά, το ΄να πίσω απ' τ' άλλο, και τα χαράματα, γύρισε στο σπίτι, τύφλα στο μεθύσι, με το πουκάμισο γεμάτο αίματα και ξερατά, και μ΄ένα σκίσιμο βαθύ στ' αριστερό του μπράτσο. Έπεσε στα ποδάρια της μάνας μου κι έκλαιγε. Της είπε να τον συγχωρέσει, και της έταξε πως θ' άλλαζε ζωή [4].  

Η ζωή, όμως, δεν αλλάζει έτσι εύκολα. Την άλλη φορά.

***


[2] Νίκος Χουλιαράς, Λούσιας, Νεφέλη, Αθήνα 1979.
[1], [3], [4] Νίκος Χουλιαράς, Ζωή, την άλλη φορά, Νεφέλη, Αθήνα 1985.

  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου