Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Βασανιστήρια: μια εμπειρία αδελφοσύνης


"Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος σκύβει πάνω από αυτή τη μνήμη-καθρέφτη αναζητώντας το πραγματικό του πρόσωπο, καθαρό και αναλλοίωτο, και νά που άλλα, δεκάδες πρόσωπα συνωθούνται στο πεδίο, τραβώντας τον το ένα απ' τη μια, και το άλλο απ' την άλλη, μέχρι που τον κάνουν να αμφιβάλλει για τον εαυτό του".[1]

Με αφορμή μια έκθεση που πραγματοποιείται στο παρισινό ξενοδοχείο "Λυτεσιά", ο Χόρχε Σεμπρούν αποφασίζει να γράψει τις αναμνήσεις του από την Κατοχή, τη συμμετοχή του στην αντίσταση κατά των ναζί και την κράτησή του στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ, εστιάζοντας αυτή τη φορά σ' ένα θέμα που δεν είχε αγγίξει σε προηγούμενα έργα του: τα βασανιστήρια. Κάθεται στο μπαρ του ξενοδοχείου και υποβάλλει σε δοκιμασία την ύπαρξή του. "Σε ένα επίπεδο στοχασμού το οποίο ξεπερνά και υπερβαίνει το επίπεδο της απλής απαρίθμησης γεγονότων και δεινών, ποιο ηθικό δίδαγμα μπορεί να εξαχθεί από την εν λόγω εμπειρία;" αναρωτιέται.

Θυμάται τη συζήτηση που είχε κάνει κάποτε με τον Τρανκέδος, ένα μέλος της Αντίστασης, όταν εκείνος τον ρώτησε αν γνωρίζει τι τον περιμένει σε περίπτωση που πέσει στα χέρια της Γκεστάπο. Και φυσικά ήξερε. Κλομπ, κρέμασμα με σκοινί περασμένο σε χειροπέδες, στέρηση ύπνου, μπανιέρα, ξερίζωμα νυχιών, ηλεκτροσόκ. Κάποια από αυτά τα έζησε.

Χωρίς να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες, περιγράφει με απόλυτη σαφήνεια την υλική πραγματικότητα του πόνου που προκαλεί το χτύπημα με το κλομπ. Το χειρότερο με τα βασανιστήρια είναι ότι έχουν το χαρακτήρα του απρόοπτου. Κανένα σώμα, ακόμη κι αυτό που έχει βιώσει την πείνα και την εξαθλίωση, δεν μπορεί να προβλέψει τον πόνο των βασανιστηρίων. Κατά τη διάρκειά τους, το σώμα ζητά επίμονα από την ψυχή την παράδοση άνευ όρων. Ταπεινωτική, αλλά ανθρώπινη. 

Αυτό που είναι απάνθρωπο, υπεράνθρωπο, είναι να επιβάλλεις στο σώμα σου μια δίχως τέλος αντοχή στον δίχως τέλος πόνο. Να επιβάλλεις στο σώμα σου, που λαχταρά τη ζωή, τίποτ' άλλο, κι ας είναι απαξιωμένη, κι ας είναι άθλια, κι ας τη διαπερνούν ταπεινωτικές αναμνήσεις, τη λεία και παγερή προοπτική του θανάτου.

Η αντοχή στο βασανιστήριο είναι μια υπέρβαση. Για να έχει νόημα, για να είναι γόνιμη, προϋποθέτει, μέσα στην ανυπόφορη μοναξιά του μαρτυρίου, κάτι πέρα από το ιδεώδες του Εμείς, μια κοινή ιστορία που πρέπει να συνεχίζεται, να ξαναχτίζεται, να επινοείται αδιάκοπα.

Ο αφηγητής συνειδητοποιεί πως τελικά η επιβίωση ενός μέλους της Αντίστασης δεν εξαρτάται σε καμία περίπτωση από το ίδιο, αλλά από τους άλλους και τη σιωπή τους. Οι σύντροφοι με τη σιωπή τους προστατεύουν την ελευθερία του. Κατόρθωσε να κρατηθεί στη ζωή χάρη σε όλες εκείνες τις πολλαπλασιασμένες σιωπές. Με την ίδια λογική, κι εκείνος στις στιγμές του βασανισμού του κρατούσε στα χέρια του τις ζωές αμέτρητων συντρόφων, τα ονόματα των οποίων αρνήθηκε να ξεστομίσει.

Η εμπειρία των βασανιστηρίων δεν είναι μόνο, ίσως ούτε καν κυρίως, εμπειρία του πόνου, της αβάσταχτης μοναξιάς του πόνου. Είναι επίσης, ίσως και προπαντός, εμπειρία αδελφοσύνης. Σιωπή από την οποία γαντζώνεσαι, κρεμιέσαι σφίγγοντας τα δόντια, προσπαθώντας να δραπετεύσεις μέσω της φαντασίας ή της μνήμης από το ίδιο σου το σώμα, το άθλιο σώμα σου, αυτή η σιωπή είναι πλούσια με όλες τις φωνές, όλες τις ζωές που προστατεύει, που τους επιτρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν. 

Διαφωνώντας με τον Ζαν Αμερύ, που υποστηρίζει ότι μετά τα βασανιστήρια ο άνθρωπος χάνει την εμπιστοσύνη του στον κόσμο, ο Χόρχε Σεμπρούν τονίζει ότι ακριβώς μια τέτοια εμπειρία πολλαπλασιάζει τους λόγους που κάνουν τον άνθρωπο να αισθάνεται τον κόσμο οικείο. 

Οι "Ασκήσεις επιβίωσης" είναι μια κατάθεση ψυχής που παλεύει με την αμνησία και την αμνηστία, μια πραγματεία πάνω στο σώμα, το πνεύμα, την περατότητά τους, τη παντοδυναμία και την αδυναμία τους. Χωρίς εξάρσεις και μελοδραματισμούς, με αναστοχαστική διάθεση που κινείται συνειρμικά σε πολλά χρονικά επίπεδα, ο Σεμπρούν γράφει τον επίλογό του. 

Οι ασκήσεις τελειώνουν με τη μελωδική φωνή του Charles Trenet να τραγουδά το Ménilmontant, και τους κρατούμενους του Μπούχενβαλντ, σκελετωμένους, κουρελήδες, με τα μάτια πεταγμένα έξω από τις κόγχες τους, να οπλίζονται με μπαζούκας, χειροβομβίδες και πολυβόλα εκείνη τη μέρα του Απρίλη του 1945 που θα κέρδιζαν ξανά τη ζωή.

 

[1] Από την εισαγωγή του Ρεζίς Ντεμπραί

Χορχέ Σεμπρούν, Ασκήσεις επιβίωσης (μτφρ. Έφη Κορομηλά), Πόλις, Αθήνα 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου