Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

Ακυβέρνητες Πολιτείες


Ο πόλεμος πάει καλά, κι οι σύντροφοι κάνουν το χρέος τους, μα ο άνθρωπος έχει μέσα του σκατά και δεν αλλάζει [1].

Σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα καμία αφηγηματική πληροφορία δε μεταδίδουνε φερέφωνα. Τα πολιτικώς χειραγωγημένα πρόσωπα έχουνε λόγο, αλλά δεν έχουν ποτέ το ρόλο του πληροφοριοδότη. Σε κανέναν από τους τρεις τόμους του έργου δε μαθαίνουμε νέα από το Ανθρωπάκι -έρμαιο της "αριστερής" ιδεολογίας και μαριονέτα του κόμματος- ούτε από τον Πήτερ, ούτε από τους πράκτορες Μερτάκηδες. 

Τη διαφώτιση του αναγνώστη και την προώθηση της δράσης επωμίζονται ο Μάνος -μοναδικό πρόσωπο που αναλαμβάνει το ρόλο του αφηγητή και στους τρεις τόμους-, η μητρική φιγούρα της Αριάγνης ή έστω ο Ρούμπυ, προσωπικότητα αμφιλεγόμενη, τόσο λόγω των πολιτικών του θέσεων όσο και λόγω της ομοφυλοφιλίας του. 

Η δράση τοποθετείται στην καρδιά του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στις πολιτείες της Μέσης Ανατολής, αλλά είναι τόσο πολυσχιδής και λαβυρινθώδης που δεν έχει νόημα να γίνει λόγος γι' αυτήν. Καμία περίληψη δε θα μπορούσε να την περιλάβει και κανένας σχολιασμός δε θα τη σχολίαζε αρκετά σχολαστικά. Ο ρεαλισμός συνυπάρχει με το λυρισμό, οι αφηγητές είναι πολλαπλοί. Ο λόγος δίνεται στα πρόσωπα που υπηρετούν το αξιακό σύστημα του μυθιστορήματος. Οι υπόλοιποι ήρωες αποτελούν αντικατοπτρισμούς ή παραμορφωτικές μορφές τους.

Ο Στρατής Τσίρκας στις Ακυβέρνητες Πολιτείες κατέγραψε την ανάγκη του ελεύθερου ανθρώπου να διαβρώνει τις ιδεολογίες για τις οποίες πολεμά. Με τη σκέψη, τη γραφή, την αμφισβήτηση. Οι ήρωες, όταν είναι ελεύθεροι, αναζητούν την πίστη στην αμφιβολία. Η κρίση ενδυναμώνει την πίστη τους και όχι η υποταγή. Έχουνε πάθη: το πάθος της ελευθερίας και το πάθος του έρωτα. Δεν είναι  υπόδουλοι οι ίδιοι, αλλά είναι υπόδουλα τα πρόσωπα που τους περιβάλλουν σαν αρνητικά φορτισμένα ηλεκτρόνια. Οι ελεύθεροι παραμένουν ακυβέρνητοι. Διλημματίζονται -δράση ή τέχνη, φιλία ή δόγμα, ιδεολογία ή ουμανισμός;- και η απάντηση δεν είναι δεδομένη.

Αγαπούν τη ζωή που έρχεται, αλλά νοσταλγούν κι αυτήν που χάνεται, τις κουβέντες στους μαχαλάδες και τα καφενεία, τα χαμόσπιτα, το άρωμα της γαζίας.

Κι αφού ζητάς και τα πιο δύσκολα, να τι περιμένω να μου εξηγήσεις. Θα στο περιγράψω όπως το νιώθω και κάνε μέσα στο μυαλό σου εσύ το περιδιάγραμμά του: Στο σπίτι μας είχαμε μια γαζία, κατσιάρικη, με κάτι κίτρινα κουμπάκια που ξέφτιζαν μόλις φύσαγε, δεν ποτιζόταν ταχτικά. Την πήρε κι αυτή ο βομβαρδισμός. Λοιπόν, όποτε ονειρεύουμαι πώς θα ναι τα πράγματα σα θα γυρίσουμε, όλο η γαζία έρχεται μπρος μου. Θέλω το καμαράκι με τ' ασουβάντιστα ντουβάρια, τα πορτοπαράθυρα που δε σφαλλούσαν καλά και κατέβαζαν σφάχτη το χειμώνα και... τη γαζία. Έλα τώρα που μόνοι μας λέμε πως θα φτάξουμε έναν κόσμο καλύτερο, χωρίς αδικίες και εκμετάλλευση: Ωραία. Μα τότες εγώ, ο Βασίλης δε θα κάθουμαι πια σε χαμόσπιτο, αφού θα τα καταργήσουμε είπαμε και θα χτίσουμε πολυκατοικίες για την αργατιά, με φως, με νερό και ανέσεις. Κι η γαζία[2];

Ακόμη κι όταν οι ήρωες είναι σίγουροι για τον αγώνα τους, ο αφηγητής πίσω από τις βεβαιότητες αναρωτιέται:

Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ολόψυχα δοσμένος σε μια ιδέα, ευγενικιά και δίκια, να ζει και ν' ανασαίνει για κείνη και μόνο για κείνη, κι ωστόσο να ξεγελάει τον εαυτό του. Κάπου μέσα του, ένας άλλος, δε σταματάει ποτέ να ονειρεύεται και να υπολογίζει, να χαίρεται και να πονάει, ανεξάρτητα, σχεδόν κρυφά από κείνο, τον ιδεολόγο[3].

Στις Ακυβέρνητες Πολιτείες, μέσω ενός αντιήρωα, κι αυτός είναι το Ανθρωπάκι, καταγγέλλεται ο παρεμβατισμός της εξουσίας στο πνεύμα και τις ψυχές, ο βιασμός και η αλλοτρίωση της συνείδησης, ο φανατισμός του δόγματος, η υποκρισία, η κενολογία. Ίσως το Ανθρωπάκι να υπήρξα κι εγώ, στοχάζεται ο Τσίρκας στο ημερολόγιο των Ακυβέρνητων Πολιτειών, ενώ στα εισαγωγικά σημειώματα του κάθε τόμου τονίζει πως το έργο δεν είναι αυτοβιογραφικό, δεν  είναι ιστορικό μυθιστόρημα, και πως ο ίδιος κακώς ταυτίζεται με τον Μάνο. 

Αν δεν πρόκειται λοιπόν για χρονικό, για τι πρόκειται; Έργο κριτικής ενός αγώνα; Έργο αυτοκριτικής; Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες αποτελούν μια μελέτη της αβύσσου που ζει ο κάθε άνθρωπος, ιδεολόγος και μη. Μια άβυσσος γεμάτη από προδοσίες, διπλοπαιχνίδια και αυταπάτες.

Γεροσόλυμα, Κάιρο, Αλεξάντρεια, είπε. Μεσ' στις μεγάλες πολιτείες της Ανατολής τριγυρνάμε, δίνουμε ραντεβού, ξαναχωρίζουμε, κι από πάνω μας το ίδιο φεγγάρι. Μας κυνηγάει σα να μας μάχεται. Τουρισμό κάνουμε, σύντροφε, κι ο λαός το πληρώνει με δάκρια[4].

***

[1] Στρατή Τσίρκα, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Αριάγνη, Αθήνα, Κέδρος 1995.
[2], [3] Στρατή Τσίρκα, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Η Λέσχη, Αθήνα, Κέδρος 1995.
[4] Στρατή Τσίρκα, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Η Νυχτερίδα, Αθήνα, Κέδρος 1995.

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Έρωτος εγκώμιο


Πρέπει να φοράμε τα βίτσια μας δίχως βιασύνη,
σαν ένα μανδύα βασιλικό. Σαν ένα φωτοστέφανο
του οποίου την ύπαρξη αγνοούμε,
που προσποιούμαστε ότι δεν αντιλαμβανόμαστε.
Μονάχα πλάσματα με ιδιοτροπίες υπάρχουν.

Σεζάρ Μορό, Έρωτας μέχρι θανάτου


Στο "Μητριάς εγκώμιο" ο Μάριο Βάργκας Γιόσα αφηγείται τον έρωτα του Ριγομπέρτο για τη σύζυγό του, τη Λουκρητία. Η επιλογή του ονόματος της ηρωίδας δεν είναι τυχαία φυσικά. Το ζευγάρι ζει έναν έρωτα πρωτόγνωρο και για τους δυο, και τολμούν να πιστέψουν πως η ευτυχία είναι εφικτή και τη γεύονται καθημερινά.

Η ευτυχία είναι πρόσκαιρη, ατομική,  σε εξαιρετικές περιπτώσεις δυαδική, σπανιότατα τριαδική και ποτέ συλλογική, κοινοτική. Είναι κρυμμένη, μαργαριτάρι στο θαλάσσιο κοχύλι της, σε ορισμένες τελετουργίες, ή επίσημες ασχολίες που προσφέρουν στον άνθρωπο λάμψεις ή αντικατοπτρισμούς της τελειότητας.

Ευτυχία δεν νοείται απομακρυσμένη από την ηδονή, η ψυχή και το πνεύμα δεν μπορούν να υπάρξουν αν η δική τους τροφοδότηση δε συνοδεύεται και από τη σωματική ευχαρίστηση. Ο άνθρωπος είναι πρώτα σώμα, και το σώμα ένας χάρτης γεμάτος ερωτογενείς ζώνες, καμία από τις οποίες δεν πρέπει να αγνοείται. Οπίσθια, πρωκτός, πόδια, αυτιά, στόμα, μύτη, μασχάλες, το καθένα παίζει το δικό του ρόλο στην ερωτική μέθεξη, απαιτεί άλλου είδους φροντίδα και ικανοποιεί μία από τις πέντε αισθήσεις.

"Άσε με να ακούσω τα στήθη σου" θα μουρμούριζε και, προσαρμόζοντας ερωτικά, πρώτα τη μία και ύστερα την άλλη, τις θηλές της συζύγου του στην υπερευαίσθητη σπηλιά των αυτιών του -εφάρμοζαν το ένα μέσα στο άλλο σαν πέλμα μέσα σε μοκασίνι, θα τις αφουγραζόταν με τα μάτια κλειστά, ευλαβής και εκστατικός, απορροφημένος όπως κατά την ύψωση της όστιας, ώσπου να ακούσει να ανεβαίνουν στη γήινη αγριάδα κάθε ρώγας, μέσα από υπόγεια σαρκικά βάθη, κάποιοι υπόκωφοι ρυθμοί, ίσως το λαχάνισμα των πόρων καθώς άνοιγαν, ίσως ο κοχλασμός του ταραγμένου από τη διέγερση αίματός της.

Οι θόρυβοι του σώματος ολοκληρώνουν το είναι των δύο εραστών, είναι ένα κοντσέρτο που συμπληρώνει μουσικά τα σώματα και σκιαγραφεί το ηχητικό τους πρόσωπο. Τα υγρά του κορμιού ικανοποιούν την αίσθηση της γεύσης.

Όταν γελάει, οι θηλές της σκληραίνουν και ανασηκώνονται σαν να τις θηλάζει κάποιο αόρατο στόμα, και οι μύες του στομαχιού της πάλλονται κάτω από το λείο, με γεύση βανίλιας, δέρμα, φέρνοντας στο νου τον πλούσιο θησαυρό των ζεστών υγρών των απόκρυφών της. 

Ενώ οι οσμές που αναδύουν τα σώματα ικανοποιούν την όσφρηση.

Όσο μυρίζεις έτσι, θα είμαι σκλάβος σου.  

Ο Ριγομπέρτο αγγίζει την αγαπημένη του, αλλά το μεγαλείο της αφής δεν  είναι αρκετό. Αντιμετωπίζει το σώμα της σαν ένα ναό, μέσα στον οποίο τελείται ένα θρησκευτικό μυστήριο και σ΄ αυτό ο πιστός οφείλει να συμμετέχει ολικά· να αγγίζει, να εισπνέει, να οσφραίνεται, να γεύεται, να ορά. Κατά τη διάρκεια του μυστηρίου το μυαλό γεμίζει άσεμνες φαντασιώσεις, ηθικές και θρησκευτικές προκαταλήψεις ακυρώνονται, το κορμί υπερφορτώνεται με επιθυμίες. 

Για να ικανοποιήσουν την αίσθηση της όρασης οι δυο εραστές περιδιαβαίνουν στο χώρο της τέχνης. Ο Ριγομπέρτο διατηρεί μια κρυφή συλλογή έργων τέχνης και τη μοιράζεται με τη σύζυγό του. Κοιτούν τα έργα μαζί, τα σχολιάζουν αναζητώντας έμπνευση για τον έρωτά τους  και τις νύχτες τα ενσαρκώνουν. Κάθε βράδυ στο κρεβάτι τους ο Ριγομπέρτο ρωτά τη Λουκρητία "Τι είσαι;" κι εκείνη υποδύεται ένα άλλο πρόσωπο, ζωντανεύει μπροστά του μια μυθική μορφή και μ' αυτόν τον τρόπο η τελετουργία ολοκληρώνεται. Η επιλογή παρουσιάζει και αφηγηματικό ενδιαφέρον καθώς σε εμβόλιμα κεφάλαια του βιβλίου το έργα τέχνης ζωντανεύουν και αναλαμβάνουν το ρόλο του αφηγητή, εγκιβωτίζοντας στο έργο μια ενδιαφέρουσα πινακοθήκη.

[...] περιμένοντας τον καλλιτέχνη του μέλλοντος που, παρακινημένος απ' την επιθυμία, θα μας αιχμαλωτίσει στα όνειρα και, μεταφέροντάς μας στο πανί με το πινέλο του, θα πιστεύει πως μας επινοεί. 

Τον έρωτα των δύο συζύγων επισκιάζει ο πόθος του μικρού Αλφόνσο, γιου του Ριγομπέρτο από προηγούμενο γάμο του, για τη μητριά του. Όσο η Λουκρητία διατηρεί ερωτικές σχέσεις με τον έφηβο, ο έρωτάς της για το σύζυγό της βαθαίνει, εμπλουτίζεται, εξωθείται σε άκρα που ξεπερνούν κάθε φαντασία. Το ειδύλλιο που ανθίζει μεταξύ των δυο τους δεν της γεννά κανέναν ηθικό φραγμό, κανένα δίλημμα, κανένα ερωτηματικό, καμιά ενοχή. Η ομορφιά του έρωτα επιτρέπει κάθε ελεύθερη συνύπαρξη. 

Το τέλος όμως είναι εφιαλτικό. Το ερωτικό τρίγωνο παρουσιάζεται ως αμάλγαμα διαστροφής και αρετής, αγιοσύνης και αμαρτίας, και τελικά γκρεμίζεται σαν χάρτινος πύργος. Ο Γιόσα εγκωμιάζει τον ελεύθερο έρωτα ή τον καταγγέλλει; Μπορεί να υπάρξει ή είναι από τη φύση του αδιέξοδος;

Είμαστε αδιάντροποι; Είμαστε απόλυτοι και ελεύθεροι μάλλον, και γήινοι όσο δεν παίρνει άλλο. [...]
Έχουμε χάσει επώνυμο και όνομα, πρόσωπο και μαλλιά, την αξιοπρεπή όψη και τα πολιτικά μας δικαιώματα. Έχουμε όμως κερδίσει μαγεία, μυστήριο και σωματική απόλαυση. Ήμασταν μια γυναίκα κι ένας άντρας, και τώρα είμαστε εκσπερμάτωση, οργασμός, έμμονη ιδέα. Έχουμε γίνει ιεροί [...] 
Τώρα πάψε να κοιτάς. Τώρα κλείσε τα μάτια. Τώρα, δίχως να τ' ανοίξεις, κοίταξέ με και κοιτάξου έτσι όπως μας παριστάνουν σ' αυτό τον πίνακα που τόσο πολλοί κοιτούν και τόσο λίγοι βλέπουν. Τώρα πια ξέρεις πως, πριν ακόμα γνωριστούμε, αγαπηθούμε, κάποιος, με πινέλο στο χέρι, απεικόνισε προκαταβολικά αυτή τη φοβερή δόξα, στην οποία θα μας μεταμόρφωνε, κάθε μέρα και κάθε νύχτα του αύριο, η ευτυχία που μάθαμε να επινοούμε. 

***
 
Μάριο Βάργκας Γιόσα, Μητριάς Εγκώμιο (μτφρ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου), Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1998.

Στην εικονογράφηση της ανάρτησης έργα του Φρανσουά Μπουσέ.
 

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Το τέλος της Ρόζας


Σ' όλα τα καταστήματα δίσκων και γραμμοφώνων, η μποέμικη εικόνα της (σαν καλλονή της μπελ-επόκ) ξετρέλαινε τους μάγκες και τους βλάμηδες. Όλα δικά της: ο άντρας της πιασμένος έμπορος στη Σαλονίκη, ένας κουνιάδος της πολιτευτής, ο ένας γιος της αξιωματικός. Κι η Ρόζα, από καλοσύνες άλλο τίποτα: άρρωστες τραγουδίστριες να τις συμπαραστέκεται με χρήματα και γιατρικά, νέους εργάτες να τους βρίσκει θέση σε κανένα εργοστάσιο. Κάποτε, λίγα χρόνια πριν από τον πόλεμο, βοήθησε κάποιον χωροφύλακα από την Κόρινθο - ή μήπως ήτανε κρυφό ειδύλλιο; Κανείς δεν ξέρει. 

Τότε ήρθαν συμφορές απανωτές, πόλεμος, πείνα, κατοχή. Η Ρόζα δεν ήτανε πια ντίβα, στη θέση της μεσουρανούσαν άλλες. Άρχισαν να σαλεύουνε και τα μυαλά της. Τότε οι δικοί της την πετάξανε σ΄ ένα μικρό καλύβι, στην άκρη της Αθήνας. Κακά γερατειά, το κοτέτσι της γεμάτο ποντίκια και κουράδια, κι αυτή να λερώνεται επάνω της, να ζει με τα συντρίμμια της παλιάς της δόξας. Ώσπου την ανακάλυψε επιτέλους ο μπασκίνας της. Τώρα ήτανε φορτηγατζής, μ' ένα σωρό αυτοκίνητα, μα την παλιά ευεργεσία (ή την παλιά αγάπη) δεν έλεγε να την ξεχάσει. Κίνησε γη και ουρανό για να τη βρει. Ήθελε να την πάρει σπίτι του στην Κορινθία, εκεί να ζει μ΄ όλα της τα αγαθά, μα η γριά πού να αφήσει το κοτέτσι της!

Μόνος του την υπηρετούσε και την ντάντευε, μόνος του έκανε τη λάτρα στο καλύβι της, την τάιζε, την έλουζε, τη χτένιζε, την έβγαζε περίπατο, κι άμα θα έφευγε για μακρινό ταξίδι, την εμπιστευόταν στις διπλανές γειτόνισσες. Τριάντα χρόνια, λένε, βάσταξε αυτή η ιστορία. Κι όταν η Ρόζα πέθανε, τρελή κι αλλοπαρμένη, την πήρε και την έθαψε στην Κορινθία, στο χωριό του. 

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Οι ρεμπέτες του ντουνιά, Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Εξώφυλλα #1: Virginia Woolf

 Μια γυναίκα για να γράψει πρέπει να έχει χρήματα και ένα δικό της δωμάτιο.
Virginia Woolf

Τα βλέμματα των άλλων είναι οι φυλακές μας. Οι σκέψεις τους τα κελιά μας. 
Virginia Woolf

Εξώφυλλα για τις πρώτες εκδόσεις των έργων της Virginia Woolf, φιλοτεχνημένα από την αδερφή της, Vanessa Bell:

Virginia Woolf, Monday or Tuesday, Hogarth Press, Λονδίνο 1921

Virginia Woolf, Mrs Dalloway, Hogarth Press, Λονδίνο 1925



     
Virginia Woolf, The Waves, Hogarth Press, Λονδίνο 1931


Virginia Woolf, The years, Hogarth Press, Λονδίνο 1937


Virginia Woolf, Three Guineas, Hogarth Press, Λονδίνο 1938

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Για τα εξώφυλλα των βιβλίων


Τα εξώφυλλα των βιβλίων, όπως και τα εξώφυλλα των δίσκων, αποτελούν από μόνα τους μια ενδιαφέρουσα κατηγορία στην ιστορία των εικαστικών τεχνών. Κάποιοι εκδοτικοί οίκοι τα φροντίζουν ιδιαίτερα, δίνοντας μεγάλη βαρύτητα στην επιμελημένη εμφάνιση του βιβλίου. Άλλοι ενδιαφέρονται για κείνα λιγότερο, ελάχιστα, ή καθόλου, θεωρώντας την αισθητική δευτερεύουσα. Και είναι δευτερεύουσα, αν συγκριθεί με το περιεχόμενο του βιβλίου. 

Ωστόσο, ο σχεδιασμός των εξωφύλλων έχει αναδείξει αρκετούς καλλιτέχνες -γραφίστες, σκιτσογράφους, ζωγράφους. Ο Ε.Χ. Γονατάς ενδιαφερόταν πολύ για την όψη των βιβλίων του. Τα βιβλία για κείνον δεν ήταν μόνο βιβλία. Ήταν 

σαν μικρά αντικείμενα, στα οποία συγκεντρώνονται σε μικρογραφία ή υπαινικτικά διάφορες τέχνες, της γλώσσας και του ματιού: η ποίηση, η πεζογραφία, η ζωγραφική, η φωτογραφία και φυσικά η ίδια η τέχνη της τυπογραφίας [...] κι επειδή είναι φιλοτεχνημένα με ασύγκριτη λεπταισθησία, μοιάζουν πολύ με κοσμήματα[1].

Σε εποχές που το βιβλίο προοριζόταν για λίγους, τυπωνόταν σε ελάχιστα αντίτυπα και αποτελούσε είδος πολυτελείας, η περίτεχνη μορφή του ήταν βασικό χαρακτηριστικό του.  

Ο Γιάροσλαβ Χάσεκ στο διήγημά του "Ανάμεσα στους βιβλιόφιλους" αφηγείται πως είπε κάποτε στ' αστεία σ' έναν φίλο του ότι έχει ένα πρωτότυπο αντίτυπο της περσικής έκδοσης των ποιημάτων του Χαφίζ, δεμένο με ανθρώπινο δέρμα! Ο φίλος του τον πίστεψε, διέδωσε το νέο σ' όλο τον κόσμο και η φήμη  στοίχισε στον Χάσεκ μια πρόσκληση σε φιλολογική βραδιά, όπου πέρασε των παθών του τoν τάραχο ανάμεσα σε αντιπαθείς και βαρετούς βιβλιόφιλους[2].

Δεν υπάρχει κάτι φοβερότερο σ' αυτόν τον κόσμο απ' το να πέσεις στα χέρια μιας θιασώτριας της λογοτεχνίας, η οποία καλεί στο πολυτελέστατο σαλόνι της τους βιβλιόφιλους...

Tα εξώφυλλα, είτε πλαισιώνουν έργα "σοβαρής" λογοτεχνίας είτε ελαφρά αισθηματικά αναγνώσματα, έχουν αξία γιατί μαρτυρούν την αισθητική μιας εποχής. Tο παράξενο είναι πως τα δερματόδετα χρυσοκέντητα εξώφυλλα περασμένων αιώνων και εποχών, που ψηλαφούμε με δέος στις βιβλιοθήκες, δε μας συγκινούν απαραίτητα περισσότερο από τα ηδονισμένα βλέμματα των ζευγαριών που αγκαλιάζονται στο ηλιοβασίλεμα, κοσμώντας ένα βίπερ της δεκαετίας του '80. 

* * * 

Η εικόνα αποτελεί οπισθόφυλλο ανθολογίας ποιημάτων του Άλφρεντ Τέννυσον. Έκδοση του 1899, φιλοτεχνημένη από την Ντόροθι Κάρλτον Σμιθ.  

[1] Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, "Ε.Χ. Γονατάς: μια εξαιρετική περίπτωση στα γράμματά μας", Διαβάζω, 444, Αφιέρωμα στον Ε.Χ. Γονατά, 2010.
[2] Γιάροσλαβ Χάσεκ, Όμορφος κόσμος ηθικός - Διηγήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα χ.χ

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Ταξίδια με τον Πεσσόα - Μέρος 2ο






Σ' αυτές τις ασύνδετες εντυπώσεις, χωρίς την πρόθεση να συνδέονται μεταξύ τους, διηγούμαι την αυτοβιογραφία μου χωρίς γεγονότα, την ιστορία μου χωρίς ζωή. Είναι η Εξομολόγησή μου, κι αν δεν λέω τίποτα, είναι που δεν έχω τίποτα να πω. 
Τι μπορεί δηλαδή να εξομολογηθεί κανείς που να αξίζει τον κόπο ή που να είναι χρήσιμο; Αυτό που μας έχει συμβεί, είτε συνέβη σ' όλον τον κόσμο είτε μόνο σ' εμάς. Στην πρώτη περίπτωση δεν έχουμε τίποτα καινούργιο να πούμε, στη δεύτερη κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει. [...]
Η ηλικιωμένη θεία μου έριχνε πασιέντζες στην ατέλειωτη νύχτα. Αυτή η εξομολόγηση των αισθήσεών μου είναι η δική μου πασιέντζα. Δεν την ερμηνεύω σαν κι αυτούς που ρίχνουν τα χαρτιά για να γνωρίσουν το μέλλον, ούτε την αναλύω γιατί στις πασιέντζες τα χαρτιά από μόνα τους δεν έχουν καμία αξία. Ξετυλίγομαι σαν ένα πολύχρωμο κουβάρι ή παίζω μόνος μου πλέκοντας σχήματα με το σκοινί, όπως αυτά που φτιάχνουν τα παιδιά με τα δάχτυλα τεντωμένα κι ύστερα τα περνούν από τον ένα στον άλλο. Προσέχω όμως να μην μου ξεφύγει από τον αντίχειρα ο κόμπος που του αντιστοιχεί. Μετά γυρίζω τα χέρια μου κι ένα νέο σχήμα εμφανίζεται. Και ξαναρχίζω απ΄την αρχή. 
Ζωή είναι να πλέκεις με το βελονάκι τις προθέσεις των άλλων. Μερικές φορές, κι ενώ το πλεκτό προχωρεί, η σκέψη μας μένει ελεύθερη, κι όλοι οι πρίγκιπες των παραμυθιών μπορούν να περπατούν στους μαγεμένους κήπους τους ανάμεσα σε δυο περάσματα του φιλντισένιου βελονιού με τη γαμψή του άκρη. Κροσέ των πραγμάτων... διαλείμματα... τίποτα.
Κι ύστερα, πώς μπορώ να με ιστορήσω; 
* * * 

Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο τη ανησυχίας (μτφρ. Άννυ Σπυράκου), Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997

Στη φωτογραφία το έργο της Mila Preslova "Wrapped Up"

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Ταξίδια με τον Πεσσόα


Είναι άνθρωποι που αποστρέφονται τα ταξίδια. Στο "Βιβλίο της ανησυχίας" ο Πεσσόα, κλασικός αταξίδευτος λογοτέχνης, υποστηρίζει πως υπάρχουν στον καθέναν μας η καλλιέργεια της γνώσης, η καλλιέργεια της κατανόησης και η καλλιέργεια της ευαισθησίας. Για να αποκτηθεί η τελευταία, που είναι και η πολυτιμότερη, ο άνθρωπος οφείλει να ελαχιστοποιήσει την επαφή του με την πραγματικότητα και να αφοσιωθεί στη μελέτη της, στην ανάλυσή της. Μόνο έτσι πλαταίνει και βαθαίνει η ευαισθησία του. Ετσι κι αλλιώς, μέσα μας υπάρχουν όλα.

Τι είναι το ταξίδι και σε τι χρησιμεύει; Όλα τα ηλιοβασιλέματα είναι ηλιοβασιλέματα, δεν υπάρχει λόγος να πάει να το διαπιστώσει κανείς στην Κωνσταντινούπολη. Η αίσθηση της ελευθερίας που γεννούν τα ταξίδια; Μπορώ να τη γευτώ πηγαίνοντας από τη Λισαβώνα στη Μπενφίκα, και μάλιστα πολύ πιο έντονα από αυτόν που έχει πάει από τη Λισαβώνα στην Κίνα, γιατί αν η ελευθερία δεν υπάρχει μέσα μου, δεν υπάρχει, για μένα, σε κανένα μέρος του κόσμου. [...]
Όποιος διέσχισε όλες τις θάλασσες, δεν διέσχισε τελικά παρά την μονοτονία του εαυτού του. Έχω κιόλας διασχίσει περισσότερες θάλασσες απ' όλους. Έχω κιόλας δει περισσότερα βουνά απ' όσα υπάρχουν στη γη. Έχω κιόλας περάσει από πολιτείες περισσότερο υπαρκτές και τα μεγάλα ποτάμια του πουθενά κυλούσαν, απόλυτα, κάτω από το ρεμβαστικό μου βλέμμα. Αν ταξίδευα δε θα αντίκριζα παρά τη θαμπή απομίμηση αυτών που είδα χωρίς να ταξιδέψω. [...]
Τα αληθινά τοπία είναι αυτά που μόνοι μας φτιάχνουμε. [...]

Τοπία, σπίτια, όλα τα είδα, γιατί όλα ήμουν, εν Θεώ ποιημένα από την ουσία της ίδιας μου της φαντασίας.

Ταξιδεύουμε καθημερινά. Σε όνειρα, σε ανθρώπους, σε τοπία και σώματα. Τα εξερευνούμε ως αυτό που επιθυμούμε να ήμασταν. Εκείνοι που τα αφεντεύουν ή οι υπηρέτες τους. Υποτελείς τους ή βασιλιάδες. 

Βλέπω καθημερινά φωτογραφίες από τα μέρη που θα ήθελα να επισκεφτώ και διαπιστώνω ότι τα γκρουπ των τουριστών που τα επισκέφτηκαν δεν τα είδαν όσο εγώ. Φεύγεις για να φύγεις. Φεύγεις και για να ξεφύγεις από τη μονοτονία σου, αλλά εκείνη σε ακολουθεί σαν ανίατη νόσος. Δε θεραπεύεται παρά μέσα στους τοίχους του αποπνικτικού σπιτιού σου. Αν δεν θεραπευτεί εκεί μέσα, δε θα θεραπευτεί πουθενά. 

Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου - σαν νεκρός - θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
 
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού - μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γη την χάλασες.
Κ.Π.Καβάφης, Η πόλις

Από τις ορδές των τουριστών που γυρίζουν σε διάσημους προορισμούς της Ευρώπης, εκτιμώ περισσότερο τον τουρισμό της ενορίας, του ΚΑΠΗ ή του δήμου. Γερασμένοι άνθρωποι που έμειναν μόνοι επιθυμούν διακαώς να συνυπάρξουν. Σε λουτροπόλεις, σε σαλόνια πλοίων, σε φτηνά κρουαζιερόπλοια που γυρίζουν τον Σαρωνικό. Μοιράζονται το φόβο του γήρατος και της ασθένειας, τρώνε στο εστιατόριο του πλοίου, κάνουν γνωριμίες στο σελφ-σέρβις, χωρίς να αναζητούν νέες γεύσεις. Είναι ευχαριστημένοι με τον καφέ του καραβόνερου. Γιατί τον πίνουν με παρέα. Μια παρέα που δεν έχει παρελθόν και πιθανότατα δε θα έχει και μέλλον

Ταξιδεύουν  μαζί, συνοδοιπόροι για όσο διαρκεί μια ημερήσια εκδρομή, το προσκύνημα μιας εικόνας, ένα γεύμα. Ο περιορισμός του χρόνου και η απουσία κοινών εμπειριών τούς απελευθερώνει. Χορεύουν, χτυπούν παλαμάκια ρυθμικά στο χορό των άλλων, αγκαλιάζονται, ανταλλάζουν συνταγές και κάτι από το παρελθόν τους. 

Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου, ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως, τελικά, είναι και τα τοπία. [...] 

Γιατί να ταξιδέψω; Πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο; 



Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας (μτφρ. Άννυ Σπυράκου), Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997.