Από τις τρεις μέχρι και τις οκτώ, λοιπόν, ήμουν σκαρφαλωμένη σε εκείνο το πατάρι και, όταν δεν υπήρχε κόσμος να εξυπηρετήσω, διάβαζα παλιά και ξεχασμένα βιβλία που οι εκδότες πρόσφεραν για τελευταία φορά σε χαμηλή τιμή. Έτσι είχα διαβάσει ιστορικά του Κυριάκου Σιμόπουλου, άπαντα τα διηγήματα του Δημοσθένη Βουτυρά, κάποια από τα μυθιστορήματα του Θανάση Βαλτινού, προτού μετακομίσουν από τις εκδόσεις Άγρα στην Εστία. Εκεί γνώρισα και λάτρεψα την Κάρσον ΜακΚάλλερς (την είχε μεταφράσει για τον Κέδρο ο Μένης Κουμανταρέας), την τριλογία του Ντος Πάσος για την Αμερική, την αυτοβιογραφία του Λουί Μπουνιουέλ, μικρά κλασικά των εκδόσεων Νεφέλη και πολλά άλλα.
Αυτό που είχε συμβεί πιθανόν να ήταν από τα πιο θλιβερά ζευγαρώματα στην ιστορία της συνουσιαζόμενης ανθρωπότητας, όπου ανακατεύονταν ψέμα, απάτη, ταπείνωση, αιμομιξία, ο σύντροφός μου κοιμισμένος, εγώ με οργασμό μυρμηγκιού και οι λυγμοί που τώρα γέμιζαν την κρεβατοκάμαρα. Αλλά εγώ ήμουν ευχαριστημένος μ' αυτό, με το εαυτό μου, με την Κόνι, και ήθελα να μείνουν τα πράγματα για λίγο έτσι, να καταλαγιάσει η υπόθεση. Πήγα την Κόνι στο μπάνιο και άρχισα να γεμίζω τον νιπτήρα -οι γονείς μου θα γύριζαν σε λίγο και η Κόνι έπρεπε να κοιμάται στο κρεβάτι της. Είχα επιτέλους μπει στον κόσμο των μεγάλων, ήμουν ικανοποιημένος μ' αυτό.
Προσπάθησε να σταματήσει την ανάπτυξή μου και για πολύ καιρό το πέτυχε. Ξέρεις, δεν έμαθα να μιλάω κανονικά ως τα δεκαοχτώ μου. Δεν πήγα σχολείο, με κράτησε σπίτι, γιατί έλεγε πως ήταν πολύ σκληρό περιβάλλον. Μέρα νύχτα με κράταγε αγκαλιά. Δεν της άρεσε που δεν χώραγα πια στο παιδικό κρεβατάκι μου και πήγε κι αγόρασε ένα κρεβάτι με κάγκελα σε κάποια δημοπρασία νοσοκομείου. Τέτοια πράγματα έκανε. Ως τη μέρα που έφυγα κοιμόμουν σ' αυτό το πράμα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ σε κανονικό κρεβάτι, φοβόμουν πως θα έπεφτα και δεν μ' έπαιρνε ο ύπνος. Την πέρναγα έξι πόντους κι εκείνη ακόμα προσπαθούσε να μου δένει τη σαλιάρα γύρω από το λαιμό.
Σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, είναι ζητούμενο αν γίναμε πιο σεμνότυφοι ή πιο απελευθερωμένοι. Μπερδεμένοι στον σύγχρονο βηματισμό μιας "πολιτισμένης" κοινωνίας αδυνατούμε να ορίσουμε τι σημαίνει κακοποίηση, τι σημαίνει βία. Το σίγουρο, πάντως, είναι πως ο Μακ Γιούαν από είκοσι χρονών ήταν αποφασισμένος να γίνει συγγραφέας και το συγγραφικό του ντεμπούτο υπήρξε εκρηκτικό. Πιο χαμηλόφωνος σήμερα, αγαπιέται πολύ από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, αν και πολλά από τα παλιά του έργα είναι δυσεύρετα. Εκείνα τα παλιά, καλά, εξαντλημένα βιβλία μάς σύστησαν τους συγγραφείς που αγαπήσαμε.
***
Ίαν Μακ Γιούαν, Πρώτος έρωτας (μτφρ. Ρωξάνη Καυτατζόγλου), Οδυσσέας, Αθήνα 1979.













































