Σελίδες

Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

Δύσκολοι έρωτες


O Ίταλο Καλβίνο έχει πολλές φορές χαρακτηριστεί ως "σύγχρονος κλασικός" της λογοτεχνίας. Στη δεκαετία του '90, έχω την εντύπωση πως στην Ελλάδα είχε γίνει μόδα. Τα καλοκαίρια έβλεπες πολύ συχνά στα χέρια λουόμενων αναγνωστών να φιγουράρουν οι "Δύσκολοι έρωτες", ενώ το "Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης" είχε μεγάλη επιτυχία στη χώρα μας.

Ο Καλβίνο έχει το χάρισμα να μιλά απλά κι ωραία για πράγματα δύσκολα. Στις "Αόρατες πόλεις" πάντρεψε ευφυέστατα τη λογοτεχνία με την αρχιτεκτονική του φανταστικού. Στο "Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης" τόλμησε σε ένα μυθιστόρημα να εντάξει τις αρχές δέκα διαφορετικών μυθιστορημάτων -διαφορετικού ύφους, συγγραφέα, εθνικότητας. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Σ' αυτές τις ημιτελείς ασκήσεις επί χάρτου, κατάφερε να μιλήσει με χιούμορ για τη λογοτεχνία, τους αναγνώστες και την ανάγνωση, θίγοντας θέματα όπως η λογοκρισία, τα πνευματικά δικαιώματα, η λογοκλοπή. Όλα αυτά με μια μικρή δόση από γκαγκστερικές περιπέτειες. 

Από όλα του τα βιβλία, όμως, αγάπησα περισσότερο τους "Δύσκολους έρωτες". Απολαυστικές ιστορίες για ανθρώπους που θέλουν, μα δεν μπορούν να συναντηθούν. Στην περιπέτεια της κολυμβήτριας, μια γυναίκα χάνει το κάτω μέρος του μαγιού της την ώρα που κολυμπά. Γαντζώνεται από μια σημαδούρα και προσπαθεί να κολυμπήσει με τρόπο που να μην εκθέτει τα οπίσθιά της στα βλέμματα των παραθεριστών.

Κι αυτή, ενώ είχε ανάγκη από εμπιστοσύνη, έβρισκε μπροστά της ένα φράχτη γεμάτο κακεντρέχειες και υπονοούμενα, έναν αγκαθότοπο γεμάτο βλέμματα που σε καρφώνουν, γκριμάτσες και διφορούμενα χαμόγελα, ξαφνικές ερωτηματικές σιωπές των κουπιών στην επιφάνεια του νερού, και κάθε φορά το έσκαγε μακριά τους. 

Κολυμπά μέχρι το σούρουπο, που δυο ψαράδες οργανώνουν τη διάσωσή της. Η ψευδαίσθηση της έκθεσης -όταν κανείς δεν μας κοιτάζει αλλά νιώθουμε πως όλοι μάς παρακολουθούν- οδηγεί στην εσωτερική διαδικασία μιας επίπονης ενδοσκόπησης. Σκέψεις που αφορούν τον άντρα και τη γυναίκα, τον έρωτα, τα στερεότυπα, τη ζήλια. Μέχρι που η διάσωση διώχνει τελικά τον φόβο μιας επικείμενης τιμωρίας.

Η κυρία Ιζότα συνειδητοποίησε τότε πόσο μια γυναίκα είναι μόνη, πόσο σπάνια είναι ανάμεσα στις γυναίκες η αυθόρμητη και αλληλέγγυα καλοσύνη -θανάσιμα τραυματισμένη ίσως από τη στενή επαφή με τον άντρα- το μόνο πράγμα στον κόσμο που μπορεί να προλάβει κάθε σου ανάγκη, να σε περιβάλει με κατανόηση τη στιγμή της κακοτυχίας, και που οι άντρες δεν μπορούν να καταλάβουν. Οι γυναίκες δε θα την έσωναν ποτέ. 

Στην περιπέτεια του υπαλλήλου, ο έρωτας παρουσιάζεται ως μοναδική ευκαιρία απόδρασης από τη βάσανο της καθημερινότητας. Η δύναμη της ρουτίνας και της συνήθειας, όμως, πάντα τον επισκιάζουν. 

[...] δεν θα κατόρθωνε ποτέ να της πει τι ήταν γι' αυτόν η νύχτα που είχε περάσει, που ήδη ένιωθε να εξανεμίζεται, όπως εξανεμίζεται κάθε νύχτα τέλειου έρωτα, στη φρικτή καθημερινότητα του καιρού που περνά.   

Παρόμοιες δυσκολίες βιώνουν στρατιώτες, κακοποιοί, φωτογράφοι, ταξιδιώτες, μύωπες, ποιητές και χιονοδρόμοι.  Ο έρωτας ποτέ και πουθενά δεν είναι βιώσιμος. Χάνεται πίσω από τείχη ανυπέρβλητων εμποδίων. Η κάθαρση που προσφέρει είναι προσωρινή. Θαρρείς και η δυσκολία στην επικοινωνία αποτελεί απαραίτητο συστατικό του ερωτικού παιχνιδιού.  

Στην περιπέτεια της παντρεμένης, η σύζυγος αποκτά αυτοπεποίθηση μετά από την πρώτη της μοιχεία. Στην περιπέτεια των παντρεμένων, άντρας και γυναίκα εκδηλώνουν σιωπηλά την τρυφερότητά τους όταν ένας από τους δύο απουσιάζει από το σπίτι: αγκαλιάζουν άδεια σεντόνια, ετοιμάζουν φαγητό για εκείνον που λείπει, φαντασιώνονται ο ένας τον άλλον, νιώθουν τη μυρωδιά τους στα ρούχα. Πνευματική παρουσία, σωματική απουσία. 

Στην περιπέτεια του αναγνώστη, που είναι η πιο ξεκαρδιστική από όλες (ίσως επειδή αφορά τους πιο τραγικούς από μας) συμβαίνει το αντίθετο: η αναγνώστης είναι παρών στον έρωτα σωματικά, αλλά απουσιάζει πνευματικά. Ο καημένος ο Αμεντέο πίσω από τις σελίδες του βιβλίου του ανακαλύπτει έναν κόσμο όπου η ζωή είναι πιο ζωντανή από την πραγματική. Ακόμη και στη θάλασσα, όταν κολυμπά, η καρδιά του είναι πάντα εκεί, στο βιβλίο που έχει αφήσει στην ακρογιαλιά. Τι γίνεται όταν μια γυναικεία παρουσία τραβά την προσοχή του;

Από την άλλη μεριά της πετσέτας η κυρία είχε βγάλει το σουτιέν της χωρίς να νοιάζεται αν αυτός κοίταζε ή όχι. Ο Αμεντέο δεν ήξερε αν έπρεπε να την κοιτάζει κάνοντας δήθεν πως διαβάζει, ή αν έπρεπε να συνεχίσει να διαβάζει κάνοντας δήθεν πως την κοιτάζει. Τον ενδιέφεραν και η μία και η άλλη περίπτωση και φοβόταν ότι αν κοίταζε θα φαινόταν πολύ αδιάκριτος, ενώ αν συνέχιζε να διαβάζει, πολύ αδιάφορος.

Τελικά, ο συμπαθητικός αναγνώστης και η κυρία με το γυμνό στήθος αρχίζουν να ερωτοτροπούν. Ο Αμεντέο, υπό την επήρεια του ερωτικού πάθους, προσπαθούσε να ελευθερώσει το ένα του χέρι για να βάλει το σελιδοδείκτη του βιβλίου του στη σωστή σελίδα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αντιπαθητικό από το να θέλεις να αρχίσεις αμέσως να διαβάζεις και να μη βρίσκεις σε ποια σελίδα είχες μείνει!

Δύσκολο πράγμα ο έρωτας. Αναρωτιέμαι αν ο Καλβίνο είχε δίκιο όταν έγραφε στη τελευταία φράση αυτού του τρυφερού βιβλίου: "Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να μας δεχτεί και να μας καταλάβει".  

Ίταλο Κλαβίνο,  Οι δύσκολοι έρωτες, Αστάρτη (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Αθήνα 1985.



*** 




Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Εξώφυλλα #22: Dick Bruna III - Τα υπόλοιπα


Μπορεί να είναι ευρύτερα γνωστός για τα παιδικά του βιβλία και το κοινό να τον λάτρεψε για τη Miffy, αλλά το έργο του Dick Bruna δεν περιοριζόταν εκεί.

























Σχεδίαζε εξώφυλλα και αφίσες για την εταιρεία του πατέρα του "A.W. Bruna and Zoon", ενώ διασημότερα όλων ήταν τα εξώφυλλά του για τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Ζ. Σιμενόν.  



Ο επιθεωρητής Ζυλ Μαιγκρέ, με την καπαρντίνα και την πίπα του, αποτελούσε το σήμα κατατεθέν σε όλα τα εξώφυλλα αυτών των βιβλίων.

Οι γραμμές ήταν αυστηρές, λίγες καμπύλες, έντονα χρώματα. Πολλά από τα εξώφυλλά του θυμίζουν έργα γνωστών προκατόχων του, όπως ο Paul Rand και ο Alvin Lustig


 























Σε αρκετά από αυτά τα βιβλία, εκτός από το εξώφυλλο, παρουσιάζει ενδιαφέρον και το εσώφυλλο του βιβλίου, που συχνά δημιουργούσε στον αναγνώστη προσδοκίες και ερωτηματικά για την υπόθεση του μυθιστορήματος. 


Τέλος, ένα ακόμη χαρακτηριστικό τους ήταν η κινηματογραφική αισθητική. Οι αφίσες έργων του Χίτσκοκ, του Τριφό, του Λουί Μαλ συχνά θυμίζουν εξώφυλλα που είχε σχεδιάσει ο Bruna. 






Όσο όμορφα κι αν είναι αυτά τα εξώφυλλα, πάντως, όσο κι αν άλλαξαν την αισθητική στη γραφιστική τέχνη, όσο κι αν πρωτοτύπησαν...


























...η φήμη τις Miffy πάντοτε θα τα επισκιάζει, και δικαίως. Έτσι, νομίζω πως η καταλληλότερη φωτογραφία για να κλείσει το αφιέρωμα σ΄αυτόν τον σπουδαίο σχεδιαστή είναι αυτή που κρατά στην αγκαλιά του το πλασματάκι στο οποίο η καριέρα του οφείλει τα πάντα.

O Dick Bruna έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Φεβρουάριο, σε ηλικία 89 ετών. Είχε αποκτήσει δύο γιους, εγγόνια, ένω πέρασε παραπάνω από τη μισή του ζωή με την πολυγαπημένη του σύντροφο, που τον συμβούλευε για κάθε σχέδιο της Miffy. 

Τα τετράγωνα βιβλιαράκια του κυκλοφορούν παντού. Χάρη στα στρογγυλοπρόσωπα παιδάκια που ζωγράφισε, εκατοντάδες πιτσιρίκοι ξεπέρασαν άγχη πολύ σημαντικά στη ζωή, όπως: το να μάθεις να δένεις τα κορδόνια σου, να ντύνεσαι μόνος σου, να μετράς σωστά, να ψωνίζεις. Πολύ κρίσιμα όλα τους. 



***


Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

Εξώφυλλα #21: Dick Bruna II - Τα παιδικά


Όλα τα εξώφυλλα των παιδικών βιβλίων που σχεδίασε ο Dick Bruna είχαν παρόμοια αισθητική και φιλοσοφία. Τη συναντήσαμε, άλλωστε, και στη Miffy. Πρώτο του βιβλίο ήταν το "Μήλο", που εκδόθηκε το 1953. Η Miffy ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα. 
 



















Από τα τέλη της δεκαετίας του '50, καθιέρωσε το τετράγωνο σχήμα σε όλα του τα βιβλία. Πίστευε ότι ήταν καταλληλότερο για παιδιά και θα μπορούσε να κάνει το βιβλίο πιο εύχρηστο για τα παιδικά χεράκια. 



Οι διαστάσεις για κάθε βιβλίο ήταν ίδιες: 16x16cm. Στη δεξιά πλευρά υπήρχε πάντοτε μια εικόνα, που καταλάμβανε όλη τη σελίδα, και στην αριστερή ένα κείμενο που δεν ξεπερνούσε τις τέσσερις σειρές.


Στα χρώματα αντιπαθούσε την ποικιλία. Χρησιμοποιούσε μόνο τα τέσσερα βασικά (άσπρο, κόκκινο, κίτρινο, μπλε) και το πράσινο. Έτσι, ένα παιδάκι θα μπορούσε να αναγνωρίσει ένα από τα βιβλία της αγαπημένης του σειράς από μακριά. 


Το κείμενο ήταν πολύ απλό, κάποιες φορές είχε ομοιοκαταληξίες, και έναν ρυθμό που θα βοηθούσε τον ενήλικα στην ανάγνωση, αλλά και το παιδί στο να απομνημονεύσει κομματάκια της ιστορίας.  Ακόμα και η γραμματοσειρά δεν παρουσίαζε ιδιαιτερότητες. Ένα απλό "sans serif", χωρίς καμπύλες και κυματισμούς, ξεκούραστο για το μάτι, ταιριαστό με τα χρώματα και τα σχέδια.

 

O Bruna θεωρούσε πολύ σημαντικό να αιχμαλωτίζεται το βλέμμα του μικρού παιδιού από ένα πρόσωπο απλό, χαμογελαστό και φιλικό, γύρω από το οποίο θα υπήρχε πολύς λευκός χώρος. Μια εικόνα που δεν δημιουργεί ερωτηματικά, δεν τρομάζει, αλλά και δεν δεσμεύει τη σκέψη. Γι' αυτό το λόγο, ποτέ δεν ζωγράφισε κανέναν χαρακτήρα προφίλ. Οι μικροί του ήρωες -παιδιά, ζώα, φρούτα και λαχανικά- κοιτούν πάντοτε τον αναγνώστη κατά πρόσωπο και, συνήθως, του χαμογελούν. 

***

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017

Εξώφυλλα #20: Dick Bruna I - Miffy



Τα τελευταία χρόνια, στις γιορτές και τα καλοκαίρια φροντίζω να περνώ όσο περισσότερο χρόνο μπορώ ως "θεία" μιας υπέροχης μικρής. Eίναι τριών χρονών. Παίζουμε, βολτάρουμε, συζητάμε όσα έχει στο μυαλό της και διαβάζουμε. Τα βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά αυτής της ηλικίας είναι πάμπολλα, ενώ όσοι έχουν επαφή με παιδάκια έχουν σίγουρα παρατηρήσει πόσο μεγάλη αδυναμία εκδηλώνουν στις εύκολες κατασκευές και τα αυτοκόλλητα. 

Κολλώντας ρούχα και φάτσες μαθαίνουν τα χρώματα, τα σχήματα, τις εποχές. Ολόκληρες πολιτείες φτιάχνουν συμπληρώνοντας στο χαρτί τα κομμάτια που λείπουν: κόκκινο για την πυροσβεστική, άσπρο για το νοσοκομείο, πράσινο στο πάρκο της γειτονιάς και πάει λέγοντας.

Αυτού του είδους τα βιβλία παρουσιάζουν πολύ μεγάλη ποικιλία σε χρώματα και σχέδια και αναρωτιέμαι αν αυτό απελευθερώνει ή εγκλωβίζει τελικά την παιδική φαντασία. Όσο ασχολείται κανείς με την εικονογράφηση και το παιδικό βιβλίο, τόσο συνειδητοποιεί πως αυτό που αιχμαλωτίζει το βλέμμα των παιδιών είναι η απλότητα. Έμεινα έκπληκτη όταν συνειδητοποίησα πόσο σκλαβώθηκε η μικρούλα μου όταν, για να μάθουμε τα χρώματα, της δώρισα το πρώτο βιβλίο της Miffy. 

H Miffy, δημιούργημα του Ολλανδού Dick Bruna, ήταν αρχικά ένα άφυλο λαγουδάκι που έχει ξεπεράσει πια τα εξήντα του χρόνια. Ο Bruna το σχεδίασε στα μέσα της δεκαετίας του '50, την ώρα που έλεγε μια ιστορία στον γιο του, για ένα λαγουδάκι που συνάντησαν στον δρόμο. Το σχέδιο είναι σχεδόν παιδικό: απλές γραμμές, δυο τελίτσες για μάτια κι ένας σταυρός για στόμα. Αυτή η απλότητα βασάνισε αφάνταστα τον Ολλανδό εικονογράφο, που ένιωθε αγχωμένος κάθε φορά που ξεκινούσε ένα σχέδιο της Miffy. Με αυτές τις δυο τελίτσες και το τόσο απλό στοματάκι η -αργότερα θηλυκιά- Miffy έπρεπε να μπορεί να εκφράσει τη χαρά  ή τον ενθουσιασμό της, να φανεί ευτυχής ή στεναχωρημένη. 

Η ζωή της είναι απλή: ντύνεται, ζωγραφίζει, μαγειρεύει, μαζεύει μήλα, λεμόνια και πορτοκάλια, κάνει αταξίες, πηγαίνει διακοπές, παίζει στο χιόνι. Το πρώτο δυσάρεστο πράγμα που της συνέβη ήταν ο θάνατος της γιαγιάς της. Τότε προστέθηκε στο σχέδιο ένα δάκρυ. Ήταν μια σημαντική απόφαση στην καριέρα του Bruna να μιλήσει στα παιδιά για τον θάνατο. 

Το σχέδιο της Miffy σταδιακά εξελίχθηκε: ένα κορδελάκι στα μαλλιά, ένα πολύχρωμο φουστάνι. Αργότερα γνωρίσαμε τους γονείς και τους φίλους της. Μα καθόλη τη διάρκεια της ζωής της παρέμεινε απλή, λευκή, ένα σχέδιο που αφήνει άπλετο χώρο στην παιδική φαντασία να οργιάσει και αποτελεί ατράνταχτη απόδειξη ότι δυο γραμμές είναι αρκετές για να αποκτήσει συναίσθημα το χαρτί.  

Ένα βιβλιαράκι 15 εκατοστών, με 12 σελίδες όλες κι όλες, μπορεί να κρατήσει χαρούμενο ένα τρίχρονο παιδάκι για αρκετά εικοσιτετράωρα. Δεν είναι τυχαίο που η Miffy έγινε σύμβολο, γνώρισε επιτυχία σε όλο τον κόσμο, γέμισε με τις περιπέτειές της πάνω από 100 τίτλους βιβλίων, μεταφράστηκε σε δεκάδες γλώσσες, τυπώθηκε σε εκατομμύρια αντίτυπα και έκανε τον δημιουργό της πάμπλουτο. Ο Bruna, πάντοτε μετριοπαθής, ήταν χαρούμενος για τη Miffy, αλλά ποτέ δεν τη θεώρησε το σημαντικότερο έργο του. Ήταν όμως αυτό που τον βοήθησε να συνεχίσει την καριέρα του και να αφιερωθεί στη ζωγραφική. Δεν ήθελε μετά τον θάνατό του να αναλάβει άλλος τα σχέδια και τις περιπέτειες της μικρής του ηρωίδας. Η λαγουδίτσα ήταν ένα κομμάτι του εαυτού του. Είναι το κομμάτι του που παραμένει ζωντανό στις καρδιές παιδιών από όλο τον κόσμο. 

Η Miffy γνώρισε πολλές απομιμήσεις, γνωστότερη από τις οποίες είναι η Γιαπωνέζα Kitty. Ένα σχέδιο χωρίς έκφραση, που τυπώνεται σε πολλά διαφορετικά καταναλωτικά είδη: από σχολικά μέχρι παζλ, τσάντες, κραγιόν. Ο Bruna θεωρούσε την Kitty ένα σχέδιο που ενισχύει στα παιδιά το καταναλωτικό πνεύμα και απευθύνεται σε μοδάτα κορίτσια και λάτρεις του κιτς. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για μια τέτοια προώθηση του προϊόντος που δημιούργησε. Του άρεσε να κάνει ποδήλατο στη γενέτειρά του, την Ουτρέχτη, να βλέπει τους αντικατοπτρισμούς του ουρανού στα κανάλια και να φαντάζεται πλάι του τη Miffy, απλή και καλοσυνάτη.

***

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Αλλαγή

 "Meat store". Warsaw, Poland (1982)

 
Ο πόλεμος δεν προξένησε ιδιαίτερη έκπληξη σε κανέναν. Ήδη από τον Ιούλιο έσκαβαν χαντάκια κι έστηναν οδοφράγματα στους δρόμους της Βαρσοβίας. Ως κι οι ραβίνοι πήραν τα φτυάρια κι έσκαβαν χαντάκια. Τώρα που ο Χίτλερ ήταν έτοιμος να εισβάλει στη χώρα τους, οι Πολωνοί ξέχασαν τις διαφορές τους με τους Εβραίους κι έγιναν, Θεός φυλάξοι, ένα έθνος. Παρ' όλα αυτά, όταν οι Ναζί άρχισαν να μας βομβαρδίζουν, τρομάξαμε. Αν ήταν να σου διηγηθώ πώς φτάσαμε στο Μπιαλιστόκ, θα έπρεπε να κάτσουμε εδώ μέχρι αύριο. 
[...] 
Το τι συνέβαινε στο Μπιαλιστόκ είναι πέρα από κάθε περιγραφή. Καθώς η πόλη ανήκε στους Σοβιετικούς και οι κίνδυνοι του πολέμου είχαν περάσει, όσοι είχαν επιζήσει συμπεριφέρονταν λες και είχαν αναστηθεί. Σοβιετικοί συγγραφείς γίντις έρχονταν από τη Μόσχα, από το Χάρκοβο, από το Κίεβο, για να χαιρετίσουν, στο όνομα τους Κόμματος, τους συναδέλφους τους από την Πολωνία, και ο κομμουνισμός έφτασε να γίνει ένα πολυτιμότατο αγαθό. Οι λίγοι εκείνοι συγγραφείς που στην Πολωνία ήταν πραγματικά κομμουνιστές, τώρα έγιναν μεγάλοι και τρανοί, που θα έλεγες πως ετοιμάζονταν να πάνε στο Κρεμλίνο και να γίνουν Στάλιν στη θέση του Στάλιν. Αλλά ακόμα και οι μεγαλύτεροι αντικομμουνιστές άρχισαν να προσποιούνται ότι δήθεν ήταν από πάντα κρυφοί συμπαθούντες ή φλογεροί συνοδοιπόροι.  Όλοι τους καυχιούνταν για την προλεταριακή τους καταγωγή. Όλοι κατάφεραν να ξεθάψουν κάποιον θείο τους παπουτσή, κάποιον κουνιάδο αμαξά ή κάποιον συγγενή  που πήγε φυλακή για τον αγώνα. Μερικοί ανακάλυψαν εξαίφνης ότι οι παππούδες τους ήταν αγρότες[1]

Απόσπασμα από το διήγημα "Το χειρόγραφο"

***

[1]΄Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, Ο τελευταίος δαίμονας και άλλα διηγήματα (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου - Γιώργος Τσακνιάς), Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1995.
[2] H φωτογραφία είναι του σπουδαίου  φωτογράφου Chris Niedenthal.

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Το τετράγωνο αυγό και άλλες ιστορίες


Ο Έκτορ Χίου Μούνρο, γνωστότερος με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Σάκι, υπήρξε ιδιαίτερη περίπτωση στη βρετανική λογοτεχνία και πραγματικός μετρ του διηγήματος. Γεννήθηκε το 1870 στη Βιρμανία και πέθανε το 1916 στα χαρακώματα του γαλλικού μετώπου. Στο "Τετράγωνο αυγό" ο πόλεμος  παρουσιάζεται με τα μάτια του ασβού:
Τι σκέφτεται ο ασβός για τη ζωή δεν θα το μάθουμε ποτέ, και είναι κρίμα, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε και τίποτε· είναι αρκετά δύσκολο να ξέρεις τι σκέφτεται κανείς στα χαρακώματα. [...]

Παρεμπιπτόντως, το να είσαι παιδί σε ένα χωριό κοντά στην πρώτη γραμμή του πυρός πρέπει να προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: κανένας δεν επιχειρεί να σου μάθει νοικοκυροσύνη.

Η μητέρα του συγγραφέα βρήκε τραγικό θάνατο από μια αφηνιασμένη αγελάδα και ο Σάκι, τρίτο παιδί της οικογένειας, μεγάλωσε στην Αγγλία με δύο γεροντοκόρες πολύ αυταρχικές θείες. Μάλλον δεν είναι τυχαίο  που στις ιστορίες του παρακολουθούμε τα γεγονότα ιδωμένα άλλοτε από την οπτική γωνία ενός ζώου-τιμωρού και άλλοτε απ' αυτήν ενός καταπιεσμένου αγοριού, που επίσης γίνεται ανελέητος τιμωρός της ανόητης υποκρισίας των ενηλίκων. Η δε θεία, όταν πρωταγωνιστεί, είναι είτε αντιπαθητική είτε γελοία.
Στο διήγημα "Ο παραμυθάς",  μια θεία ταξιδεύει με τα τρία ανιψάκια της και ο καημένος συνεπιβάτης τους στο τρένο δεν μπορεί να βρει ούτε για ένα λεπτό την ησυχία του. Ώσπου αποφασίζει να αφηγηθεί στα τρία "τέρατα" την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού. Το κοριτσάκι ήταν τόσο "φρικτά καλοσυνάτο" και είχε κερδίσει τόσα μετάλλια συνέπειας, προσήνειας και καλοσύνης, που κουδούνιζαν στο δάσος, κι έτσι τη βρήκανε οι λύκοι και την έφαγαν.  "Η πιο ακατάλληλη ιστορία που θα μπορεί να πει κανείς σε παιδιά! Υποσκάψατε τα θεμέλια επιμελούς εργασίας πολλών ετών!"

Στο διήγημα "Η αποθήκη", μια εξίσου μισητή θεία καταπιέζει μέχρις εσχάτων τον πολύ εξυπνότερο ανιψιό της, ενώ στη "Λουίζ" μια αφηρημένη γυναίκα δεν μπορεί να θυμηθεί σε ποιο από όλα τα πολυκαταστήματα του Λονδίνου ξέχασε την ανιψιά της: 

- Μένω κατάπληκτη, είπε η κληρονόμος χήρα, που μπορείς να κάθεσαι εκειπέρα πίνοντας ήσυχη το τσάι σου, ενώ πριν από λίγο έχασες την αγαπημένη σου ανιψιά.
- Μα τι είναι αυτά που λές! Μιλάς σαν να την άφησα στον άλλο κόσμο, ενώ απλώς θα μου παράπεσε για λίγο. Όπου να ΄ναι θα το θυμηθώ πού την έχασα, μην ανησυχείς καθόλου. 

Η ειρωνεία του Σάκι δεν αφήνει κανέναν ανέγγιχτο και σατιρίζει με εντυπωσιακή οξύνοια την παρακμή της εδουαρδιανής κοινωνίας. Ένας καθωσπρέπει Βρετανός οφείλει να πίνει κάθε απόγευμα ατάραχος το τσάι του είτε υποφέροντας τη μουρμούρα της συζύγου του είτε υπομένοντας τη σιωπή της. Ο σνομπισμός και το πείσμα της λαίδης Αν στο ομώνυμο διήγημα δεν βοηθούν καθόλου τον σύζυγό της να καταλάβει ότι στο μικροκαβγαδάκι τους την ώρα του τσαγιού εκείνη δεν απαντά στις απολογητικές του κουβεντούλες πολύ απλά επειδή είναι... νεκρή. 

 
Οι συμβάσεις του γάμου στις αρχές του περασμένου αιώνα ήταν τόσες, που φαίνεται πως δεν επέτρεπαν στον άντρα να διαχωρίσει μια ζωντανή από μια νεκρή σύζυγο.

- Όλα εντάξει με την πρόταση γάμου, ανακοίνωσε, ήμασταν στην έκτη τρύπα, όταν μου πρότεινε να τον παντρευτώ. Του είπα ότι χρειάζομαι κάποιο χρόνο να σκεφτώ την πρότασή του. Στην έβδομη τρύπα τού είπα το "ναι". 
- Κοριτσάκι μου, είπε η μητέρα της, νομίζω ότι λίγη παρθενική ντροπή και δισταγμός δε θα 'ταν άσχημα για την ώρα, αφού δεν έχει περάσει ουτε μια βδομάδα που τον γνώρισες. Θα μπορούσες τουλάχιστον να περιμένεις μέχρι την ένατη τρύπα. 

Πάνω από τις τρύπες του γκολφ, στην καλύτερη περίπτωση κατά τη διάρκεια μιας παρτίδας κρίκετ, χιλιάδες νεαρές Βρετανίδες ονειρεύονται τον εαυτό τους σύζυγο εκείνη την επίσημη ώρα του απογεύματος που θα κάθονται πίσω από φίνα πορσελάνινα και ασημένια σερβίτσια και οι φωνές τους θα κουδουνίζουν ευχάριστα σ' έναν χείμαρρο μικρών ερωτήσεων: "Το τσάι δυνατό ή ελαφρύ; Πόσο γάλα; Μήπως καθόλου; Ζάχαρη; Κρέμα;".

Ο Σάκι βάζει στο στόχαστρο της πένας του τη νοσηρότητα μιας βαρύθυμης και νωθρής μπουρζουαζίας που έχει αναγάγει την πλήξη της σε ιδεολογία. Σ' αυτή την κοινωνία υποκρισίας, τα παιδιά και τα ζώα αποτελούν μοναδικούς φύλακες της ζωής και της φαντασίας. Σ' έναν κόσμο που η ημιμάθεια περνιέται για καλλιέργεια και η κοινωνική πόζα γίνεται μόδα, τα παιδιά, ζωηρά και αθώα, άλλοτε με αφοπλιστική ειλικρίνεια και άλλοτε με καλοειπωμένα ψέματα, επιλέγουν τον δρόμο της ανυπακοής και διοχετεύουν τη στοργή τους σε παραμελημένα γεροντοπαλίκαρα, μυστικές αποθήκες, γουρουνάκια και κουνάβια. 



Σ' ένα από τα διηγήματα της συλλογής, η ανιψιά της κυρίας Γκέρτλμπερυ διαπιστώνει μονολογώντας πως όλα στη ζωή της είναι σύμβαση και αυταπάτη. Δεν είναι καλή χορεύτρια και κανένας δεν θα τη θεωρούσε όμορφη, αλλά όταν πηγαίνει στους ανιαρούς χορούς της τάξης της καμώνεται πως πετάει στον έβδομο ουρανό, πως προσελκύει βλέμματα καβαλιέρων-υποψήφιων μνηστήρων και πως θα επιστρέψει σπίτι της με ευχάριστες αναμνήσεις, παρά τις επίπλαστες και κούφιες κουβέντες στις οποίες ξόδεψε τις ώρες της.

Είμαστε πολλά ζώα καρφωμένα σε κάποια αναβαθμίδα Μάπιν, αλλά με την εξής διαφορά ως προς τις δυσμενείς συνθήκες που μας έλαχαν: τα ζώα είναι εκεί για να τα κοιτάζουν, ενώ εμάς δεν γυρίζει να μας κοιτάξει κανένας. 


*** 

[1] Σάκι, Το τετράγωνο αυγό και άλλες ιστορίες (μτφρ., επίμετρο: Ανδρέας Σπύρου), Ίνδικτος, Αθήνα 2013. 
[2] Στις δύο τελευταίες εικόνες μια εικονογράφηση του διηγήματος "Σρέντνι Βαστάρ" από την Emma Molony.

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017

Κοινή ανάγνωση



Το χαρακτηριστικό που κάνει την ερωτική πράξη και την ανάγνωση να μοιάζουν μεταξύ τους είναι ότι στο εσωτερικό τους ανοίγονται χρόνοι και χώροι διαφορετικοί από το χρόνο και το χώρο που είναι δυνατόν να υπολογιστούν. 
Στον μπερδεμένο αυτοσχεδιασμό της πρώτης συνάντησης μπορεί κανείς να διαβάσει την πιθανή περιπέτεια μιας συμβίωσης. Σήμερα, ο ένας είναι αντικείμενο ανάγνωσης του άλλου, ο καθένας διαβάζει στον άλλο την άγραφη ιστορία του. Αύριο, Αναγνώστη και Αναγνώστρια, αν συνεχίσετε να είστε μαζί, αν συνεχίσετε να ξαπλώνετε στο ίδιο κρεβάτι σαν ένα κανονικό ζευγάρι, θα ανάβετε ο καθένας το αμπαζούρ κοντά στο μαξιλάρι του και θα βυθιστείτε ο καθένας στο δικό του βιβλίο. Δύο παράλληλα διαβάσματα θα συνοδέψουν τον ύπνο που θα πλησιάζει. Πρώτα εσύ και ύστερα εσύ θα σβήσετε το φως. Σαν επαναπατρισμένοι από διαφορετικούς κόσμους θα ξαναβρεθείτε φευγαλέα στο σκοτάδι που σβήνει όλες τις αποστάσεις, πριν τα διαφορετικά όνειρα σάς σύρουν εσένα από τη μια μεριά κι εσένα από την άλλη. Μην ειρωνεύεστε, όμως, αυτή την προοπτική συζυγικής αρμονίας: ποια καλύτερη εικόνα ζευγαριού θα μπορούσατε ν' αντιπαραθέσετε; 

***

[1] Ίταλο Καλβίνο, Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης... (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Αστάρτη, Αθήνα 1982. 
[2] Στη φωτογραφία ο Ζαν Λικ Γκοντάρ και η Άννα Καρίνα σε μια προσωπική τους σκηνοθεσία.