Σελίδες

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

Ο Όργουελ για τον Ντίκενς


Ο Κάρολος Ντίκενς είναι από τους λίγους Βρετανούς λογοτέχνες που φιγουράρουν στην αγγλική λίρα μαζί με τη βασίλισσα. Αν επισκεφτεί κανείς το Λονδίνο, θα τον συναντήσει σίγουρα. Κι αν όχι στα χαρτονομίσματα, στα γραμματόσημα, σε ονόματα δρόμων ή στο Αβαείο του Γουέστμινστερ όπου είναι θαμμένος στη γωνιά των ποιητών. Πώς γίνεται ένας συγγραφέας που διαβάζεται από ανθρώπους της εργατικής τάξης (πράγμα που δεν συμβαίνει με κανέναν άλλο μυθιστοριογράφο του αναστήματός του) να βρίσκεται θαμμένος στο Αβαείο του Γουέστμινστερ, αναρωτιέται στο σχετικό του δοκίμιο ο Τζωρτζ Όργουελ. Τι ήταν τελικά αυτός ο άνθρωπος; Ήταν καθολικός, όπως πίστευε ο Τσέστερτον; Αιμοσταγής επαναστάτης, όπως τον παρουσίασε ο Τζάκσον;  Ή ένας μεσοαστός αισθηματίας, όπως υποστήριξε ο Λένιν; Μάλλον δεν ήταν τίποτε από τα τρία. Είναι, όμως, ένας συγγραφέας που αποτελεί εθνικό θεσμό για τους Βρετανούς, παρόλο που σε πολλά από τα μυθιστορήματά του επιτίθεται στους θεσμούς του αγγλικού κράτους. Απλά, κατάφερε να το κάνει χωρίς να γίνει μισητός. Τους επαναστάτες πολλοί εμίσησαν, τον Ντίκενς ουδείς. 

Η αλήθεια είναι πως ο Ντίκενς δεν εντρύφησε στην εργατική τάξη. Στα μυθιστορήματά του ασχολείται με την εμπορική αστική τάξη του Λονδίνου και τα παράσιτά της. Κανένας εργάτης. Και οι λίγοι προλετάριοι που σκιαγράφησε ήταν αστείοι χαρακτήρες: ένας διαρρήκτης (o Μπιλ Σάικς), ένας υπηρέτης (ο Σαμ Γουέλλερ) και μια αλκοολική μαμή (η κυρίας Γκαμπ). Όχι και πολύ αντιπροσωπευτικό δείγμα.



Κατά την άποψη του Όργουελ, ο Ντίκενς είχε καθαρά αστική ηθική. Καμία σοσιαλιστική ιδέα δεν υποστηρίζεται στα μυθιστορήματά του -ουτέ καν στα "Δύσκολα χρόνια"- ενώ έτρεφε χαρακτηριστική απέχθεια για τον συνδικαλισμό. Λίγο πολύ τον παρουσίαζε σαν μια εξαιρετικά επικίνδυνη οχλαγωγία που δημιουργείται επειδή οι εργοδότες δεν είναι καλοί και στοργικοί. 

Πολλές φορές παρουσιάζει τους επαναστάτες σαν φρενοβλαβείς που το σκάνε από το άσυλο, σπάνε τζάμια και πετάνε τούβλα, ενώ στην "Ιστορία δύο πόλεων" δίνει υπερβολικά μεγάλη έκταση στην περίοδο της Τρομοκρατίας που επικράτησε μετά τη Γαλλική Επανάσταση, της οποίας υπήρξε κατά τα άλλα υποστηρικτής.

Σε ολόκληρο το βιβλίο κυριαρχούν τα κάρα που βροντολογούσαν στους δρόμους πηγαίνοντας τους μελλοθάνατους στην γκιλοτίνα, οι ματοβαμμένες λεπίδες, τα κομμένα κεφάλια μέσα στα κοφίνια και οι μοχθηρές γριές που γονατίζανε για να τα δούνε καλύτερα. Στην πραγματικότητα οι σκηνές αυτές δεν καταλαμβάνουν παρά μόνο λίγα κεφάλαια, ωστόσο περιγράφονται με τρομερή ένταση, ενώ το υπόλοιπο βιβλίο κυλάει μάλλον αργόσυρτα.  

Αυτό που οφείλουμε, βέβαια, να παραδεχθούμε, είναι πως ο Ντίκενς γνώριζε πολύ καλά τον ψυχισμό του παιδιού και παρουσίασε όσο λίγοι σύγχρονοί του το θέμα της παιδικής εργασίας, από την οποία είχε υποφέρει και ο ίδιος. 

Στις αρχές του αιώνα δεκάδες χιλιάδων παιδιά, καμιά φορά ακόμη και έξι χρονών, δούλευαν εξοντωτικά στα ανθρακωρυχεία ή στα εργοστάσια βάμβακος, ενώ ακόμη και στα πιο μοντέρνα δημόσια σχολεία τα αγόρια μαστιγώνονταν μέχρι αίματος για ένα λάθος που θα έκαναν στους λατινικούς στίχους τους. 

Αντιλαμβάνεται τα στραβά του συστήματος, αλλά δεν προτείνει τίποτα καινούργιο. Ποτέ δεν προτείνει. Στην πραγματικότητα, έχει την περιορισμένη σκοπιά του αστού και απλά υπερασπίζεται κάπως την εργατική τάξη από συμπάθεια για κάθε καταπιεζόμενο. Η ιδεολογία του περιορίζεται στην άποψη πως "αν φέρονταν καλά οι άνθρωποι, θα ήταν καλός ο κόσμος".  Θα υπερασπιστεί τον μικρομαγαζάτορα έναντι του μεγαλοεργοδότη, επειδή είναι αδύναμος. Ωστόσο, δεν έχει πρόβλημα με την ιδιοκτησία και θα του ήταν εξαιρετικά συμπαθής ένας μεγαλέμπορος, αρκεί να ήταν πραγματικός τζέντλεμαν, να μοίραζε καλούς μισθούς και να χάιδευε τα κεφαλάκια των μικρών παιδιών, σαν τη νεράιδα του παραμυθού, λέει ο Όργουελ. 

Ο Ντίκενς, λοιπόν, δεν έχει ιδέα για την εργασία, τη μηχανή, την πάλη των τάξεων. Αυτά είναι πράγματα που δεν τα χωρά ο νους του. (Και, εδώ που τα λέμε, γιατί σώνει και καλά να τα χωρέσει;) Στόχος του ανθρώπου πρέπει να είναι να παντρευτεί την καλή του, να φτιάξει τη ζωή του, να ζει αξιοπρεπώς και να είναι καλός. 

Τι είναι τότε αυτό που κάνει τον Ντίκενς τόσο αγαπητό, αν όχι τόσο συναρπαστικό; Κατά την άποψη του Όργουελ δεν είναι ούτε οι χαρακτήρες του, ούτε οι καταστάσεις, αλλά η λεπτομέρεια στο πλάσιμο της φράσης, η αριστουργηματική κατασκευή του περιττού. "Κανένας σύγχρονος συγγραφέας δεν θα μπορούσε να συνδυάσει τέτοια έλλειψη στόχων με τόση μεγάλη ζωντάνια". 

Και γιατί ασχολούνται μαζί του οι πάντες -μαρξιστές, καθολικοί και συντηρητικοί; Όλοι ταϊστήκαμε με λίγο Ντίκενς στην παιδική μας ηλικία και οι συνειρμοί που γεννά στη σκέψη μας το έργο του είναι αναπόφευκτοι. "Κάτι που αφομοιώνεται τόσο νωρίς δεν μπορεί να αντιμετωπίσει καμιά κριτική ετυμηγορία". Όταν λέει κανείς ότι του αρέσει ο Ντίκενς, μήπως εννοεί τελικά πως του αρέσει να σκέφτεται τα παιδικά του χρόνια; 
***
George Orwell, Κάρολος Ντίκενς, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2009. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου