Σελίδες

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

Παλαιές Διαθήκες


 Δεν υπάρχει δρόμος

μήτε άνθρωπος

μονάχα σκόνη.[1] 

...η αντοχή, ο μόνος τρόπος επιβίωσης.[2]


Μια γυναίκα βασανίζεται. Σε ποιο απ' τα βλαστάρια της ν' αφήσει το σπίτι που γεννήθηκε; "Αν καταπέσω, ποιος θα με κοιτάξει;" 

"Αν καταπέσει, ποιος θα την κοιτάξει;"

Ξεκούκιζε τις τελευταίες χάντρες της ζωής της κι οριστική απόφαση ήταν αδύνατο να λάβει. 

Πρωτότοκοι, υστερότοκοι και αποπαίδια διεκδικούμε το βιός των προγόνων μας. Μόλις τελειώσει το πλιάτσικο, ξεπλένουμε τα χέρια στον νιπτήρα, τινάζουμε τη σκόνη απ' τα ρούχα, κλείνουμε το γενικό. 

Από την αρχαιότητα. Από τον καιρό του Δημοσθένη. Αναζητούμε από το πιάτο του θανάτου το συμπαθητικό μερτικό μας. 


Τους εμπιστεύτηκε τυφλά,

τους αγιογδύτες

τους άθλιους που πάτησαν

κι οι τρεις τυφλά

όλους του όρους της διαθήκης, 

ροκάνισαν όλα τα λεφτά.

δεκατέσσερα τάλαντα, 

τα έφαγαν, όλα τα ξεκοκάλισαν

και εγκατέλειψαν οι αδίστακτοι

το καχεκτικό αγόρι εφτά χρονών, 

τη μικρή αδερφή του και τη μάνα 

πάμφτωχους, αφρόντιστους, μονάχους.

Οι νεκροί: Σαν ψάρια, αφήνουνε οικόπεδα στην άμμο του βυθού. 

"Το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε", λένε. Κι αν γυρίσουνε πίσω;

"Κωλόπαιδο, 

Έχεις να δεις τη μάνα τρία χρόνια, 

και θες να σου γράψει και το σπίτι". 


Είμαστε κι εμείς που κρατάμε απ'

τους δικούς μας μόνο την ορμήνια τους.

Αν σήμερα, για παράδειγμα, 

τώρα ακριβώς, 

πρέπει οπωσδήποτε να πω 

τις τελευταίες λέξεις, 

να γράψω τη διαθήκη μου

σ' ένα χαρτί, 

μετρώ μονάχα ένα "γεια χαρά"

και ίσως

(δεν είμαι σίγουρη)

ένα "καλό βράδυ". 

Τα καημένα τα γεροντάκια.

Τα καημένα τα λόγια μας. 

* * * 

[1] Γιώργη Παυλόπουλου, "Η σκόνη" 

[2] Τίτου Πατρίκιου, "Δίσεχτα χρόνια"

[3] Όλα τα υπόλοιπα σκόρπιες φράσεις από την ποιητική συλλογή της Σοφίας Σακελλαρίου, "Από την τέφρα μου ίχνος να μη φυλαχτεί": Διαθήκες, Άγρα, Αθήνα 2020. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου