Σελίδες

Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

Κλόουν




Ο κλόουν

δεν έχει εθνικό ύμνο
και δε θυμάται ποτέ 
τα λόγια του

Ο κλόουν
δεν έχει φύλο
έχει φίλους 
τα παιδιά και τους γέρους
το φύλο του είναι
κλόουν






Ο κλόουν   
δεν έχει
ηλικία

είναι
κλόουν χρονών









Ο κλόουν

δεν είναι άνθρωπος

είναι ελεύθερος





 


Ο κλόουν δεν το 'χει σε τίποτα 

να κοιμίσει σαν μωρό στην αγκαλιά του 

έναν αυτοκράτορα

               *
Ο κλόουν δεν κλαίει ποτέ
μόνος του

κλαίει πάντα 
μπροστά στους άλλους






Ο κλόουν
δεν έχει συγγενείς
η μητέρα του 
είναι μία
φωτογραφία.


*** 
 
[1] Ηλίας Κουνέλας, Το εγχειρίδιο ενός καλού κλόουν, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2018. 

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Οι μύθοι του πάρκου

Πεδίον του Άρεως, Πλατεία Πρωτομαγιάς

Η πέργκολα με τους ροδώνες
Σε ποιον ανήκει το Πάρκο; Ποιος θα μπορούσε να αφηγηθεί καλύτερα τις ιστορίες του; Τα αδέσποτα σκυλάκια που προσπαθούν να ξεδιψάσουν στις σπασμένες βρύσες του; Οι άστεγοι που κοιμούνται στα ξεχαρβαλωμένα παγκάκια; Νεαρά και παράνομα ζευγάρια που ερωτοτροπούν στις φυλλωσιές; Έμποροι και χρήστες που ανταλλάσσουν ουσίες σε σεσημασμένα σημεία του; Τα παιδιά που κάνουν πατίνι και ποδήλατο στην πλατεία Πρωτομαγιάς; Οι κάτοικοι της Κυψέλης, της Νεάπολης, του Γκύζη που το διασχίζουν καθημερινά για να πάνε στις δουλειές τους; Οι θαμώνες του; Οι παππούληδες που παίζουν σκάκι και ντάμα τα απογεύματα της άνοιξης; Οι τρελοί και παρατημένοι που απευθύνουν το παραλήρημά τους στα δέντρα; Οι υπάλληλοι του δήμου που μαζεύουν τις σύριγγες και καθαρίζουν τις χημικές τουαλέτες;  

Όσοι πρόλαβαν το Πάρκο στις δόξες του αφηγούνται ιστορίες τόσο διαφορετικές από τις δικές μας: μια όαση στην καρδιά της πόλης, ένας τόπος συνάντησης των κατοίκων της  Αθήνας. Παιδιά να δροσίζονται στα σιντριβάνια, νέοι ν' αγκαλιάζονται κάτω από τις πέργκολες, μια γειτονιά να ανταμώνει και ροκ συντροφιές στο Green Park. Εμείς το προλάβαμε στα τελευταία του. Δύο εκθέσεις βιβλίου κάθε χρόνο το ζωντάνευαν. Ύστερα έκλεισε για να μας ανταμείψει με το ρετουσαρισμένο του πρόσωπο, αλλά μέχρι να ολοκληρωθεί η επέμβαση εξωραϊσμού του η Αθήνα ήταν πια μια άλλη πόλη.

Η Μαυρούλα
Τον περασμένο μήνα, η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών οργάνωσε μια σειρά δράσεων στο Πεδίον του Άρεως: θεατρικές παραστάσεις, ξεναγήσεις, αφηγήσεις παραμυθιών. Στο πλαίσιο του προγράμματος "Park's fables", η κολεκτίβα Chto Delat παρουσίασε το τρίπρακτο θεατρικό έργο "Μύθοι του Πάρκου", μια πολύ ιδιαίτερη περφόρμανς. Σ' ένα  διαφορετικό θέατρο σκιών, χορευτές και κουκλοπαίκτες αφηγήθηκαν τους μύθους του Πάρκου χαρίζοντας την πρωταγωνιστική αφηγηματική φωνή στη Μαυρούλα, το πιο γνωστό από τα δεκάδες αδέσποτα που μπορεί κανείς να συναντήσει σε μια βόλτα του στο Πεδίον του Άρεως. Η Μαυρούλα, με τη μουσούδα της τόσο κοντά στο έδαφος, γνωρίζει τις μυρωδιές και τους ανθρώπους του Πάρκου καλύτερα απ' τον καθένα. Γνωρίζει ποιες βρύσες λειτουργούν και ποιες είναι σπασμένες. Γνωρίζει πού της επιτρέπεται να περπατήσει και πού όχι, ποιοι θα την κλοτσήσουν και ποιοι θα την ταΐσουν, ποιοι θα στρώσουν το κρεβάτι τους εκεί και ποιοι θα επιστρέψουν στα σπίτια τους. 

Μεταμορφωμένη σε μαριονέτα, αποκάλυψε όλα της τα μυστικά ενώ γύρω της χόρευαν χιλιάδες άλλα πρόσωπα του τόπου: οι εθνικοί ήρωες της Λεωφόρου Ηρώων, τα φθαρμένα παπούτσια του κάθε διαβάτη, η σύριγγα, μια άδεια συσκευασία από πατατάκια, ένα ποτιστηράκι, ένα φτυαράκι, η κυρία Καθαριότητα, τα πλακάκια του ντόμινο, μια μπάλα, ένα μάτι -γνωστό από το ξεθωριασμένο γκράφιτι στον τοίχο μιας τουαλέτας που δε λειτουργεί-, τα λουράκια των άλλων σκυλιών, τα σπασμένα γυαλιά, οι τριχωτές πεταλούδες που κατοικούν στην σκοτεινή πλευρά του πάρκου, το παιδικό γέλιο -εμφανίζεται πάντα εκεί που δεν το περιμένεις. Όλα είχαν μετατραπεί σε πρωταγωνιστές μιας ιστορίας. Ενός πολυφωνικού τραγουδιού που μόνο τα αντικείμενα, τα αδέσποτα και τα μικρά παιδιά έχουν ακούσει.  

Κατά τη διάρκεια των παραστάσεων ή πριν από αυτές, γίνονται ξεναγήσεις. Λογιών λογιών άνθρωποι μιλούν για τα δέντρα που επιλέχτηκαν, τα ιστορικά πρόσωπα που περπάτησαν το πάρκο, τα αγάλματα και τις μεγάλες προσωπικότητες που κοιμούνται εκεί μαρμαρωμένες. Και όσο εμείς ξεναγούμαστε, οι πραγματικοί κάτοικοι του πάρκου τρυπιούνται, στρώνουν υπνόσακους, παίζουνε ξύλο, γελούν εκκωφαντικά προκαλώντας την αμηχανία μας,  μας υπενθυμίζουν πως σ΄αυτό τον χώρο οι ξένοι είμαστε εμείς. Παντού αλλού  είναι εκείνοι. 


Νυχτώνει, ο κόσμος αρχίζει να φεύγει και φαντάζομαι πως το Πάρκο θέλει να φύγουμε επιτέλους κι εμείς και να παραδοθεί στην παρακμή του. Ένα κορίτσι κάθεται κάτω από την πέργκολα με τους ροδώνες. Εκμεταλλεύεται το ελάχιστο φως των φανοστατών του δρόμου και ανοίγει ένα αυτοσχέδιο τετράδιο πάνω στα πόδια της. Όταν περνώ από δίπλα της, γράφει αργά αργά και με κουλουριαστά γράμματα τη φράση: "είμαι ήδη δυο μέρες...". Κρυφοκοιτώ, αλλά δεν προλαβαίνω τη συνέχεια και απλά τη φωτογραφίζω από μακριά για να εμπλουτίσω την όμορφη φωτογραφική μου συλλογή με λίγη από την απελπισία της. 

Τώρα βλέπω πού και πού το Πάρκο στον ύπνο μου: ένα υπαίθριο πανδοχείο να σερβίρει πρωινό στους ενοίκους του, να μετράει διαθεσιμότητα σε κλίνες και να ετοιμάζεται για την καλοκαιρινή σεζόν. 

***


Σάββατο 2 Ιουνίου 2018

"Βαλς των δέντρων και του ουρανού"



Φοράει το μπλε σακάκι του, άσπρο πουκάμισο και λευκό παντελόνι, το καπέλο του, που του σκιάζει το πρόσωπο, και στον ώμο έχει περασμένη μια υφασμάτινη τσάντα. Στο αριστερό χέρι του κρατάει το καβαλέτο εξοχής, και στο δεξί έναν λευκό καμβά. Σταματάει λίγο πιο κάτω από το σημείο όπου βρίσκομαι. Ατενίζει τον κάμπο, ξεδιπλώνει το καβαλέτο του και το στήνει στην άκρη του χωραφιού, στερεώνει καλά τα πόδια του στο χώμα και βάζει επάνω τον καμβά. Βγάζει από την τσάντα του μερικά πινέλα, παλέτα, σωληνάρια με χρώματα. Από εκεί που βρίσκομαι, δεν μπορώ να δω πώς προετοιμάζει την παλέτα του, ούτε τι αρχίζει να ζωγραφίζει. Με μεγάλη δυσκολία διακρίνω τον καμβά που σιγά σιγά γεμίζει, καθώς εκείνος ζωγραφίζει κολλημένος πάνω του, χωρίς να σηκώνει το βλέμμα για να κοιτάξει τον κάμπο, λες κι έχει απομνημονεύσει τα πάντα ή ξέρει από πριν τι θα ζωγραφίσει. Με το που σταματάει να ζωγραφίζει, δεν γυρίζει καν να κοιτάξει τι έφτιαξε, ό,τι και να κάνει το βλέμμα του δεν στρέφεται ούτε για μια στιγμή προς τον πίνακα. Μου κάνει εντύπωση πόσο απότομες είναι οι κινήσεις του. Δε χρωματίζει με λεπτές, προσεκτικές κινήσεις, όπως συνηθίζεται, αλλά με βίαιο τρόπο, σαν να κρατάει καμτσίκι στο χέρι και να μαστιγώνει τον καμβά με θυμό, με κοφτές, ακανόνιστες κινήσεις. Στέκεται εκεί, κάτω από τον ήλιο, θα πρέπει να βράζει, το καπέλο δεν μου φαίνεται να κάνει και πολύ σκιά, κι όμως δεν μοιάζει καταβεβλημένος από τη ζέστη. Κάθε τόσο σκουπίζει μηχανικά το μέτωπό του με την ανάστροφη του χεριού του. Πού και πού, παίρνει κάποια απόσταση για να εξετάσει καλύτερα το έργο του, στέκεται εντελώς ακίνητος, μα ούτε για μία στιγμή δεν κοιτάζει τον κάμπο. Ίσως, τελικά, να ζωγραφίζει αυτά που έχει μέσα στο μυαλό του και όχι εκείνα που βλέπουν τα μάτια του. Έπειτα ρίχνεται στη μάχη στήθος με στήθος, χτυπώντας τον καμβά με μικρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Δεν έχω δει ποτέ κανέναν να ζωγραφίζει με αυτόν τον τρόπο. Βγάζει το καπέλο του, σκουπίζει το κούτελό του και, έτσι όπως τον βλέπω προφίλ, δεν μου θυμίζει ζωγράφο αλλά αρπακτικό πουλί που αντικρίζει τη λεία του. 

***

[1]  Jean-Michel Guenassia, Το βαλς των δέντρων και του ουρανού (μτφρ. Ειρήνη Αποστολάκη), ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2017