Σελίδες

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Youth


Danny Lyon, "Youth" (Brooklyn, 1974)

Τον τελευταίο καιρό έχω αλλάξει πολύ ως άνθρωπος, βλέπω τον εαυτό μου να βγάζει όλο και περισσότερα σπυράκια, το συνεχές άγχος με έχει καταπλακώσει, νιώθω πως ακόμα και στον ελεύθερο χρόνο μου κάτι έχω ξεχάσει να κάνω κι αγχώνομαι περισσότερο, οι ανασφάλειές μου έχουν ξεκινήσει να φαίνονται κι όσο μεγαλώνω πολλαπλασιάζονται, φοβάμαι ότι ο κόσμος δε με συμπαθεί, πως είμαι άσχημος, νιώθω ότι πρέπει να αλλάξω για να με συμπαθήσουν όλοι, επίσης τα νεύρα μου είναι λίγο ευαίσθητα, όποιος μου πει κάτι την ώρα που χαλαρώνω νευριάζω πολύ και πολλές φορές χωρίς λόγο, όπως για παράδειγμα όταν κάποιος μου πειράζει τα πράγματά μου, ειδικά συγκεκριμένα που τα έχω θεωρήσει πολύ σημαντικά, γίνομαι έξω φρενών, αρχίζω να φωνάζω, βαράω τον τοίχο, επίσης παρατηρώ ότι έχω χάσει αυτόν τον παιδικό ενθουσιασμό που είχα κάποτε, έχω σταματήσει να χαίρομαι με τα μικρά πράγματα και τώρα πια τίποτα δε με συγκρατεί, όλα τα βλέπω ασήμαντα και μικροσκοπικά, κάτι ακόμα που θεωρώ ότι είναι πρόβλημα είναι ότι τρώω πολύ τελευταία, η μάνα μου λέει πως δεν προλαβαίνει να μου γεμίζει το πιάτο, ειδικά αν έχουμε ένα φαγητό που μου αρέσει. Ηλία, τα έχεις περάσει κι εσύ αυτά, δεν είμαι μόνο εγώ, έτσι;

 ["Γράμμα σ' έναν φίλο", Σ.Ρ., Μαθητής Α' Λυκείου, 2018]

***


Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

"Το μαγεμένο καβάκι"


Τα δέντρα είναι οι γηραιότεροι οργανισμοί του πλανήτη και, λόγω ηλικίας, είναι σοφά. Κληροδοτούν τη σοφία τους από γενιά σε γενιά, και κάθε τρυφερό δεντράκι που πασχίζει να ριζώσει στο χώμα και να αντέξει χειμερινούς ανέμους και φθινοπωρινές μπόρες έχει στα κλαδιά και τον κορμό του κάτι από τη γνώση των προγόνων του. Τα δέντρα αισθάνονται. Αισθάνονται τον ήλιο και τη βροχή, αισθάνονται τη φροντίδα του ανθρώπου και την αγάπη της φύσης, την υγρασία της νύχτας και το κελάρισμα του νερού. Και χαρακτηρίζονται από δύο ανεκτίμητες αρετές: τη γενναιοδωρία και τη συνέπεια. Πεισματάρικα καρποφορούν, εγκλωβισμένα στα πιο γκρίζα τοπία. Και "αειθαλλούν" και φυλλοβολούν  στου χρόνου τα γυρίσματα.


Στα λαϊκά παραμύθια, τα δέντρα επικοινωνούν με τον άνθρωπο. Το θρόισμά τους του ψιθυρίζει μυστικά. Η ανάπτυξή τους του διδάσκει τη ζωή. Οι ανάγκες τους του μαθαίνουν την υπομονή και την έγνοια. Τα χρώματά τους του φανερώνουν την ομορφιά. Μέσα τους κρύβουν ζωές που καταδικάστηκαν στην αναμονή. Μαγεμένα βασιλόπουλα και τιμωρημένες κόρες περιμένουν το αντίδοτο της κατάρας, που μόνο η καλοσύνη μπορεί να προσφέρει. 


Στη συλλογή παραμυθιών "Ο δέντρος", η Αγνή Στρουμπούλη συγκέντρωσε παραμύθια για δέντρα και φυτά. "Στον ποιητικό και μεταφορικό τρόπο των παραμυθιών, σ' αυτή τη κουρελού από κουρέλια-μνήμες παλαιότατων εποχών, έρχονται πολύ συχνά τα λουλούδια, τα φυτά, τα δέντρα να εικονίσουν αλλά και να συμβολίσουν αισθήματα, καταστάσεις, σχέσεις, όλα τα άρρητα με τον καθημερινό λόγο". Σε ένα από τα παραμύθια της συλλογής (θα παρουσιαστεί σε επόμενη ανάρτηση στο σύνολό της) γίνεται αναφορά σε ένα έθιμο της Λέσβου. Όταν ένα ζευγάρι αποκτήσει παιδί, πρέπει να φυτέψει κοντά στη θάλασσα ένα καβάκι. Μια λεύκα δηλαδή. Το φτωχό ζευγάρι του παραμυθιού αποκτά μια θυγατέρα, την Ταξιαρχούλα, κι ο πατέρας της φυτεύει στον κήπο του το καβάκι της. 

Ο πατέρας, μάλιστα, είχεν την αιστησάδα πως, εκεί λέει που 'σκαβγε κι επολέμα, ήσκυβγε κι εκείνο κι εχάδευγέν τονε απάνω στην πλάτη.


Το κοπελουδάκι μεγάλωνε μαζί με το καβάκι, κι όσον εμεγάλωνε ήρεσέν του κάθα που το πότιζεν ν' ανοίει τ' αγκαλάκια του και να τ' αγκαλιάζει, να θωρεί αν εχώρειεν ο λιγνός κορμός του μες στ' αγκάλιασμά του. Μιαν ημέραν, εκεί που 'βάστα το κοπελουδάκι το καβάκι αγκαλιασμένο κι ήσφιγγέ το μες στ' αγκαλάκια του, εσείστηκε το καβάκι και χαμηλώνει την κορφούδα του πλάι στο κοπελουδάκι. Κι απέκειο ήπηρε ανθρώπινη φωνή κι εμίλησέν του κι είπεν του:
-Εχαμήλωσα να σου πω τα φχαριστώ μου για πως με ποτίζεις.  
Κι αφού εχάδεψε το κοπελουδάκι με τα κορφοκλαδέλια του, εσήκωσε την κορφούδα του και στήθηκε πάλι όρθιο κι ήπηρεν απάνω. Το κοπελουδάκι  εξεγκάλιασεν το καβάκι κι ήτρεξε μάνι μάνι στο νταμέλι τωνε. 
-Ω μπαμπά κι ω μαμά, εφώναξε των γονιών του, το καβάκι έχει ανθρώπινη μιλιά και μιλεί.  [...]


 -Ω καβάκι, δεν το πιστέψανε οι γονείς μου πως μιλείς ανθρωπινίσια. 
Το καβάκι εχαμήλωσεν κάτω την κορφούδα του κι είπεν του κοπελουδακιού:
-Αν θες να κάμεις κούνια ανέβ' απάνω στα κλαδάκια μου. 
Ενέβηκε το κοπελουδάκι απάνω στης κορφούδας του τα κλαδέλια, κι αφού ενεψηλώθηκε το καβάκι κανένα γόνατο, εκούνειε την Ταξιαρχούλα. 
-Βάστα με γερά και μη δειλιάς, μα δε σε ρίχτω κάτω, τσ' ήλεε πότε πότε όσο την εκούνειε. 
Αφού εχόρτασε να κουνιέται η Ταξιαρχούλα, εδιάβηκε στο ντάμι τωνε· κι εξεχαμηλώθηκε και το καβάκι κι ίσιαξε μες στον αέρα ίσ' απάνω. 
Από κείνην την ημέραν ήπιασεν η Ταξιαρχούλα με το καβάκι μεγάλες φιλίες. Μόλις επάαινεν κοντά του κι αφού το πότιζεν, εχαμήλων' εκείνο κάτω την κορφούλα του κι ενέβαινε απάνω της η Ταξιαρχούλα κι εκουνιότανε ίσαμε που να βαρεθεί.


Ύστερις επιάνασι τα γλεντίσματα κι εγλεντίζασι, κι άλλοτες εκυνηγιότανε κι άλλοτες επάιζασι το κρυφτό ή τις πετράδους. Το καβάκι ήτανε και βγαλητής κι ήβγανεν κοτσάκια [δίστιχα] και ποιήματα, κι ως ήξερε κιόλας κι ετραγούδειε, τα 'λεεν όλα τραγουδιστά της Ταξιαρχούλας. Κι ήχανεν κι η Ταξιαρχούλα το νου της ν' ακούει τις γλυκιζάμενοι σκοποί του και την ταίριασην των λόων του των όμορφων. Ήτονε και παραμυθάς το καβάκι, κι ήλεέ της και παραμυθέλια για βασιλόπουλα μαγεμένα και κακές μάισσες, και πολλές βολές την ήπαιρνεν ο νύπνος απάνω στα κλαδέλια ή απού κάτω στη ρίζα του. 
-Πού τα μαθήτεψες και ξέρεις τα όλα αυτά; ερώτηξε μια ημέρα το καβάκι η Ταξιαρχούλα. Ούτε δάσκαλος να 'σου. 
-Ο αέρας και τα χώματα λέσι μού τα, κι η θάλασσα που βγαίνει και πορπατεί κάτω στο γιαλό, κι ο νήλιος και κείνος μου τα λέει, τσ' εποκρίθηκε το καβάκι. 
[...]


Καμωμένη ήτονε πλιο η Ταξιαρχούλα δεκαπέντε χρονών όντεν ήβγαλε την απόφαση ο μπαμπάς της να κόψουσι το καβάκι για να χτίσουσι το σπιτέλι της. Η Ταξιαρχούλα, όμως όντε το 'κουσεν ήβαλε τα κλάματα κι επερακάλειεν τον μπαμπά της να μην το κόψει, αλλ' εκείνος τσ' ήλεε πως πρέπει. Μες στα δάκρυα πνιγμένη η Ταξιαρχούλα, εδιάβη κι ήκατσε στη ρίζα του καβακιού. 
-Ίντα 'χεις, ω Ταξιαρχούλα μου; την ερώτηξε το καβάκι. 
-Κλαίω γιατί θέλει ο μπαμπάς μου να σε κόψει για να χτίσει, λέει, το σπιτέλι μου. Αλλά εγώ μου δε θέλω σπιτέλια, εγώ θέλω να ζεις εσύ, να σε θωρεί η νήλιος κι ο αέρας και να σε θωρούν τα ματέλια μου. Που φαίνεταί μου πως θα ξεψυχήσω την ώρα που θα σε δω κομμένο. 
-Άκου με επά που θα σε συμβουλέψω, είπε της το καβάκι. Γραμμένο μου 'ναι να κοπώ, για κείνο να μην κλαις και να μη στεναχωρεύεσαι. Άφησ' τις να με κόψουσι, γιατί σαν που σ'το λέει ο μπαμπάς σου πρέπει. 
-Η Ταξιαρχούλα εγκάλιασεν τον κορμόν του καβακιού κι είπεν του:
-Γιάντα και πρέπει, γιάντα και θα πρέπει να πρέπει;
Το καβάκι ήπλωσεν τα χαμηλά του κλαδιά κι εγλυκοχάιδεψε την Ταξιαρχούλα.
-Δε θέλω να κλαις να χαλάς τα ματέλια σου τα όμορφα, και ζητώ σου το χάρη μεγάλη και τρανή να μην εμποδίσεις στο κόψιμό μου· άσ' τις να με κόψουσι, γιατί σαν που σ'το 'πα είναι γραμμένο μου να κοπώ. 



 - Και πώς μου θα ζω και θα κάνω δίχως να θωρώ σε; Ίντα λοής θα σηκώνομαι το πρωί, να βγαίνει ο νήλιος να μου δώνει και να λιορίζει με κι εσύ να κείτεσαι κομμένο εκεί χάμαι; Πώς θα περνώ τις ώρες της μέρας μου χωρίς να 'ρχομαι κοντά σου να γέρνω το κεφαλάκι μου απάνω στο γλυμηδωτό σου κορμί, δίχως ν' απλώνεις τα κλαδέλια σου να με χαδεύγεις; Ποιος του θα μου τραγουδεί και ποιος του θα βγάνει κοτσάκια και ποιήματα να μου τα λέει; Πώς θ' αδειάσει ο τόπος σου ν' απομείνει αδειανός, τα χώματα δε θα κλαίσι, πώς θα δεχτούσι να λείπεις; Και τα πουλιά που χτίζασι απάνω στα κλαδιά σου τις αφωλιές τωνε ίντα θα γενούσι; Κι ο αυγερινός, που ΄ρχουντα στ' αυγινοπορπατήματά του κι επόσταζε στο κοντοκόρφαρό σου κι εξεκουράζοντα, πού θα σταματά ν' αποξεκουράζεται; Και το φεγγαράκι και κείνο του, που χώνουνταν κι ελούφαζε μες στα φυλλοκλαδέλια σου και το ΄παιρνεν ο νύπνος ο πρωινός κι εξεκούραζε τα ματέλια του τα γυάλινα, ίντα του θα λέει ότι να μη σε βρίσκει;

Τίποτα στη φύση δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητο ακούγοντας τον σπαρακτικό θρήνο της Ταξιαρχούλας. Μα το καβάκι δεν εκόπη κι έζησε με την Ταξιαρχούλα χρόνους πολλούς. Το παραμύθι ξέρει πάντα καλύτερα. 

[Τα αποσπάσματα είναι από το "Μαγεμένο καβάκι", παραμύθι της Λέσβου]


***

[1] Στις φωτογραφίες δέντρα που μου μίλησαν.
[2] Αγνή Στρουμπούλη, Ο δέντρος: Παραμύθια λαϊκά με δέντρα και φυτά, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2017.
 

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

H Puung για την αγάπη



H Puung είναι από τη Νότια Κορέα. Της αρέσει να ζωγραφίζει και μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα έγινε διάσημη στον κόσμο όλο, χάρη στο εικονογραφημένο της βιβλίο "Αγάπη είναι...". Μια σειρά από εικόνες αφηγείται τη ζωή ενός ζευγαριού. Μικρές στιγμές και ευγενικές χειρονομίες που κάνουν τη ζωή όμορφη.


Αγάπη είναι να μαγειρεύεις στην κουζίνα σου το βράδυ μιας καθημερινής κι από το σαλόνι του σπιτιού να έρχεται μια όμορφη μουσική.


Αγάπη είναι να γυρίζεις στο σπίτι και να είναι ζεστό. 

 
Αγάπη είναι να διαβάζεις τις Κυριακές σκεπασμένος με την αγαπημένη σου κουβέρτα. 


Αγάπη είναι να κλείνετε τα φώτα και να φαίνεται από το παράθυρο το χιόνι.


Αγάπη είναι να αλμυρίζεστε στη θάλασσα μέχρι τη βραδινή ψύχρα.


Αγάπη είναι να ξυπνάτε τη νύχτα για να ακούσετε τη βροχή.


Αγάπη είναι η κουβεντούλα. 


Αγάπη είναι οι διακοπές. 



Αγάπη είναι να ετοιμάζεις το πρωινό. 



Αγάπη είναι  να σκεπάζεις αυτόν που κοιμάται.
 
 
Αγάπη είναι να μη σε πειράζει που το σπίτι είναι μικρό.
 

Αγάπη είναι να χωράνε όλα σε ένα μικρό σπίτι. 
 
 ***


H Puung δεν έχει δική της ιστοσελίδα. Μπορείτε, όμως, να την αναζητήσετε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου προβάλλει ένα αρκετά μεγάλος μέρος της δουλειάς της. Επίσης, συχνά κάνει μικρά αφιερώματα στο έργο της το ηλεκτρονικό περιοδικό Grafolio, που παρουσιάζει νεαρούς εικονογράφους από την Ιαπωνία, την Κίνα, την Κορέα, την Ινδονησία και άλλα μέρη μακρινά, όπου νέοι άνθρωποι ζουν και δημιουργούν.

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Η Philippa Rice για την αγάπη


Η Philippa Rice είναι μια πολύ νεαρή εικονογράφος από τη Μεγάλη Βρετανία, που τα τελευταία χρόνια ζει με τον φίλο της στο Νότιγχαμ. Ασχολείται με πολλά και διάφορα, αλλά η μεγαλύτερη επιτυχία της είναι το Soppy, ένα όμορφο graphic novel για τον έρωτα. 


Η Philippa ήθελε να φτιάξει κάτι που θα αρέσει στον σύντροφό της, τον επίσης εικονογράφο Luke Pearson, και σκέφτηκε πως τίποτα δεν είναι πιο ερωτικό από τις καθημερινές  στιγμές που μοιράζεσαι σε μια μακροχρόνια σχέση.



 Η στιγμή που ο ένας από τους δύο αποκοιμιέται στον καναπέ...


Το διάβασμα στο κρεβάτι... 


Η συναρμολόγηση των επίπλων...


 Τα βράδια που δουλεύεις στο σπίτι...



Η πρώτη αλληλογραφία...


Το χουζούρι του Σαββατοκύριακου...


Οι φαγωμάρες.


Έφτιαξε λοιπόν αυτά τα αξιολάτρευτα ανθρωπάκια, με στόχο να αναγνωρίσει ο καθένας μας σ' αυτά κάτι από την καθημερινότητά του. Και τα κατάφερε μια χαρά.


 ***



H Philippa Rice έχει ασχοληθεί με το κόμικ, την εικονογράφηση, τις κατασκευές και το animation. Στην ιστοσελίδα της μπορεί να δει κανείς όλα τα βιβλία της που κυκλοφορούν στη Μεγάλη Βρετανία, καθώς και κολάζ ή αστεία βιντεάκια με πρωταγωνιστές τους μικρούς της ήρωες. Για του λόγου το αληθές, ρίξτε μια ματιά εδώ

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

O Liniers για την αγάπη


Liniers είναι το δεύτερο όνομα του Αργεντίνου εικονογράφου Ricardo Siri.  Η πιο γνωστή από όλες τις δουλειές του είναι η σειρά Macanudo, που θυμίζει λιγάκι την αγαπημένη μας Μαφάλντα. Ένα μικροσκοπικό, διαβαστερό και τετραπέρατο κοριτσάκι, η Enriqueta, ζει παρέα με τον γάτο της, τον Fellini, και το αρκουδάκι της, τον Madariaga, και μοιράζεται μαζί τους προβληματισμούς της για τη ζωή και το μέλλον του κόσμου. Στα κόμικς του Liniers συναντάμε πολλούς αξιαγάπητους ήρωες: πιγκουίνους, κλόουν και λογιών λογιών τερατάκια.  

 
Ο έρωτας είναι ένα από τα αγαπημένα του θέματα και συχνά στις σειρές του ζωγραφίζει ανθρώπους που φοβούνται τη μοναξιά και νιώθουν πως ποτέ δεν πρόκειται να ταιριάξουν.

Στην πραγματικότητα, αυτό που τους τρομάζει είναι το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνουν για να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο. 


 Αν το αποφασίσουν όμως και τα καταφέρουν...


Η ζωή γεμίζει με χρώματα...


Όπως η Αμελί στην κορυφή του λόφου της Μονμάρτης, έτσι και ο Liniers στα κόμικς του συχνά αναρωτιέται πόσοι πολλοί άνθρωποι αγκαλιάζονται τούτη τη στιγμή σε όλο τον κόσμο...


Και καταλήγει πως, τελικά, για κάθε έναν από μας, η αγκαλιά που αγαπάμε είναι η πιο αγαπημένη πατρίδα...


 Η αγκαλιά είναι εκείνη που μας συγκρατεί όταν πέφτουμε...


Η αγκαλιά είναι εκείνη που σταματά τον χρόνο...


Που δε θέλουμε ποτέ να τελειώσει...


Που μας συντροφεύει από το πρώτο καρέ μέχρι το τελευταίο...


Που μας κάνει να πετάμε ψηλά...



Η αγκαλιά είναι η μεγαλύτερη κατάφαση στη ζωή...

Γιατί δίνει χρώμα και στο πιο γκρίζο επεισόδιό της. 




***

Ο Liniers δεν είναι γνωστός στην Ελλάδα, αλλά έχουν κυκλοφορήσει περισσότερα από είκοσι βιβλία του στη Γαλλία, την Ισπανία, την Ιταλία, την Τσεχία, τις ΗΠΑ, τον Καναδά, το Περού, τη Βραζιλία, την Αργεντινή. Αν θέλετε να γνωρίσετε τους χαρακτήρες των βιβλίων του και να ρίξετε μια ματιά στην ιστοσελίδα του, κάντε το από εδώ